Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Ημιδιάφανος ...

Κάτω από την ημιδιάφανη σάρκα φαίνονται, ως υποψίες ακατέργαστες μιας λαχτάρας συγκρατημένης,
αχνοφαίνονται μέσα στη ροή των οδυνών και εμφανίζονται άξαφνα και εξαφανίζονται πάλι
όταν πέσει το φως ή όταν πλησιάσουν στην εγγύτητα
κι έτσι, βουτώντας μέσα στο γάλα, θωπεύουν το εσωτερικό της ψυχής, την ακτίνα δράσης της δράσης
και, αφαιρώντας τις προεκτάσεις, έτσι, ως κυλινδρικά σκεύη της ρευστότητας, αφανίζουν την ύπαρξη σε μια αγέννητη γέννα.

Απ' έξω όλα φωνάζουν δυνατά, μέσα στον ήλιο ή μες στο κρύο
κι ένα μαχαίρι φωτός ή πέτρας είναι πάντοτε έτοιμο να ουρλιάξει.
Αν κανείς δεν κοιτάζει, το αίμα μπορεί να γίνει κόκκινο
και τότε, η φαντασία τους γεννά, γεννά μια άμορφη μάζα.

Ωστόσο, κάτω από την ημιδιάφανη σάρκα, μπορείς να τα δεις
και μπορείς και να απλώσεις τα χέρια.
Στρατιές πολλές ή ένα μονάχα, ένας όγκος, μια ροή, μια κίνηση,
είναι ένας οφθαλμός, ένας κόμπος, μια κίνηση,
και κατεβαίνει βαθιά μέσα στα σπλάχνα,
εκεί που κρύβεται ο θησαυρός της ζωής, σε μικρά στόματα, σε λάχνες και πομφόλυγες
και σκάζει η μνήμη μ' ένα υπόκωφο κρότο.


















































































Θυμάμαι που κλαίγαμε ο ένας πάνω στον άλλο
τα πρόσωπά μας ανακλώντας στον καθρέπτη
και από τη μέση μου έφυγε μία λωρίδα φωτός
και μια λαμπάδα πήγε και στάθηκε στο στενό διάδρομο.
Ήταν τότε που τόσο ψηλά μετέωροι θρηνούσαμε το θάνατο
και είχαν γεμίσει οι τοίχοι μ' αυτή τη μαύρη μούχλα του χρόνου
και από το λεπτό μπαλκόνι έπεφτε κυματιστό ένα δέντρο από φωνή.
Και τότε το γνωρίζαμε πως θα σε θυμάμαι όταν θα έχεις για πάντα ξεχάσει
πως τα κόκκαλά μας τρίζουν έναν αποχαιρετισμό
πως η γλώσσα μου λύνεται στο λυγμό
πως απ' το μικρό δευτερόλεπτο θα πλάθω ένα θρήνο
πως για πάντα πλαγιάσαμε σε ένα κάμπο του μηδενός
πως ήρθε η ώρα να πεθάνεις
κι εγώ να σωθώ στην αιωνιότητα
κι έτσι άνοιξα την πόρτα και μπήκα
αλλά δεν υπήρχε κανείς πια εκεί όπως παλιά
και το φως δεν ήταν το ίδιο
και ονειρεύτηκα το μετά και το άλλο
τα μεγάλα θρησκευτικά σύμβολα και τη λάμψη
το ασανσέρ, το διάδρομο και τη σκάλα
και είδα τη γερασμένη γειτόνισσα
κι ένα σωρό από στήθη, από κορμούς, από κόπρανα, από ρούχα τριμμένα
και πάνω στη μοκέτα μια γραμμή από το βάρος
κι έτσι εισήλθα στο νέο σκοτεινό φως
που ανοίγει την όραση στο βάθος και αγναντεύεις τα πέλαγα που κλείνονται στους τέσσερις τοίχους
και είπα "ποτέ ξανά τέτοια λάμψη, η λάμψη του κρίνου, η λάμψη του μάρμαρου"
όταν ξεπλένεις ένα θάνατο στα νερά του ασυνειδήτου ...















































































Θυμάμαι που κλαίγαμε ο ένας πάνω στον άλλο
και ένιωσα πως είχε εισχωρήσει η μέρα και η νύχτα μέσα στο κενό
πως πλατιά τα χέρια μας ακουμπούσαν σ' αυτό που δεν λέγεται, σ' αυτό που δεν λύνεται
και πως τα πρόσωπα είχαν αρχίσει να αναμειγνύονται
και έτσι, αγκαλιά με τα κόκκαλα και τις σάρκες
ξύπνησε η Γη στη σειρά της, ογκώδης, μεγάλη ...

Ν.



Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Χειμώνας

Θυμήθηκα πάλι πως θέλω να πεθάνω, και τώρα, με τα δάκτυλα της μνήμης και της φαντασίας, ακουμπάω στο βωμό, αυτό το μεταφορικό βωμό,
κι έτσι συντίθεται και πάλι η πνιγηρή, η θυελλώδης μάζα της σάρκας,
που θαμπή λάμπει μέσα στο σκοτάδι της,
ως αποκρουστική αποκάλυψη, ή ως επανάληψη φρικώδης ...

Αν μπορούσες να 'ρθείς σ' αυτό το χώρο, το δύσκολο, τον ελεύθερο χώρο της επαφής,
τι όνειρο θα ήταν η ζωή!
και τι όνειρο θα ζούσαμε μαζί εκείνη τη νύχτα,
από την αρχή του απογεύματος, στο ήσυχο σπίτι,
από την αρχή της ζωής και πάλι,
όλοι εμείς οι τρομακτικοί άγνωστοι που ανοίγουμε την αγκαλιά μας ...

Θυμήθηκα και πάλι το θάνατο, στις άδειες πόρτες,
όταν δίπλα μου περνάς με μια αύρα του αοράτου
και θρυμματίζονται τα κρύσταλλα του αέρα,
κι έπειτα έψελνα σιωπηλά τις αυτόματες γραφές μου γονατιστός ...

Όμως την άπειρη νύχτα του πόνου σου, λουσμένη με εικόνες, τη βάζω στο χειμώνα,
και, όπως οι λέξεις ξεθωριάζουν, έτσι, οι άκρες απ' τις σάρκες αργοσέρνονται και σβήνουν,
όπως τα μάτια της απειλής στον αέρα,
όπως οι μεγάλες κατακτήσεις των βουνών, που ηχούσαν από πόνο και ηδονή
άλλοτε, με τη λάμψη του ήλιου ...

κάτω από χλωρά φύλλα λούζομαι, και, όπως τα ρόδα,
περιμένω τη νύχτα ...

Ν.





























Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011


Ανοικτή αυτή, και απλώθηκε, η αίσθηση, όπως η αναπόφευκτη καταστροφή
κάποιες λεπτές ανακλάσεις μονάχα, ή ένα νεύμα μετάνοιας ή απώλειας,
και, όπως τα βλέμματα συναντιόνται και φεύγουν ξανά, έτσι, αλλά ολοκληρωτικά,
ήρθε η μετά θάνατον ζωή, η ζωή μετά το θάνατο, όπως μια αναπόφευκτη καταστροφή, ένας κορμός και μία στήλη των κεφαλών μας, ένα λαγούμι που μέσα φωλιάζουν τα δικά μας στήθη, μία κλωστή στο νήμα του αέρα, όλο θλίψη και σκέψη ...
μια σύνοψη αυτού που δεν τελειώνει και απέραντη πέρα ως πέρα χτυπά τα τύμπανα των τοίχων και αναγυρίζει τη σκόνη και, από το τραπέζι που τρως, νιώθεις αυτό το άβολο αίσθημα, τα μέλη σου ξηρά να αντιστέκονται και, πηγαίνοντας στην εποχή των παιδιών, ανοιγοκλείνεις τα μάτια σε μια άλλη ζωή ή σ' ένα τμήμα της, όπου μέσα στον κόκκινο ήλιο του απογεύματος η εκκλησία χάνεται αγκαλιασμένη μ' ένα κυπαρίσσι κι εσύ περιμένεις ...


Έτσι είναι όταν έρχεται η ώρα, κι όσο σηκώνεις το έδαφος περιμένοντας, ανακαλύπτεις τον ήχο μιας καρδιάς που φθίνει, μιας γλώσσας ακατάληπτης, ή ένα μαυσωλείο που αντηχεί πια χαμηλόφωνα μια θαμπή μακρινή παλινωδία του κόσμου ...






Ίσως το καλύτερο μέρος να ήταν αυτό, αυτό το έρημο κομμάτι του κόσμου, όπου το μέλλον και το παρελθόν έσμιξε σ' ένα νέο κορμί, ακούραστο ακόμα ν' ανεβαίνει τα βουνά, και να γυρνά τις μέρες,
όμως, αν ήταν, θ' αρνιόμουνα τον εαυτό μου και θα φανέρωνα πως δεν είναι δικό μου και πως ούτε και τώρα το θέλω, να μου ανήκουν όλα αυτά τα δέματα, τα δέρματα, τα σιρίτια, ή οι πόρτες που ανοιγοκλείνουν, ή τα δευτερόλεπτα, αλλά ήσυχα μια νύχτα θα τερμάτιζα τους ύπνους όλους, σ' ένα ύπνο πιο ήσυχο και πιο μεγάλο, ανίκανος πια για πραγματική χαρά ή για λαχτάρα της χαράς, κι έτσι, αλλαγμένος, απ' τους σκοτεινούς καιρούς, σαν εύπλαστη, εύθραυστη, χάρτινη σκιά, θ' αφανιζόμουν μ' ένα νεύμα του τίποτα, όπως εξαφανίζονται τα μέλη μου ιριδίζοντας σ' ένα διάχυτο κρότο από πόνο, μουδιασμένα, τρεμάμενα ...


Ν.



Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Υπάρχει


Υπάρχει πάντοτε το κρύσταλλο του χρόνου, ανάμεσα στις θυελλώδεις στιγμές, το καλοκαίρι, και το χειμώνα, κι έτσι ανοίγει η ολισθηρή δίοδος της ανάσας και του φωτός, σ' αυτό το σκοτεινό, το γκρίζο κενό, με τις ημιδιάφανες φιγούρες, και χωρίς να θέλω, χωρίς να μπορώ, ανοίγει και κλείνει το πέρασμα, κι έτσι, με μια ματιά, είναι σχεδόν αρκετό να διασχίσω τις αποστάσεις της φαντασίας πάνω στα πλάσματα, όπως το φως ή η λάμψη, και να επιμηκύνω το εσωτερικό της καρδιάς μέχρι το χέρι, ή την ψυχή, εκεί που διασταυρώνονται οι δράσεις της ζωής και των θανάτων και φωλιάζουν κυνηγημένες, εκεί που καμιά φορά ξεχνιέται η μνήμη μου και αργοσαλεύει, ή εκεί που αγκιστρώνεται η εμμονή ...



Τίποτα δεν έχει μείνει σχεδόν, και σχεδόν φαντάζομαι πως χάνομαι και εγώ και αφήνομαι σε σένα, όπως έχω δει να αφήνονται τα ζώα, σ' ένα άγνωστο αφέντη ή σ' ένα αόρατο άνεμο ή σε μια λάμψη που σκάει πιο πέρα, και παίζοντας με το παλιό φθαρμένο παιχνίδι, ψιθυρίζω ακατάληπτα, ακατάληπτες ανολοκλήρωτες λέξεις και φθόγγους, γλώσσες και γλωσσισμούς, που μαζί με τη σιωπή αργοσβήνουν στο ημιδιάφανο κενό, στο ομιχλώδες τοπίο, με μάτια μεγάλα, με μάτια κλειστά, κι έτσι πηγαίνω πιο πέρα τη σιωπή τους, μέσα σ' ένα βόμβο από κρυμμένες ροές, από ανακλάσεις γυμνές μιας απαλής ζεστής φρίκης, και πάνω σ' αυτό, μέσα σ' αυτό, πάνω σ' αυτό το βωμό αργοσαλεύω, και η ύπαρξή μου, όπως τη βλέπω, συσπάται και σέρνεται, σαν ένα απαρηγόρητο πουλί που πέφτει από τη φωλιά, με μια φωνή πνιγμένη ...

Και ήθελα πάντα να το πω, μέσα στο δάσος του χειμώνα, τη νύχτα, μέσα στη βροχή, πως είμαι και δεν είμαι το παν, πως η συγκίνησή μου πάντα με προδίδει, πως όλα είναι μηδέν και πως τίποτα δε μένει τώρα που έφυγες και πως μέσα στη σκιά ακόμα και θα σε αρνιόμουν και θα καταριόμουν για σένα όπως καταριέμαι και για αυτόν, αυτόν που κουβαλώ, και, ίσως, αφού ξεπουλήσω τα χρόνια και τη σάρκα, ίσως τότε να σβήσουν οι σπίθες και χαθεί και η αχλή του φωτός στη σκοτεινή αίθουσα των σωμάτων, ίσως σε συναντήσω και πάλι να μ' αγοράζεις μ' ένα νόμισμα φθηνό και ακατάληπτο, όπως αυτό που συγκρατεί την πραγματικότητα και τη φαντασία, αυτό που κυλά από την άκρη της μύτης, από τη βλέννα, και συναντά τον αέρα ενός μικρού δευτερολέπτου ...

Πως ξεκίνησαν όλα και πως θα τελειώσουν; όταν τελειώσουν οι λέξεις και όλα πια θα έχουν λεχθεί και θα μείνει να κλαίει αργόσυρτα ένα εγώ ταλαιπωρημένο ...

Όμως τις νύχτες σαν κι αυτή, που ξένος κάθομαι στον εαυτό μου και τρυπάω το μηδέν, τις νύχτες σαν κι αυτή θα γίνει και πάλι η στροφή του αοράτου και χλιαρός ο αυχένας του κόσμου θα στέκει ...

Ν.

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

...











Και όταν θα έρθει και η σειρά σου, έτσι θα σ' αφήσω να πεθάνεις κι εσύ,
γελώντας βαθιά που τίποτα δεν έκανα για σένα
κι έτσι ταχύτατα θα φύγεις, αφήνοντας την πνοή να κυλήσει στο κενό
και αφήνοντας να κλείσει το στόμα,

εκδικούμενος έτσι σε σένα, του δικού μου θανάτου τη φρίκη,
ή ακόμα και της δικής μου ζωής









































Ίσως το καλύτερο να ήταν αυτό, αυτό το έρημο κομμάτι του κόσμου,
όπου το μέλλον και το παρελθόν έσμιξαν σ' ένα νέο κορμί,
ακούραστο ακόμα, ν' ανεβάζει τα βουνά, και να γυρνά τις μέρες,


όμως,
αν ήταν,
ήσυχα θα τερμάτιζα μια νύχτα τους ύπνους όλους, σ' έναν ύπνο
πιο μεγάλο και πιο ήσυχο,
ανίκανος πια για πραγματική χαρά,
ή για λαχτάρα της χαράς,


κι έτσι,
αλλαγμένος από τους σκοτεινούς καιρούς,
σαν εύπλαστη εύθραυστη χάρτινη σκιά,
θα αφανιζόμουν, σ' ένα νεύμα του τίποτα,
όπως εξαφανίζονται τα μέλη μου ιριδίζοντας, σ' ένα διάχυτο κρότο,
μουδιασμένα




















Και όταν θα έρθει και η δική σου σειρά, έτσι θα σ' αφήσω να πεθάνεις κι εσύ,
γελώντας βαθιά, που τίποτα δεν έκανα για σένα,
κι έτσι ταχύτατα θα φύγεις,
αφήνοντας την πνοή να κυλήσει στο κενό,
και να κλείσει το στόμα,
εκδικούμενος σε σένα τη φρίκη του δικού μου θανάτου,
ή ακόμα και της δικής μου ζωής


Ίσως το καλύτερο να ήταν αυτό,
αυτό το ανέφελο παρελθόν κάτω απ' τον ήλιο,
και τώρα, απ' τις ανοικτές σειρές, έρχονται μονάχα οι κραυγές σου



















Και κατρακύλησες κι έπεσες εδώ,
γέννημα των πραγμάτων και σώμα,
που αλλάζεις με τη νύχτα και την εποχή,
για να κρατήσεις τα γεννήματα κι εσύ,
μιας ύλης απύθμενης,
άναρχης


Για να κρατήσεις τα γεννήματα κι εσύ,
των φιδιών και των εντόμων



















Χλωρός, νωπός, ήταν ο θάνατος,
και τώρα έχει ξεραθεί και ζέχνει


Μια κρούστα από ζωές παγιδευμένες, κάτω απ' το χνάρι σου,
ή ανάμεσα στα πλευρά και τη μασχάλη,
όπως αποκαλύπτονται και όπως απομακρύνονται οι οφθαλμοί της πλαγιάς,
και μηρυκάζει ο αμνός, και διαστέλλεται


Στη σκιά πια,
εκεί που εκκρίνουν οι νεκροί τις φυσαλίδες της νιότης,
αφήνοντας την ανάσα να φύγει, να ξεφύγει







Απ' την αρχή ήταν έτσι γνωστό,
πως απ' τη γέννα πεθαίνουν,
και πως τα μέρη της ύπαρξης είναι πολλά,
και τα χτυπήματα της καρδιάς,
και ανοίγουν τα χέρια και κυλά ο ποταμός των βλεμμάτων,
στο δικό τους το άπειρο


Και έτσι, αλλάζοντας τις ισορροπίες των βραχιόνων και των μοχλών,
η μηχανή αλυχτά, ως ένας άλλος οργανισμός,
και, ίσως,
αν κοιτούσες καλύτερα,
αν κοιτούσες καλά,
να μπορούσες ν' αντέξεις,
ή, αν άξαφνα,
τα ρόδα και οι καρποί έσκαζαν στα δέντρα
- μέρα ή νύχτα - της φαντασίας



Τα ξύλα και τα σπαθιά και τα δικά σου τραγούδια, μοιάζουν τρομερά,
και η αφή και η όψη,
και στρέφεις το βλέμμα
και στρέφεσαι,

όμως,

αν ήταν και πάλι να ζήσω,

δεν θα μπορούσα ξανά,

γνωρίζοντας πια τόσο καλά

το τέλος























Θυμάμαι, μες στο μυστήριο του φωτός του απογεύματος,
αυτό το παιχνίδι πάνω στη διάφανη σάρκα του νερού,
ένα παιχνίδισμα στο βλέμμα σου, και τη στροφή του κεφαλιού,

όνειρα, μυστήρια, και τις φωνές των όντων της νύχτας,
σ' ένα σκοτεινό ουρανό απ' αστέρια

Θυμάμαι αυτό,
αυτό που φέρνουν όλα μαζί,
τα φύλλα, οι ρίζες, τα κλαδιά, οι φωνές τους



Ν.




Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

remeDIES ... for nowadays



The 'Best wish' or The 'Best prayer' ? ....













.... Both !






A ^j^

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Έλα ...




Στις μεγάλες μας μάχες/ στις μεταξύ μας ξαφνικές ριπές
πάντοτε καλούσα το θάνατο να σε βρεί, μ' αυτή τη φοβερή ορμή/
που ξεσπά,
κι έτσι απ' το πυκνό παρελθόν σ' ένα πυκνό μέλλον να διαλυθείς να λιώσεις/
με μια έκρηξη σάρκας,
και ήθελα πολύ την ανάσα της γης να ψιθυρίζει/
στο αυτί μου τις εντολές του αγώνα, δύο μεγάλα τεμένη
κρυμμένα στο αόρατο και στο ορατό κι εσύ πέπλο
σωρός πάνω στη σωρό σου
ξεδιάντροπα μέλη και οστά
που λαχταρούν την ανάσταση ...

κι έτσι δειλά δειλά σε καταριόμουν με το σύρσιμο της γλώσσας
κι ο λαιμός μου ακόμα διψά/ τα μαύρα σου λαγόνια τα πλευρά
τα τυφλά σου γεννήματα και τη μνήμη

ανοικτός σαν τάφος του τάφου/
ανοικτός σαν την κοιλιά της ανάσας ...









































Έλα, δεν σε φοβάμαι!
Το θάνατο, δεν φοβάμαι
δεν φοβάμαι πια να πεθάνεις

κι ούτε κι εγώ/

Μ' ένα νήμα ξεκαθάρισε η μέρα μας!




















μ' ένα νήμα ξεκαθάρισε η μέρα
ή τα μεγάλα μέλη, ή ένας ουρανός από ανάσα και θαύματα αδιάφορα
τη νύχτα που όλα διαλύονται και χτίζονται ξανά μέσα στο ψύχος

στα χέρια μου κρατούσα ένα παράθυρο από θλίψη,
μια ρίζα μητρική, πατρική, ένα ολόκληρο σπίτι,
μια χιλιετία σε φύλλα και σε άχυρα
κι έτσι στο χνώτο κοντά, να γεννηθώ μπορούσα πάνω στην κοπριά
και χάθηκαν όλα

ένα πρόσωπο λευκό, τα πέταλα, τα πόδια, οι μπότες και οι σφήνες
και μίκρυνες,
από πάνω ως τη σκεπή,
άνδρες των ερειπίων και γυναίκες μικρές από το στήθος στο γόνατο,
μ' αυτή την άμοιρη ψυχή,
και ξεκοιλιάστηκες ...








































Ω να μπορούσα να χωρέσω στο χορό σου, γυμνό σώμα, χαμένο σώμα
να μπορούσα να χωθώ στο σωρό σου, παγωμένο κορμί, μαυσωλείο
άκαμπτο λουτρό, ριπή και λεπίδα
στη ράχη σου πάνω να γευτώ τα μαλλιά σου την άνοιξη που αλυχτάς

κόλαση, ήλιε μεγάλε των δακρύων, τι θέλεις ακόμα να πείς;

Ω να μπορούσα να σε σκοτώσω και πάλι, με τα χέρια μου τώρα
αρπάζοντάς σου τη ράχη ή την καρδιά και κρατώντας ψηλά
ένα καθρέπτη της τύχης σου, τη γέννηση των παιδιών του θανάτου
τότε που αγαπούσες ακόμα τη ζωή και άνοιγες τα μάτια στο φως

αν τραβήξω λίγο ακόμα που θα πάει ξεχειλωμένο το θάρρος της ύπαρξης
που γλυστρά στο χαρτί;
σ' αυτή την άβυσσο σ' αυτή τη σωρό ...








































μια συγκέντρωση από μέλλον, ένας σωρός
ο σωρός μου, μία σωρός εγώ
μία σωρός από τις έρπουσες στιγμές των σωμάτων
σκληρές αυστηρές λουτροπόλεις όπου λούζονται τα πάθη ξανά και ξανά
στο νερό, τα χέρια τα πόδια τα στόματα
η γούβα στην κοιλιά που υποχωρεί ξαφνιασμένη




















Στις μεταξύ μας μάχες στις μεταξύ μας ξαφνικές ριπές
πάντοτε καλούσα δυνατά το θάνατο, τον θάνατο αυτόν
Πάντα καλούσα το θάνατο, το θάνατο αυτόν,
να έρθει να μας βρεί, μ' αυτή τη φοβερή ορμή που ξεσπά
Το θάνατο, κι έτσι δειλά δειλά σε καταριόμουν
κι εσύ, πέπλο, σωρός πάνω στη σωρό μου, άνοιγες
ξεδιάντροπα μέλη και οστά
κοκκαλωμένος





















Τώρα είμαι έτοιμος είπες(είπα), καθώς η νύχτα περνά στη μέρα και πάλι
σε μια δύσκολη μέρα ...

Ν.
(εικόνες Dante, Greenaway)