Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

.. μια δίνη, μια ελεγεία, μια επανάληψη




Επέστρεφε

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με --
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ' επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ' αισθάνονται τα χέρια σαν ν' αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται....


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1912)


"...Από το χέρι παίρνε με κι απ' τα κρατήματα της σκόνης και της λήθης ... Έλα και παίρνε με απ τα θαλάμια της συρρίκνωσης κι απ το λευκό κελί της πιο ανάδελφης μοναξιάς. Εκεί που τάχα φταίνε οι αποστάσεις και οι περισπασμοί της καθημερινής δαπάνης από το δάνειο του χρόνου ή εκεί που τάχα οι προθέσεις γυρεύουν άλλοθι για το 'ευτελές' τους. Έλα, έλα και παίρνε μέσα απ τα κύματα κι από τις δίνες της σκέψης και σαν σχεδία απ τις στιγμές του πανικού μ ανάσες δύσκολες και φειδωλές φυγάδευέ με. Μ΄ ανάσες, της ασφυξίας συμισακές φυγάδευέ με. Κι από τα λόγια που δεν τόλμησαν να γίνουν ήχοι, το νόημα πάρε, την αγωνία και την πνοή που δεν αξιώθηκαν να καταθέσουν στην εκφορά τους. Μακρύνομαι, νυχτώνομαι κι αγγίζω την ανάγλυφη υγρασία του όρθρου στα μέλη και στα βλέφαρα, που ξάγρυπνα μια προδοσία ομολογούν στην αγκαλιά του Μορφέα. Κι αχ! δε με ξέρεις. Και συ ακόμα δε με ξέρεις. Κι ίσως κάνεις, κανείς δε με υποψιάζεται, κανένα δεν αφήνω -ίσως από άμυνα να μη ραγίσω στο βάρος της παραδοχής ενός ανομολόγητου 'λίγου' ή ενός αβάσταχτου 'πολύ'. Ή του 'τεράστιου' της μοναξιάς ενός ανάδελφου 'εντός' .. Κι έτσι ακριβώς πλανιέται αντίστροφα η υποψία πως κανένα δε ξέρω κι εγώ. Υποψιάζομαι αυτή τη μοναξιά της απόστασης και της απουσίας παντού, ακόμα και μέσα στο πλήθος γύρω, στο πλήθος το εντός, στο πλήθος .. γενικά. Υποψιάζομαι.. Σκιάζομαι και παγώνω σαν το κρυφτό του Ήλιου σε μια έκλειψη.. Στις ώρες τις μικρές της μάταιης προσμονής και της ψευδαίσθησης μιας παρουσίας κι ενός ολογράμματος ιδεατού του κόσμου γύρω και της αγαπημένης μορφής, έξω απ΄ τον κόσμο σαν περιέρχομαι μες στα σκοτάδια τ αξημέρωτα ..έλα, στις ώρες αυτές τις ανύποπτες έλα και παίρνε με.. Μες τα σκοτάδια όλων των ωρών της μέρας. Και των μικρών της νύχτας. Και μουσικές υπέροχες και χρώματα και θεωρήματα και θεωρίες και αξιώματα και γενικώς πειθούς τεχνάσματα και σμύρνα και χρυσό και μύρα φέρε μου, να ξελογιάσεις τους δομημένους λογισμούς της άμυνας και των φόβων των αρχέγονων και της δικλείδας της ασφάλειας την παγίδα . Φέρε στις φούχτες γιατρικό και ίαμα για τα μάτια και για την 'όραση' εκείνη την 'εντός', που τα περί-Τεχνα αναζητά παντού και Τέχνης μορφώματα και πλάσματα της έκφρασης και της ανάγκης πλάθει. ΄Ιαμα στάλαξε στα μάτια τα 'εντός' ν' αντέχουν το σκοτάδι γύρω, μα και το φως το αλύπητο και το άπλετο κι εκείνο το απρόσιτο το κόκκινο βαθύ του δειλινού λίγο πριν το σκοτάδι, που σαν το βλέπεις μόνος τυφλώνει κι απαξιώνει κάθε ομορφιά. Κι εκείνη την ανατανάκλασή του στη θάλασσα, που σαν κοιτάς κόντρα, χάνεις τα περιθώρια, τα όρια, τον ορίζοντα ..τερματίζοντας το κοντέρ στην παραλιακή .. τερματίζοντας τη σκέψη -έστω σαν σκέψη εκεί, στο επίπεδο, στην ευθεία, στο σημείο .. στο σημείο Αιχμής ..στο σημείο Φυγής, στο σημείο Μηδέν. Κι η σκέψη να γυρίζει μυστικά κι αργά με εμμονή καρέ-καρέ τη 'Φαίδρα' μόνο για μια υποψία, μόνο για μια στιγμή, σε μια στροφή, σ΄ ένα crescento .. για ένα salto mortale.. Έλα! και παίρνε με όπως κι όσο κανείς κι όσο ποτέ.. Έλα, ξεγέλασέ με πάλι και αποπλάνησε τις άμυνες και κάθε ρίψασπη λογισμό παραίτησης. Μια αιτία κι ένα λόγο μηχανέψου ξανά να πείσεις, να ΜΕ πείσεις.. Να πλανευτώ, γι ακόμα μια φορά να σου δοθώ ... για ακόμα μια φορά ... και πάρε τη ματιά, τη σκέψη και τους λογισμούς από τη μέθη της ταχύτητας κι από την πλάνη της φυγής. Κι έλα ξανά και ΤΕΧΝΗέντως ΤέχνηΕΝΤΟΣ μ οδύνες γέννας αξίωσέ με και κάθε απέλπιδα παρόρμηση διασκέδασε και μάκρυνέ με απ τη σαγήνη των σειρήνων της. Κι έλα λοιπόν.. Έλα .. ΖΩΗ, και παίρνε με απ΄ το χέρι κι αιτίες δώσε και αφορμές να 'Είμαι' εδώ .. για 'τώρα' και για λίγο πιο 'μετά' ... Κι είναι αυτό μια πρόκληση ασήμαντη στο μέτρο μιας ασήμαντης περαστικής φιγούρας, όσο ένας κόκκος σκόνη στην πλάστιγγα του κόσμου. Και μια υπόθεση ανάλαφρης βαρύτητας μ αντίσταση στον άνεμο μηδαμινή σαν το μικρό φτερό απ το πετάρισμα μιας νιόβγαλτης Συλβίας ... μ΄ όλο τον ίλιγγο ενός ωκεανού να χάσκει κάτω σαν απειλή -ή σαν κατάληξη εφιάλτη, νωρίς ξημέρωμα Σαββάτου πριν η ψευδαίσθηση του Ήλιου σπρώξει και πάλι την κοτρώνα του Σίσυφου για ακόμα μια μέρα …





… Έλα και παίρνε με ..λοιπόν … αγαπημένη (ψευδ)αίσθηση. Ελπίδα φρούδα στ όνειρο του Σίσυφου, ξεγέλασέ με πάλι και ζώντας να ονειρεύομαι Ζωή .. 'αλλού' …"








A^j^