Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

"... Πόσο μεγάλα ήταν όλα; ..."


(re-photographed)







"...
νυχτερίδες κρύβονται στην παιδική καρδιά
καθώς κατεβαίνεις τις σκάλες
κάτω απ' τον κισσό
φωλιάζουν οι λύπες και οι χαρές ξεχασμένες
άδειες ντουλάπες έρημες πόρτες
και η γυάλινη σφαίρα του κόσμου
αθώο χορτάρι ζωηρό ψηλό ανασαίνει
σκιασμένο απ' τον καιρό
κάτω από ξεχασμένες κληματαριές οι ίριδες
κι εσύ, μετά από χρόνια
εγώ, μετά από χρόνια
κι έχεις τη νυχτερίδα στα χέρια
τι διάφανα φτερά!
Πόσο μεγάλα ήταν όλα;
το πανηγύρι της ζωής
ο κορμός της χαρουπιάς
Τι θέλεις στην παιδική μου φωλιά;
μετά από χρόνια πατάς το χορτάρι μου
πλάσμα της νύχτας
άσχημο πλάσμα
τι διάφανα φτερά!
..."



(re-photographed)


"...
πάνω στα μάτια σου μια σκιά
και πίσω στους κροτάφους ένα σπήλαιο
και χέρια πολλά και πόδια ανακατεμένα
και απο τη λάσπη λουλούδια και σπέρματα
και μια σοφία φρικτή
ο ήλιος που χαίρεται σαν παιδί
ο ήλιος που πεθαίνει σα γέρος
..."


Ν.

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

Ξαφ-ΝΙΑΖΟΜΑΙ !

Σιώπα !
Και να θυμάσαι
με πόση δοκιμασία απόχτησες
την αρετή ν' αγαπάς.

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

«.. Λέξεις και λέξεις και λέξεις σμιλεύω. Kαι περι-Γράμματα με όρια. Κι ελάχιστα και μέγιστα και έννοιες ασύμπτωτες και φόβους επανάληψης ατέρμονης και μόνης. ..Κι ολομόναχης. Κι η μοναξιά της ανεξαρτησίας να κλείνει βράδυ την πόρτα και απαλά στο πόμολο να κρεμάει μιαν αρμαθιά κλειδιά σαν να προλάβει τάχατες μηχανικά στη μνήμη να περάσει κανόνες διαφυγής και αίσθηση-ψευδαίσθηση ασφάλειας κι υποκατάστατες-άστατες ελπίδες φρούδες, απέλπιδες σχεδόν. Κι ανοίγει η πόρτα σαν απ΄ τον άνεμο, σαν απ΄ τη δύναμη του νου. Το πόμολο γυρνά απαλά και εισβάλει ο δίσημος, ο αμφίσημος Ιανός και ρεύμα και σκοτάδι και πότε φως παραλλαγής και πότε αύρα απόγεια και πότε θαλάσσια, σαν οπτασία, σαν από πάντα αναμονή, σαν αίσθηση-παραίσθηση και σαν πραγμάτωση του ανέφικτου, σαν εμμονή κι ελπίδα ασύμπτωτη. Και πίσω βήματα να προκαλούν τα πέλματα να τα διαβούν, με απομάκρυνσης φορά, με πανικό και φόβο και καχυποψία. Μιας θεραπείας και μιας φυγής υπόθεση, που ακούσια έρχεται στη θέληση -σαν από πάντα πρόθεση, σαν από πάντα γνώση κι ενδοβολή ανεξέλεγκτη. Σαν από άμυνα -τη λέξη αυτή θα διάλεγες καλύτερα- να την καλέσεις σαν ασπίδα και σαν άλλοθι ..Και σπάνε οι άμυνες κι κώδικες σε κοίτη κοινή και πλεύση παράλληλη ν’ από-καλύπτει μύχιες πτυχές και ξάφνιασμα κι αταίριαστα ταιριάσματα μα, ταιριαχτά περί-Τεχνα και Τέχνης σπέρματα.. Κι η Τέχνη ΕΝΤΟΣ ξανά, αφ-ΟΡΜΗ ζωής και όχι .. ΤεχνηΕΝΤΩΣ..

.. Κι εκεί στο απέραντο βασίλειο της έλλειψης, στου απόλυτου δήθεν την επικράτεια, στη μονοκρατορία του πιο αυτάρεσκου εγώ. Εκεί είναι που τρομάζω το ‘πολύ’ μου και την αλήθεια μου. Εύθραυστη, κρυστάλλινη κι εμπιστευμένη στα παιδικά σου δάχτυλα και στη αμφισημία της παιδικής παλάμης σου. Κι απίστευτα τρομάζω μέχρι την εξαφάνιση της όρασης, της φυσικής μου όρασης ακόμα, που καταργείται κι εξαφανίζεται στην αντανάκλαση των πολλαπλών ειδώλων σου, σε κάτοπτρα κυρτά και κοίλα, τυραννικά παραμορφωτικά που απάνθρωπα με καταργούν και την αλήθεια μου αναιρούν στην πιο βαθειά μου ανάσα εκεί. Εκεί, ανάμεσα στη κοίτη του λαιμού και της κλείδας σου μέχρι το οροπέδιο που απλώνεται μακριά κάτω απ΄ του στέρνου την απλωμένη ξεγνοιασιά. Εκεί, που μάχης τόπος γίνεται κάθε ξημέρωμα που οι ακτίνες του Ήλιου μάχονται για της αφής σου την πρωτιά με των χεριών μου τη λαχτάρα, την πιο ακριβή αίσθηση στους γευστικούς μου κάλυκες, με την πρώτη καλημέρα στα βλέφαρα σου που τρεμοπαίζουν άπληστα ρουφώντας τον χρόνο της ξάγρυπνης αναμονής μου ...

.. Και ξέρεις! Το ξέρεις ήδη με τη σιγουριά του αίματος και των παλμών και τη σιγουριά της ευθείας του βλέμματος. Κι η θλίψη, κι αυτή ακόμα είναι ανάδελφη και μοναδική και λόγο δίνει μονάχα στις φυλακές της νύχτας και στις φυλακές τις εντός. Διογκωμένο, διογκωμένο δέρμα κόκκινο και λείο με αντανάκλαση παλμών και φθόγγων και πλέγματα χεριών και βλέμματος με μια υποψία θρήνου ή λυγμού ή έστω ενός χαμόγελου για το άγγιγμα του ανέφικτου. Αγγίζω τις άκρες των πληγών πάνω απ το δέρμα, πάνω απ της σάρκας τη θεραπευτική σπουδή με επι-θέματα στοργής. Αγγίζω τις πληγές και μεταλαμβάνω του αίματος τη σκουριά. Και στου χαμένου χρόνου το μετείκασμα μεταλαμβάνω την πίκρα των φωτεινών χρωμάτων μιας όψιμης ανατολής ανιχνεύοντας τις μέχρι εδώ διαδρομές του. Μεταλαμβάνω στο εύθραυστο των λεπτών αποχρώσεων την περιπέτεια και την έκπληξη στου φάσματος τις διαδρομές. Το κόκκινο νήμα - θυμάσαι που ψάχναμε το 'κόκκινο νήμα'; Σ΄ ανόμοια κι ανοίκεια ανάμεσα να βρούμε, να ενώσουμε το «όλον» σε «ένα». Ν΄ ανα-καλύψουμε στης λάσπης της ψηφίδες τις διεργασίες του χρόνου και της σιωπής. Την πρόοδο της γνώσης του σώματος και του αίματος. Και της πνοής τη μετάγγιση εκ του σύνεγγυς. Και πόσο αυθαίρετα ή απεγνωσμένα την κόκκινη γραμμή τραβάς ορίζοντας το ‘μέχρι-εδώ’ σου; Και τάχατες πότε η άμπωτη και πότε η παλίρροια ορίζουν τις πιο μύχιες πηγές μας;




- Πόσο μισώ αυτό το πρόσωπο του Ιανού, αυτή τη σύμβαση με το παράλογο που την αλήθεια μου αναιρεί και σε Μακραίνει, με Μικραίνει, σε Πλανεύει, με Παιδεύει …




- Τρίζω! μ' ακούς; Ίπταμαι, ποντίζομαι, βαθαίνω, υψώνομαι .. κι εσύ, ακόμα κι αυτή τη φράση την ξέρεις από πριν. Εσύ, στο χέρι που κρατάς σημαίνοντα και σημαινόμενα, αδιάφορα κι απλά και με σπουδή και με φροντίδα, κάθε σταγόνα ιδρώτα και χυμούς ζωής στραγγίζεις στο τάσι μεταλαμβάνοντας το στέαρ και το παχύ και το πολύτιμο με σποδό και περίσκεψη, με ταπεινωμένο το φρόνημα και με ευγνωμοσύνη για τη στιγμή της σύμπτωσης και της πλοκής των λέξεων. Των έξεων την περιπέτεια στο γεφύρωμα των άκρων με των ..’άωτων’ τον προσδιορισμό.. Κι η υποψία της νύχτας σκιάζει τη ματιά μου καθώς σε βλέπω φεύγοντας πρωί να ξαποσταίνεις στα στρωσίδια με βλέφαρα που ακόμα τρεμοπαίζουν αναποφάσιστα σ όνειρο ανάμεσα και καλημέρα. Κι αν είναι τάχα μιας ισορροπίας ταγός και ενός εφιάλτη φόβος , δύναμη κεντρομόλα θα επινοήσω, εδώ στο κέντρο να σταθούμε όμοροι και ισόρροποι και με τα μάτια στο ίδιο ύψος, κέντρο με κέντρο να ζυγιάζονται κι όλα τα αταίριαχτα, τα μύχια, τα διάφορα, τα ξένα συμπλήρωμα να γίνουν. Κομμάτι αναπόσπαστο και 'Ορισμα-προΟρισμός στο ανάδελφό μας ‘ΟΛΟΝ’..»


(.. dedicated ..)

A ^j^


Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

"... θα λυθούν τα γόνατα, τα χέρια και θα λυθούν τα μάγια της γης ..."





(rephotagraphed photograph)



"... 
Χωρίς ενοχλήσεις Άφησέ τον Να γράψει 
Ανέξοδα κάθεται η Μνήμη του 
Και Χαιδεύει τους μηρούς του 
Πριν απ' τον Ύπνο Σε θαυμάσιες κάμαρες  
Η Αντήχηση του εαυτού Αντιλαλεί
H φωνή σου Στις σπηλαιώδεις κοίτες 
Η κραυγή σου  Στη χαράδρα του Αχέρωντα ...



Έτσι φερμένα Όλα  



Κόσμος μετά από κόσμους Μέσα σε κόσμους 

Κοάζει το βατράχι Τρέχει το νερό 

Στο πόδι μου Ένας αφρός από σπλήνα και Έντερα 

Μια Ιστορία μουχλιασμένη Ένα νύχι κόκκορα 

Το ρετσίνι από μια Μυγδαλιά 



Ο Πατέρας μου Πεθαμένος 

Ένας Σωρός από ρούχα 

Μια φωτογραφία Παιδιού 





Πάνω Πάνω Από τη μία Η άλλη Οι στιγμές 
Κι έτσι κι ο τοίχος Το δέρμα μας Το βλέμμα μας 
Πάνω απ' τα μάτια μου Άλλα μάτια Άλλων ματιών 
Και η σύνθεση Θάβεται στις Ρίζες των φυτών
..."



Νήμα κόκκινο, νήμα του αέρα ακούγεται η σιωπή;
μπορείς να δεις αυτό που βλέπω;
Υπάρχουν λέξεις; υπάρχουν λέξεις για να πω την ιστορία μου;
Και μαζί την ιστορία των πραγμάτων;


(Robert Flynt)

Ν.