Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

A2N : 15 " .. στα λόγια"


".. Λέξεις που ξέρεις.. που  ξέρω.. Λέξεις που τίποτα, που τίποτα δεν ξέρουν τελικά.. Στα bold τα γράμματα ξαπλώνουν, των λημμάτων. Ξαπλώνουν, σε σελίδες λεξικών και αναλύονται. Στα λήμματα απλώνονται κι αποκαλύπτονται μετά την άνω και την κάτω τελεία. Καταγωγές αποκαλύπτουν κι ομολογούν επιρροές και γειτνιάσεις. Ομώνυμες κι αντώνυμες συγγένειες και σχέσεις δάνειες και αντιδάνειες και de profundis  αναλύονται .. ψυχαναλύονται ..
Marta Biaggini : tecnica mista su carta  25x35
Και μένω, και μένεις, εκεί, συνεπαρμένοι από τον ήχο των λέξεων κι απ την αφήγηση κι από το 'μύθο' εκστατικοί.  
Και με ρυθμό κι επιθυμία πολλή φυγαδευόμαστε, πότε αυτάρεσκα προφέροντας ή απαγγέλοντάς τες και άλλοτε περήφανοι που τις διαλέξαμε, πλήρεις νάναι νοήματος κι αμφισημίας κι ασάφειας ταυτόχρονα.. μα πλήρεις ανεπίδοτων σημάτων να καταλήγουν πάντα .. 
Και πόσο μοιάζει, 'αλλιώτικα' να κάνει τα είδωλά μας, τούτη η διαφορά και το ξεχώρισμα αυτό από τη γλώσσα των 'απλών΄ ή απ τα απλά νοήματα των άλλων..
Αυτό, των λέξεων το 'κοντά', σαν ήχος μας τυλίγει κοντινός, υγρός και τρυφερός. Και άλλοτε θαμπός και μακρινός και αλαζόνας μας γυμνώνει.
Αυτό, των λέξεων το 'κοντά', ήχος κενός και λόγος μα οχι λογισμός. Που μένει ψίθυρος μονάχα, νοήματος κρυφού, προσωπικού και κλειδωμένου μέσα σε ένταση αισθήματος κι επιθυμία κοινωνίας μα του ζητούμενου, του επιθυμητού εσωστρεφής ικέτης..
Αυτό, των λέξεων το 'κοντά' ως σημαινόμενο αφής, τους λογισμούς στοιχειώνει και παίρνει απόσταση κι αφή δε γίνεται ποτέ.. Αφή δε γίνεται ποτέ και ξεμακραίνει.. Και ξεμακραίνει, ψευτίζοντας τις λέξεις, το νόημα καταργώντας. Το νόημα καταργεί ..  Τ' απατηλό τους νόημα .

Αυτό, των λέξεων το 'κοντά', ευθεία ασύμπτωτη που ξεμακραίνει και 'Αφή' δε γίνεται ποτέ ... "






A ^j^

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Απόσπασμα ...




"...
Κι έτσι, κάτω απ' το βαμβάκι των σύννεφων, ρέει ο άνεμος μιας αφιλόξενης ζωής και σκέφτομαι φευγαλέα τα μεγάλα έργα των ονείρων, όπως απλώνονταν οι χιλιετίες των άστρων, και με την ίδια ορμή βάζω για ύπνο το σώμα μου που δε γνωρίζει πολλά πολλά και γυρνάω από το άλλο πλευρό, εκεί που η καρδιά αντηχεί κουρασμένη και τα πόδια πονούν και τρέμουν ανήσυχα, και μέσα στο θόλο του βλέμματός μου διακρίνω ένα δέντρο ψηλά ψηλά στο βουνό να το χαϊδεύουν τα σύννεφα ...




Και δεν μπορώ να σου πω το μικρό μυστικό πως ... χαθήκαμε,
πως πήγα πάλι μακρυά σ' αυτές τις παγανιστικές εμμονές και πως δεν θέλω να ξέρεις ...

















Μοιάζει αυτή η προσιτή εγγύτητα, η προσιτή απόσταση, να είναι ο τόπος ο κοινός, όπου ανέκφραστος ο φόβος σιγομουρμουράει, Κι έτσι, με τους ανθρώπινους, τους κοινούς τρόπους οργώνεις ή ζωγραφίζεις το δέρμα μας, το δέρμα σου, κι ούτε που ξέρω πια τη δύναμή σου, ή μήπως η δύναμή σου να είναι η σιωπή και η πράξη κι ένας καφές τ' απογεύματα; ...
Ποιος ξέρει;
Κι όταν ανοίγουν οι ουρανοί εσύ ξέρεις να πενθείς και να προσεύχεσαι, ενώ εγώ ..., εγώ δεν ξέρω παρά μονάχα αχυρένια ομοιώματα, και ξέρω να λούζομαι στο λάδι της κουζίνας και να αλυχτώ με τα σφαχτάρια ή να βουτώ στον κόπρο, και έπειτα να κρύβομαι, να κρύβομαι όταν μαζεύουν τα λύτρα, όταν ζητάνε το φόρο, όταν σταυρώνουν τους Ιούδες, όταν ανασταίνουν τις καρδιές τους από τον τάφο ..."







Ν.