Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

".. διπλή ματιά, διπλή γραφή.. διπλή λεπίδα η νύχτα .."



(Νίκος Εγγονόπουλος /Ο ποιητής και η μούσα β)

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ
1889-1966

Η ΜΟΥΣΑ

" ..Τον ερχομό σου μες στη νύχτα καρτερώ
σε μια κλωστή θαρρώ κρέμεται η ζωή μου
νιότη, ελευθερία, δόξα, ας πάνε στο καλό.
Αγαπημένη εσύ, πλησίασε, έλα με τη φλογέρα
να την, που πέταξε το πέπλο της.
Στα μάτια με κοιτά προσεχτικά: Ρωτώ:
«Του Δάντη τις σελίδες υπαγόρεψες εσύ;
τους στίχους για την κόλαση;»
και απαντά : Εγώ!
"


μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου






«.. Δε θα σ αφήσω πλέγματα και ιστούς ν απλώσεις, που πότε θαλπωρής επίφαση και πότε ασφυξίας τριχιά, γεμίζεις το ποτήρι μου της μέθης και πύλες της διαφυγής διάπλατες τάζεις στο μυαλό κι ολόγραμμα και σύννεφο και οπτασία με ξενιτεύει από τη Γή κι από του πόθου και της καρδιάς το υστέρημα ξεκλέβει. Από τις άκρες θα πιαστώ μιας κόλασης, από της φλόγας την ανάγκη κι απ τις ορμές κι απ τις εικόνες και τους ήχους, που τόσο μοιάζουν μα τόσο απόλυτα αποκλίνουν, σύμφωνα με το μάτι του μυαλού ή με το μάτι της καρδιάς ανάλογα ιδωμένες. Και Οδυσσέας ταλαίπωρος εγώ, δεμένος στο κατάρτι, αυτή η πληγή η ανοιγμένη χρόνια στο νόστο της Ιθάκης μου ταγμένη, όμηρο με κρατά και προστασία στέκεται στον ήχο της Σειρήνας..


..Αγαπημένη μου, του πνεύματος η υπεροχή κρατάει το δοξάρι κι όλα τα κάνει μπορετά μονάχα σαν την πείνα του τυφλή, πρώτο βιολί δε βάζει κι ούτε πυξίδα άλογη, τυφλή και ξιπασμένη να τυραννάει το λογισμό και να λογχίζει την καρδιά. Και τα σπουδαία της ζωής, τα πιο σπουδαία, όμορφη μελωδία γλυκά να μας τραβάει στη μέρα σαν ξημερώνει και εξημερώνει την καρδιά του άκαρδου θηρίου του ‘εντός’, που υφαίνει μοναξιά και υψώνει τείχη γύρω. Κι απ΄το προσκέφαλό σου, μ΄ αγκάθι μισερό ξηλώνει όνειρα απ το γερμένο πάνω σου πλευρό μου. Θλιμμένος Ίκαρος λοιπόν, χρόνια στη νύχτα ικέτης, χωρίς φτερά, μονάχα μ ένα όνειρο πετώ. Κι ό ήλιος, ο τεράστιος, ο άτρωτος κι ο δυνατός, φόβο κι επιβουλή το ταπεινό πετάρισμα λογίζει. Και τα φτερά, που νύχτες άντεξαν και πέλαγα και καύμα πόνου και υστέρημα πνοής και παγετώνες χρόνων, αφήνουν το κερί προσάναμμα στου Ήλιου τη θυσία. Για μια σταγόνα θαλπωρή, για μια ματιά, για ένα άγγιγμα τυχαίο του χεριού, που η δίψα της ψυχής η συγγενής και η απ αρχής των λογισμών, χάδι το νιώθει και στοργής φωνή και πρόθεση κι αγάπη το λογίζει..


.. Αγαπημένη μου εσύ, σ΄ όσες σελίδες κι αν κρυφτείς, την κόλαση μου υφαίνεις. Και ξετυλίγεις λογισμούς σαν πέπλα και σαν φλόγες και με το καύμα της ψυχής λογχίζεις την καρδιά και της κρυφής μου πεθυμιάς τραγούδι γίνεσαι. Και άνεμος Αντάρτης. Άνεμος άναρχος κι οξύς κι εγώ φτερό σπασμένο σαν σκόνη αφήνομαι κι αυτός, αλόγιστα και πάλι στον Ήλιο μ ανεβάζει.. να καώ ..»





A ^j^

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

".. καθώς η φαντασία ερήμην ολογράφει τα μελλούμενα .."


Julius von Ehren (1864 - 1944) Möwen an der Alster, um 1905© Julius von Ehren Erben Hamburger Kunsthalle /bpk



".. Πύκνωσαν οι φωνές και τα κομμάτια πάνω στο ακέραιο σώμα του κρυστάλλου μου διαχωρίζονται κι αποχωρίζονται από τους λώρους τους ομφάλιους κι από το νόημα της συνοχής μου με μακραίνουν. Κι απ τα σκορπίσματα της θάλασσας και απ΄ τα περάσματα της πλημμυρίδας και της άμπωτης νωπά ακόμα τα κομμάτια των ναυαγίων. Των ναυαγίων μου στην άμμο τη θορυβημένη. Την άμμο την ακόμα νωπή με ίχνη διαδρομών κύλισης και βημάτων σπαρμένη και πύργων φιλόδοξων και ματαιόδοξων γραφών και σχημάτων με βότσαλα και σπασμένα καλάμια από την απειλή των ανέμων κι απ το μετείκασμα της λάμψης των αστέρων -των χτεσινών αγαπημένων που ξεμάκρυναν αλλάζοντας τροχιές κι απομακρύνθηκαν. Των χτεσινών αγαπημένων, που τη φυγή τους μαρτυρούν τα κόκκινα τα χνάρια τους στο φάσμα του φωτός τους. Και μάχες και στιγμές και πανικούς μεταλαμβάνω. Κι όλο πανιά απλώνω των προθέσεων, να βρω διευθύνσεις οριζόντιες και κάθετες. Να βρω συντεταγμένες, να ορίσω στίγμα, ν ακολουθήσω γι αλλού. Για το ‘αλλού’ το αφηρημένο, των πληγωμένων αποστροφών, των υπερβατικών αποστρόφων, των κομματιών των διπλωμένων και των ανέγγιχτων στις μύχιες τις κρυψώνες ταμιευμένων.
Που είσαι; Πώς να γεμίσω της διασποράς μου τα σκορπίσματα, τα λόγια, τα σημάδια της αφής; Και της απόστασης τ΄ αποσιωπητικά και τα υπονοούμενα; Στις υποθέσεις, που ανοίγουν κι εγκαταλείπονται πλάνητες επαίτες και πλανημένοι ορφανοί πώς ν απολογηθώ και πώς ν αναχαιτίσω το πετάρισμα της ελεύθερης σκέψης σε ουρανούς ανυποψίαστους κι ατρόμητους σε μπόρες και σε κατακτητές των αιθέρων αλαζόνες; Το άρωμα μονάχα, το άρωμα της μνήμης και του ίχνους σου μέσα μου, σαν άλλοθι αρχέγονο, στους υγρούς μου μυκτήρες θα εμφυσήσω. Να μη φοβάμαι την ασφυξία των υποθέσεων και των λογισμών. Το φόβο και τον τρόμο της άλογης υποψίας και της παράλογης επιβουλής θα διασκεδάσω, με το απόλυτο των πιο διάφανων προθέσεων και του αισθήματος την άδολη ματιά. Και θα επιμένω, Αστρολάβος εκεί στο βυθό να λογίζομαι και με το όνομα αυτό στα καλέσματα ν απαντώ των στιγμών των απρόσκλητων. Μακριά απ τη συνάφεια κι από τον πόνο, τον εξ αγχιστείας, που ταιριάζει, που φωνάζει, που ελίσσεται και εξελίσσεται παράλληλα κι ασύμπτωτα κι ανάλγητα και που ανάδελφος δεν είναι και τον ξέρω και με ξέρει. Δίχως μάχες και θόρυβο και όπλων κλαγές και αίμα σταγμένο στα λόγια και στα ίχνη στη μέση των δρόμων. Στα περιθώρια των σελίδων και στον καπνό που ορίζει νέφη μελανά και σήματα κι ανάλεκτα μηνύματα και βέλη πυρωμένα.
Που είσαι; πρόκληση γίνεσαι στην απουσία πνεύματος και η άνευ πνεύματος παρουσία σου με τιμωρεί και μ΄ ατιμάζει καταργώντας με σαν πνεύμα και σαν παρουσία. Και η ανάγκη της ταυτόχρονης συνύπαρξης, που έταξα τη ζωή μου ουραγό, να με πουλά όσο όσο με διαδικασίες συνοπτικές στους αργυραμοιβούς, στους γύπες και στις Ερινύες. Να με εκδίδει στου κάθε εφιάλτη μου τους πρωταγωνιστές και τους κομπάρσους, που μαστιγώνουν και με πονούν ..

Κι εγώ στην κόλαση μου συρρικνώνομαι ...

... καθώς η φαντασία, ερήμην φευ, ολογράφει τα μελλούμενα … "

A ^j^