Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

...











Και όταν θα έρθει και η σειρά σου, έτσι θα σ' αφήσω να πεθάνεις κι εσύ,
γελώντας βαθιά που τίποτα δεν έκανα για σένα
κι έτσι ταχύτατα θα φύγεις, αφήνοντας την πνοή να κυλήσει στο κενό
και αφήνοντας να κλείσει το στόμα,

εκδικούμενος έτσι σε σένα, του δικού μου θανάτου τη φρίκη,
ή ακόμα και της δικής μου ζωής









































Ίσως το καλύτερο να ήταν αυτό, αυτό το έρημο κομμάτι του κόσμου,
όπου το μέλλον και το παρελθόν έσμιξαν σ' ένα νέο κορμί,
ακούραστο ακόμα, ν' ανεβάζει τα βουνά, και να γυρνά τις μέρες,


όμως,
αν ήταν,
ήσυχα θα τερμάτιζα μια νύχτα τους ύπνους όλους, σ' έναν ύπνο
πιο μεγάλο και πιο ήσυχο,
ανίκανος πια για πραγματική χαρά,
ή για λαχτάρα της χαράς,


κι έτσι,
αλλαγμένος από τους σκοτεινούς καιρούς,
σαν εύπλαστη εύθραυστη χάρτινη σκιά,
θα αφανιζόμουν, σ' ένα νεύμα του τίποτα,
όπως εξαφανίζονται τα μέλη μου ιριδίζοντας, σ' ένα διάχυτο κρότο,
μουδιασμένα




















Και όταν θα έρθει και η δική σου σειρά, έτσι θα σ' αφήσω να πεθάνεις κι εσύ,
γελώντας βαθιά, που τίποτα δεν έκανα για σένα,
κι έτσι ταχύτατα θα φύγεις,
αφήνοντας την πνοή να κυλήσει στο κενό,
και να κλείσει το στόμα,
εκδικούμενος σε σένα τη φρίκη του δικού μου θανάτου,
ή ακόμα και της δικής μου ζωής


Ίσως το καλύτερο να ήταν αυτό,
αυτό το ανέφελο παρελθόν κάτω απ' τον ήλιο,
και τώρα, απ' τις ανοικτές σειρές, έρχονται μονάχα οι κραυγές σου



















Και κατρακύλησες κι έπεσες εδώ,
γέννημα των πραγμάτων και σώμα,
που αλλάζεις με τη νύχτα και την εποχή,
για να κρατήσεις τα γεννήματα κι εσύ,
μιας ύλης απύθμενης,
άναρχης


Για να κρατήσεις τα γεννήματα κι εσύ,
των φιδιών και των εντόμων



















Χλωρός, νωπός, ήταν ο θάνατος,
και τώρα έχει ξεραθεί και ζέχνει


Μια κρούστα από ζωές παγιδευμένες, κάτω απ' το χνάρι σου,
ή ανάμεσα στα πλευρά και τη μασχάλη,
όπως αποκαλύπτονται και όπως απομακρύνονται οι οφθαλμοί της πλαγιάς,
και μηρυκάζει ο αμνός, και διαστέλλεται


Στη σκιά πια,
εκεί που εκκρίνουν οι νεκροί τις φυσαλίδες της νιότης,
αφήνοντας την ανάσα να φύγει, να ξεφύγει







Απ' την αρχή ήταν έτσι γνωστό,
πως απ' τη γέννα πεθαίνουν,
και πως τα μέρη της ύπαρξης είναι πολλά,
και τα χτυπήματα της καρδιάς,
και ανοίγουν τα χέρια και κυλά ο ποταμός των βλεμμάτων,
στο δικό τους το άπειρο


Και έτσι, αλλάζοντας τις ισορροπίες των βραχιόνων και των μοχλών,
η μηχανή αλυχτά, ως ένας άλλος οργανισμός,
και, ίσως,
αν κοιτούσες καλύτερα,
αν κοιτούσες καλά,
να μπορούσες ν' αντέξεις,
ή, αν άξαφνα,
τα ρόδα και οι καρποί έσκαζαν στα δέντρα
- μέρα ή νύχτα - της φαντασίας



Τα ξύλα και τα σπαθιά και τα δικά σου τραγούδια, μοιάζουν τρομερά,
και η αφή και η όψη,
και στρέφεις το βλέμμα
και στρέφεσαι,

όμως,

αν ήταν και πάλι να ζήσω,

δεν θα μπορούσα ξανά,

γνωρίζοντας πια τόσο καλά

το τέλος























Θυμάμαι, μες στο μυστήριο του φωτός του απογεύματος,
αυτό το παιχνίδι πάνω στη διάφανη σάρκα του νερού,
ένα παιχνίδισμα στο βλέμμα σου, και τη στροφή του κεφαλιού,

όνειρα, μυστήρια, και τις φωνές των όντων της νύχτας,
σ' ένα σκοτεινό ουρανό απ' αστέρια

Θυμάμαι αυτό,
αυτό που φέρνουν όλα μαζί,
τα φύλλα, οι ρίζες, τα κλαδιά, οι φωνές τους



Ν.