Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Rome



"Η οικειότητα με μια ζώνη αγνωσίας συνιστά μία καθημερινή μυστικιστική πρακτική, όπου το Εγώ, στο πλαίσιο κάποιου ειδικού και ευφρόσυνου εσωτερισμού, παρίσταται μειδιώντας στη δική του αποσύνθεση και, είτε πρόκειται για την πέψη της τροφής είτε για την έκλαμψη του νού, μαρτυρεί, στέκοντας δύσπιστο και επιφυλακτικό, τη δική του ατελεύτητη εγκατάλειψη και διάλυση. Ο Genius είναι η ζωή μας, καθότι δεν μας ανήκει."
(Giorgio Agamben, "Βεβηλώσεις", εκδ. Άγρα)




















Περπατώντας και αναλύοντας τη ζωή, ή τη μοίρα της
αυτή την αγορά την ερειπωμένη
και τα μεγάλα φασιστικά σύμβολα, τα άσπρα παλάτια και τα μάρμαρα
τη μύτη του Μουσολίνι ή τη σιαγόνα, το δάκτυλο του Καίσαρα,
μιά στήλη άλατος και μια στήλη τέφρας
τείχη από τερακότα, λουτρά και αψίδες, στήλες
τις σκοτεινές γωνιές και τις κρύπτες,
τα ασύμμετρα αγάλματα, τα πέτρινα φορέματα
τις πέτρινες στιγμές, δυό κυπαρίσσια,
τα σεμνότυφα μέλη
φορέματα παππικά στη σειρά
στη μεγάλη σειρά από φως
προσευχές μνημειώδεις, χαρούμενους άγγελους
τους ήχους να περνάνε από λόφο σε λόφο,
τις κλίμακες μέχρι ψηλά στον αιθέρα,
απλοϊκές ανθρώπινες μορφές,
απλές φιγούρες, απλά σώματα κι αυτήν την κατάνυξη του πλήθους
τη συρροή των φυλών της γης ...




















Περπατώντας και αναλύοντας τη ζωή, τη μοίρα της
κι αυτή την αγορά την ερειπωμένη των καισάρων
κι ένα δυό σειρές υπόγεια ύδατα του ελέους
και οδούς πολλές οδούς προς όλα τα κέντρα του πόνου
προς όλα τα κέντρα του μεγαλείου
Πόσο μεγαλειώδης να είναι η σάρκα;
Circus Maximus, Appia οδός, Colosseo
κι εσύ με τον πράσινο φόβο, όπως αντηχεί από λόφο σε λόφο
φόβος παλατίνος, φόβος αβεντίνος ή ένα κέλυφος ψηλό
από διαδρόμους και φύλακες
μέσα σ' ένα κέλυφος ψηλότερο
πάνω από ένα κέλυφος ακόμα πιο ψηλό
με τόξα και γωνίες που ανοίγουν και στάζουν
μέσα στη δροσιά, στα περιστέρια και τους γλάρους





















Τα οπίσθια δύο μεγάλων αγαλμάτων, δύο άλογα πλατιά, ένας στρατηλάτης
μια σκάλα που οδηγεί στον κόσμο, κι αυτός ο κορμός και τα καπούλια από φως
χάλκινο φως χρυσαφένιο, τα στήθη από δάση κι ο κόρφος
σκληρός χαλκός λαμπερός μεσα στα χέρια μας, οι θηλές του ρέμου οι θηλές του ρωμύλου
οι θηλές της λύκαινας, οι θηλές μου




















Θέλω να περάσω τις όχθες πέρα, των λόγων, και τη νύχτα
όταν παύουν οι φωνές και οι κραυγές
κι ακούγονται μόνο κάτι τραγούδια της νίκης, και το φεγγάρι
τη νύχτα να περάσω τη σκιά, σε μια πεσμένη κολλόνα
κι όλο το πέταλο της γης, όλη η κοιλιά της ρώμης ν' αδειάσει από ζωή
και να φύγω


μέσα στη νύχτα της
πάνω σε πόδια πάνω σε τροχούς




















να φύγω
πάνω σε πόδια, πάνω σε τροχούς
ν' ακούσω τη ζωή, ν' ακούσω αυτή τη ζωή που αναρίθμητη ζει
στη λάσπη και στα λουτρά, με πορφυρούς χιτώνες
αυτά τα χλωμά, τα θλιβερά φωτάκια των σωμάτων
και τις ασθενικές ανάσες των ονείρων
πάνω στο ξύλινο πάνω στο πέτρινο
πάνω στο ξύλινο, πάνω στο πέτρινο, στο λασπωμένο κρεββάτι των κοκκάλων

Ανίερα κύπελα, χοάνες από γρανίτη και νύχτα

από τις αιγυπτιακές ζωόμορφες σκιές στο λάγνο αίμα




















Τώρα που όλα σκορπίστηκαν σ' ένα κόσμο χωρίς νόημα
τώρα που ξεχνώ τα λόγια μου
κι όλο το κράσπεδο της ύλης υποχωρεί σ' άλλο κράσπεδο
και σ' άλλο και σ' άλλο και τα μέρη στροβιλίζονται και γυρνούν την περίμετρο
ρωτώντας κι αναζητώντας προσπαθώντας να θυμηθούν τι;
τι από τα λόγια του θανάτου
όλους αυτούς τους λαμπρούς επικήδειους
κι όλους τους άλλους τους θλιβερούς σακάτηδες
τους παραμορφωμένους σακάτηδες της ζωής
που ύλη και μορφή και ουσία τους πέταξαν εδώ
σ' αυτή τη λήθη του βόμβου
σ' αυτή τη λίθινη εποχή
τη λίθινη αρένα
σ' αυτή τη μηχανή του αοράτου
σ' αυτή τη μηχανική της τύφλωσης
σ' αυτή τη μεταφυσική των ρευστών
τη ρευστή μεταφυσική της σήψης




















Πολφός, νεύμα, νεύσις, πομφολυγή, ωάρια και κελύφη, μια αμυδρή απουσία, μια αμυδρή παρουσία, τι ν'ανακαλέσεις τώρα πια; και τι μουρμούριζες μέσα στο τράμ; μέσα στο λεωφορείο ή δίπλα στους Διόσκουρους, στο υπερμεγέθες πέταλο, στην πύλη του Κωνσταντίνου, μπροστά σ' αυτόν τον άγνωστο γίγαντα ...
Τι ν' ανακαλέσεις τώρα πια; και πιο ήταν το θέμα ή ο λυρισμός; ένα δάκρυ μπαρόκ ή μια ροδαλή σάρκα, τόσοι φόβοι ζωντανοί μες στις σκιές των ερειπίων ή το δάκτυλο της μοίρας, ο κόσμος, η μάζα του κόσμου που κυλά τη σκάλα του καπιτωλίου
τώρα που όλα σκορπίζονται σ' ένα κόσμο χωρίς νόημα, τώρα που όλο και καλύτερα ξεχνώ στιγμή τη στιγμή, τις στιγμές μου
και μένει μονάχα αυτή η αναμονή αυτή η κουρασμένη, η ταλαιπωρημένη, η βαριά αναμονή, αυτή η ανάσα που βγαίνει πάλι και πάλι
σπρωγμένη σ' έναν αυτοματισμό, σπρωγμένη από έναν αυτοματισμό
πεδικλωμένη, μπουχτισμένη, μπουκωμένη, θρεμμένη σ' έναν αυτοματισμό
ένα αυτόματο κλειδί μιας αόρατης κλειδαριάς, μια πορεία, ο βηματισμός
προς ένα αόρατο τέλος, ένα αόρατο τέρμα
Τώρα που όλα γυρνούν γύρω τριγύρω από αόρατα κέντρα
τώρα που ο κόσμος παίρνει τη θέση του
αυτή τη θέση την άμοιρη, τη μοιραία θέση, τη μοιρασμένη
τώρα που το πλήθος παίρνει τη θέση του, παίρνει τη θέση του και ορίζει
Η ζωή, η μοίρα της ζωής, η αγορά ερειπωμένη
και τα μεγάλα φασιστικά σύμβολα, τα μάρμαρα μιας υποθετικής ανδρείας
τα λευκά μάρμαρα μιας σίγουρης νίκης




















Απ' την ανατολή ο ευφράτης, στο νότο η αίγυπτος, και στο βορρά; τι είναι στο βορρά;

παρεκτός της τέφρας;

Πόσο μεγαλειώδης να είναι η σάρκα;

Φυλλάσσω στα πλευρά μου ένα παράξενο χρησμό

σε μια γλώσσα ξένη, τη γλώσσα μου

Φυλλάσσω στο πλευρό μου ένα μαντείο, ένα μάντη

που κλείνει τα μάτια και κοιτά την ψυχή του

Η απουσία είναι ένας αιθέρας πέτρινος στο φως του ήλιου

κι εγώ το ξέρω καλά πως ήρθε το τέλος του κόσμου, το τέλος μου




















("Ο μάντης", de Chirico)




















"Είχα πει, είχα σκεφτεί, άνοιξε τα χέρια σου, άνοιξε την αγκαλιά σου για μένα
ο πόνος είναι πιο μεγάλος απ' τους ανθρώπους
και η σκόνη η σκόνη αυτό το διάφανο απομεσήμερο, το καθαρό βράδυ
η σκόνη άπειρη γυρνά και γυρνά στο χορό των ατόμων
οι κρυσταλλένιες απολήξεις των άκρων της
αυτές οι τροχιές των αστερισμών μες στο σκοτάδι
οι αφορισμοί για το σύμπαν
κι ούτε που σμίξαμε ποτέ, εσύ, εγώ, η παρέα των φίλων που φιλοσοφούν μέσα στο βλέμμα
οι λυρισμοί και οι λυρικότητες του άστεος
μια πιπεριά και μια μελιτζάνα που ωριμάζει
η δίψα για νερό
ο θόλος της γης και η σχετικότητα της κίνησης
Ρώμη κι εκεί, κι εδώ Ρώμη, κι αυτές οι φουστανέλλες του θάρρους
μέσα στο μπράτσο των ανδρών ή κάτω απ' το δέρμα, ένα τίναγμα
το μεγάλο-σημαίνον, ο θεός ή ο διάβολος, η κρίση του μοντερνισμού
η ουσία της ευγένιας, η ουσία της ζωής, η φύση, η φύση
ο άνθρωπος από χώμα και νερό

Και όταν βραδιάζει (στις δέκα η ώρα) τότε πέφτω για ύπνο
με προσευχές
καλύτερα να πέθαινα μια τέτοια νύχτα μια τέτοια βραδυά
μες στις ανάσες απ' τα φυτά του κήπου που ποτισμένα ευτυχούν
με τα ψάρια γυμνά και τα φώτα της αίγινας
το άστυ κι η πόλη με πνίγει
αυτή η σάρκα η αξόδευτη και η δουλεία η δουλεία
οι φόνοι τόσων μα τόσων γυναικών ..."

Ν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: