Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

"...Germany..."



"...Άνοιξη, άνοιξη πάλι έρχεται με ρομφαίες πύρινες
τα λουλούδια ματώνουν
και λυώνουν οι κρύσταλλοι στα φύλλα μας
και λυώνει και η θλίψη η δύσμοιρη
μετά, κάποτε, ποτέ, πάλι πίσω και πάλι μπροστά
όλο αυτό το κουβάρι το ολόφωτο όλο αυτό το κουβάρι
που τυλίγεται και τυλίγει, αόρατο, ορατό και πάλι
αόρατο και μετά ορατό και μετά πάλι αόρατο
πάλι αόρατο πάντοτε αόρατο - πως αλλιώς;
κι εσύ να ψιθυρίζεις να ψυθυρίζεις..."

Ν.

"...Germany..."



"...Μέλλον μας όλων ο θάνατος
και πριν το θάνατο αυτή η εξαφάνιση
και η ακίδα της κοιλιάς
και αυτό το φαγητό της σκόνης, τα κόπρανα, η πέτρα
της ζωής πάνω απ' τα κεφάλια μας
το πηγάδι της ζωής κάτω απ' τα πόδια μας..."

Ν.

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Α2Ν : 7 '..Then how should I begin /To spit out all the butt-ends of my days and ways? /And how should I presume? ' T.S.Eliot



... Λόγια επίμονα από εκείνα που κάνουν διαδρομές παράλληλες και κάθετες ταυτόχρονα για να γεννήσουν σκέψεις και δράση και κίνηση και πράξεις ανάδρασης και να τραβήξουν μια γωνιά στο σεντόνι και στο πέπλο της αποκάλυψης.
Όχι, δεν έχω μνήμη πια κι η πρόσβαση στα σημάδια επιστροφής είναι ακόμα αντικείμενο διαπραγμάτευσης και θέμα .. 'συνεδρίας ...
Κι αφού ρωτάς, ορίζοντας την απορία στοιχείο πρόκλησης κι επικοινωνίας θα πω πως τώρα, μόλις τώρα μπορώ να γράψω πια, έτσι που οι παλιές μου λέξεις να μοιάζουν αρχαίες και ξεχασμένες.
Δεν έχω αποκόμματα. Μόνο κομμάτια σπασμένα, μικρές ψηφίδες γυάλινες χρωματιστές από μπουκάλια μπύρας πράσινα και καφέ στην παραλία, από όστρακα μικρά κι από φανάρια σπασμένα στις άκρες των δρόμων. Όλα με γωνιές στρογγυλεμένες και λειασμένες από τ αλάτι και την άμμο και από τα τρίμματα των βράχων.
Τώρα, μπορώ να γράψω πια για τη φωτιά κι όχι να παίζω λυπημένα ακόρντα γύρω απ τις φλόγες.
Τώρα, μπορώ και να διαχειρίζομαι χωρίς αμηχανία τη Σιωπή και να τη μεταστρέφω σε εργαλείο επικοινωνίας και προσέγγισης και χώρο να χωρέσει κι άλλον έξω από μένα.
Τώρα, μπορώ και να σωπαίνω, ν ακούω μέσα, βαθιά εκεί που ξεκινούν οι ψίθυροι και οι κύκλοι των ανέγγιχτων ήχων και ν αφουγκράζομαι, όχι για να τα μοιραστώ με τον κόσμο όλο, αλλά να τα χωρίζω στα δύο και να αισθάνομαι και πλήρης.
Τώρα, μπορώ να μοιραστώ ακόμα και τη θολή εικόνα των χνωτισμένων τζαμιών, χωρίς να νοιάζομαι για την παστρική τους διαφάνεια .. μπορώ να την υποθέτω πια και με τα μάτια κλειστά και με τα μάτια..αλλού. Ίσως ..και μέσα από μάτια άλλου …ίσως..
Τώρα, το χρώμα μου δεν είναι πια προφανές, μα εύκολα αναγνωρίσιμο μόνο από κάποιον που ξέρει το φάσμα μου ν αναλύει χωρίς να χρειάζεται πάντα να εξηγώ .. τα πάντα .. Δεν έχω πια αυτή την ανάγκη της εξήγησης, την ανάγκη της εξάρτησης και του θανάσιμου εναγκαλισμού ..
Τώρα, ν αγγίξω έφτασα σχεδόν (βλέπεις δεν τολμώ ακόμα να πω ‘ανακαλύψω’) το μυστικό στοιχείο της αλχημείας μου, τη λυδία λίθο της αλήθειας μου κι έμαθα δειλά να το προφέρω και ν αναγνωρίζω τα σύμβολα και το συμβολισμό του ..εκτός Χημείας : Οξυγόνο ..(..όσο έκρηξη και φωτιά και στάχτη και πόνο και ανατροπή αλλά κι 'ανάσα' μπορεί να σημαίνει τελικά αυτό..)
Τώρα, μπορώ να υποθέσω, ακόμα και με το φόβο του ρίσκου, ξέροντας περισσότερο τι ‘δεν’ θέλω, παρά να κάνω σημαία και λάβαρο πανικού τα ΄θέλω’ και τα ’ξέρω‘ και τα ‘according to the schedule’ …
Τώρα, ίσως και να μπορώ να γράψω σε απλή σχηματική γραφή, πρωτογενή και συμπυκνωμένη στο απόλυτο νόημα, σαν τα ιδεογράμματα των σπηλαίων και σαν τις παιδικές χαρακιές στις φλούδες των δέντρων ..
Τώρα, ίσως και να σκεφτόμουν να το κάνω, εγώ, η λίγη, η ανεπαρκής και η wannabe.. αυτάρκης … Και υποθέτω εσύ το ξέρεις, αν όχι τόσο συνειδητά μα από διαίσθηση, πόσο επιδέξια και άσηπτα χνάρια μέσα μου ορίζουν συντεταγμένες. 'Πόσος' πχ Ελύτης και Borges και Von Neumann ή Bacho …. Ίσως ακόμα να υποψιάζεσαι τα φίλτρα του Tarkovsky ή του Wenders, του Antonioni και του Kandinsky ή του Goya, πίσω απ τα μάτια μου. Τα φίλτρα των σχημάτων και των εικόνων μου στα όνειρα και της αντίληψης του χώρου και του χρόνου και του κόσμου τελικά… (κάποτε θα σου πω για Μουσική για το Μάνο, για τον Getz, για .. για .. μα .. ξέχωρα γιατί θα ξεχαστώ και θα ξεχάσω ..). Και θέλω, θέλω αυτά να μείνουν ‘εκεί΄. Εκεί, που απ έξω ν ακουμπούν το μέσα κι έξω να μένουν για τη χρήση, για το σπόρο κι όχι να γίνονται λουλούδι δανεικό και έπαρση και ‘παρουσίας’ δήλωση κατ’ επίφαση και να μακραίνουν την απόσταση και να βαθαίνουν τα χάσματα και να θολώνουν την επικοινωνία και να χωρίζουν τις διαδρομές .. Άλλωστε -όπως λέει και ο Ρίτσος 'σου'- το θέμα είναι η ένωση κι όχι το ξεχώρισμα ή η διαφορά σαν σημείο υπεροχής και σαν επικυριαρχία..
Και συ μου σφίγγεις το κασκόλ να μη κρυώνω και ζητάς, επίμονα ζητάς κομμάτια και πειστήρια κι αναρωτιέσαι για το λόγο, για την αξία και για το νόημα της εκφοράς του λόγου. Και πόσο ο λόγος ποίηση σαν μιμείται αντέχει της ζωής τα περιγράμματα και τις περιγραφές.. κι αντέχει να χωρέσει χωρίς να πνίξει ή να στριμωχτεί.. Κι όμως καλά το ξέρεις το νόημα δεν είναι στη μορφή ή στου λόγου την εκφορά ή στο ‘σημαίνον’ μα, στο κουκούτσι το κρυμμένο πίσω απ το κέλυφος .. στο σημαινόμενο .. με όποια μέσα, με όποιους τρόπους φτάσεις ν αγγίξεις το μαλακό του πυρήνα … το νόημα της ζωής ή έστω του πόνου και του εφιάλτη και του φόβου και του φύλου και της αγάπης (ξέρεις, ..εκείνης της ..'περίεργης'..) .
Κι οι λέξεις, εργαλεία και λάφυρα και άλλοθι και προπετάσματα καπνού μα και δακτυλικά αποτυπώματα μοναδικά για κείνους που και να μετρούν και να υπομένουν ξέρουν και να αντέχουν και να δέχονται το «συν-και-συν» της Άλγεβρας σου κι εκείνης της 'ιδιόρρυθμης' του .. Boole ..

A^j^

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

"Κάποτε θα βρεθούμε πάλι, ξανά, μαζί .."


video
(Ναύπλιο)

"..εκεί που αναπνοές αφήσαμε.
Και βήματα
και διαδρομές στην εξοχή.
Και εισπνοές.
Και φιλοδώρημα
στο ευγενικό γκαρσόνι.
.........
.........
Κάποτε θα βρεθούμε
πάλι, ξανά, μαζί .
Εκεί !
Κι όχι απ ανάγκη τάχα
ή από θύμηση
μα σαν ακούσια εφαρμογή
απλών μνημονικών κανόνων
κι ασκήσεων μνήμης .."

A^j^

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Α2Ν : 6 ".. διάφανος είπες έγινες κι εγώ ακόμα τοίχος .."

Αλλόφρονας Ιούλιος
"Ο Γενέθλιος μήνας μου στα θολερά λιοπύρια του Καρκίνου μ' έναν απρόσμενον ίσκιο που αναβλύζει δονούμενος από φευγαλέα φρονήματα κληματαριάς -τί άρια ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση... Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα λουσμένο μουσείο που΄χει να δείξει σωζόμενες αστραπές τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία." N.Καρούζος


"... Κι όταν θα ‘ρθεις στις ώρες τις ενδιάμεσες των χαμηλωμένων ήχων θα είμαι εδώ στο χώρο των ιστών τον αβέβαιο, στον τόπο τον ρευστό τον μεταβαλλόμενο, τον απροσπέλαστο να ορίζω σκέψεις με τις λέξεις των δανείων και της κληρονομιάς απ τις συνάξεις των αμφιθεάτρων και των πεζοδρομίων. Αλλά το εδώ και το μετά, το πριν και το τώρα στο χρόνο μου τον στείρο τον πεπερασμένο τον ανταγωνιστή δεν είναι η μνήμη, ούτε κι η λήθη καν στα μονοπάτια αυτά.. Εδώ, στον πυρετό της μόνωσης και της απομόνωσης, της γοητείας και των γοητευμένων, σαν την Πυθία αναμασάω το κουκούτσι της κάθε στιγμής. Το στριμώχνω στα δόντια τη γλώσσα πληγώνοντας, να ρουφήξω της ζωής το μεδούλι το αλμυρό, τις στάλες της κρυμμένης ζωής της ανύποπτης. Γεύση της θάλασσας και της σκουριάς και πίσσα των ακτών στα βήματα. Και μνήμη των καλοκαιριών και των ανέμων των βράχων και της άμμου στα μάτια και στα δόντια ανάμεσα που τρίζουν. Και γύρω, σε δερβίσικο χορό, σε περιδίνηση και παραζάλη οι θεατές που φθόγγους αλαλάζουν γλώσσας περίεργης υποτελούς και μυστικής. Φθόγγοι βαριοί στ αυτιά και ξένοι ήχοι και δύσκολοι να τους αναπαράγεις στο μυαλό, να τους χωρέσεις στον ουρανίσκο, να τους στρογγυλέψεις με τη γλώσσα. Κι εγώ εδώ. Αμήχανα εδώ. Με χρώματα παραλλαγής και χαμένους φθόγγους -τους πολύτιμους φθόγγους μου, ορίζω σημεία καμπής και διαμάχης του πνεύματος και των αρμών και του αρώματος από νυχτέρια μυστικά κι ανάδελφα και υγρασίες και προδοσίες και πληγές και όλα όσα στο δέρμα το εντός φορώ και με φέρουν και με άγουν στα δικά μου νυχτέρια.. Στα δικά μου χαλάσματα, στα ταμεία της νύχτας με στάχτη και σποδό, στους θρήνους τους αθέατους, στα δόντια τα σφιγμένα. Σπονδή σε 'αξιοπρέπεια' γραφείων και υπηρεσιών και διαπάλης του δήθεν και του δέοντος ...
...Τα λόγια, και οι φθόγγοι σου από το πέρασμα και τη μορφή του ανέμου σου, του υπέργειου και του υπόγειου βουητού σου κι από την αντανάκλαση των λόγων της απορίας σου, της πληγωμένης και της παράφορης απορίας σου, της προδοσίας των μελών που κάθε σπιθαμή χαρτογράφησες και έραψες ρούχο να φοράς σε σχόλες και νυχτέρια. Και περιστρέφεσαι ο απαρηγόρητος εσύ, του άδειου χώρου του εντός της μοναξιάς και της μοναχικότητας της εν τω βάθει και της επί πολλοίς. Και δάνεια, δάνεια, δάνεια αναφοράς, μα, εδώ σπαράζει το φρέσκο αίμα και τρέχοντες παλμοί. Και ποια λοιπόν είναι η θέση και ποια η παράθεση; Και που η στίξη και που η αντίστιξη; Κι ο λόγος κι η γραφή πυροτεχνήματα εσωτερικής καύσης κι εσωτερικής θέασης παρά ακρόασης είς επήκοον όλων. Και η κατάθεση του μόχθου και του κόπου και οι υποθήκες από δάνειο ζωής και η παράθεση του λόγου, διαλόγου αφορμή κι αιτία. Κι απ το παράθυρο τ ανοιχτό στην ελευθερία της έκφρασης και της φράσης, της αντίστιξης και της απόστασης και της προσέγγισης και της αναμονής. Κι ο Λόγος – πάντα ο λόγος! Προσωπικός κι ιδιαίτερος με όψεις πολλές και πλευρές και κόψεις και με πρόσωπα πολλά, να σταθεί αντιστέκεται χωρίς προσωπεία. Κι η Αλήθεια, προσωπικά απόλυτη, καθολικά σχετική, ακρόαση κι αποδοχή γυρεύει και σεβασμό κι ενόραση και έμπνευση, ν αγγίξεις το κουκούτσι και το κέλυφος της γύμνιας της και της τιμής της. Της απόλυτης. Σ΄ όποια μορφή, σ΄ όποια εκφορά, σε μέτρο ή σε πάθος, όταν αγγίζει τον τύπο ήλων που ξέρεις τα σημάδια και τους κώδικες τους προφανείς και τους αφανείς και τους συγκαλυμμένους, το νόημα ν αξιωθεί σε χέρια απαλά με στοχασμό ν ακουμπήσει. Κι εγώ Εδώ, αλλά Αλλού. Εκεί που υποθέτεις, ακουμπισμένη και σαστισμένη σε κάποια κύματα απορίας βυθών και χρόνων παρελθόντων και μελλούμενων και ματωμένων.. Και το σκληρό και το τραχύ και το γωνιώδες σαν σχήματα, σαν όγκοι και σαν αναμονές, μακριά τα νύχτωσα και τρέχω. Και τρέχω ασθμαίνοντας υποκατάστατα να βρω, γιατί το ξέρω .. οι σπίθες άναψαν και κατευθύνονται στο μέλλον το εγγύς, δαυλοί και φλόγες και πυρσοί στα χέρια των στρατιών των επαιτών των παραφρονημένων αγνοούντων και των δικών μου των ονείρων και των δικών σου αναφορών .. Είμαστε Εδώ .. θεατές και εισπράκτορες της ίδιας Αλήθειας, έστω κι αν την καλούμε μ άλλο όνομα, αυτή καταλαβαίνει κι απαντά κοιτάζοντας τα μάτια μας και τα σκοτάδια μας πως λάμπουν στο δικό της νεύμα … Και να σ ακούσω θέλω πια κι εγώ σαν άνεμος σιωπής και αντανάκλασή σου. Ν’ ακούσω τους φθόγγους ν’ αρθρώνεις τους δικούς σου με Κεφαλαίο γράμμα στην αρχή και μια τελεία στο τέλος, δίχως παύλα. Και προπαντός χωρίς παρενθέσεις και εισαγωγικά. Και συ να θες να τις λέξεις μου ν ακούσεις, ν ακούσεις προσευχές και ικεσίες και μύχια αποκόμματα ν αναρτήσω πίσω απ το πέπλο και πίσω απ τον καπνό τον επιδέξιο που θολώνει το τζάμι, θολώνει το κάτοπτρο του κρυμμένου πυρήνα και των λογισμών. Κι εγώ σαν θα έρθω στην κουρτίνα πίσω και στο ντιβάνι της αποκάλυψης και της παράθεσης των ονείρων, που μπαίνουν βαθιά στο μεδούλι της μέρας μου, θ ακούσω τη φωνή , την άγνωστη, τη στριγκιά, την τρυφερή και την πονεμένη:
"..Aγαπημένη, αγαπημένη μου, φέρε πίσω τους προσδιορισμούς και τις ώρες μου. Τις μέρες, τις πανσέληνες απάτες σου, τις αυταπάτες σου και τα κρατήματα στις κόχες των ορίων μου, και τις ανατροπές και τις υπερβάσεις και τις καινούργιες διαδρομές τις γέφυρες και τα υποστυλώματα και τα καινούργια μονοπάτια της γεωγραφίας ..". Κι εδώ η φωνή θα κόβεται, θα σπάει σε κομμάτια ψιθύρων και συ θα ξέρεις, θα το ξέρεις καλά πια κι εγώ θα κοιτάω αλλού αδιάφορα με πόνο και πείσμα και πόνο και πόνο. Και συ θεατής στην πλατεία θα γνωρίζεις -νομίζεις- την τραγική ειρωνεία αγνοώντας του δράματος το νόημα. Και πάλι θα ακουστεί η φωνή :"..πατέρα εσύ ..πάρε. Στα χέρια πάρε.. στα χέρια δώσε τα δικά μου το ρόλο πίσω, που ερήμην άλλαξες και θέση τη θέση σου πήρα εγώ παιδί μικρό και σ έχω παιδί και πόνο κι αγκάθι και ανταγωνιστή στην αγκαλιά της μάνας της κοινής και της αιχμής του δόρατος. Του χωραφιού και της πεδιάδας της ηλιόλουστης και της βροχής και της σποράς και της ταφής, πεδίο της μάχης και του ανταγωνισμού, πεδίο και χώρος επιβολής και πόνος δικός μου και πόνος και πόνος και κάρβουνο της μηχανής μου και καύσιμο και άλλοθι και ανάγκη στην αγκαλιά της δικής μου αγαπημένης, που χάνεται και ξεμακραίνει και χάνομαι μονολογώντας: ποτέ πια, ποτέ πια, ποτέ πια!..". Και συ κουρτίνα, πέσε και άπλωσε σάβανο διάφανο στο κρεβάτι του Προκρούστη μου, που δεν έφτανα, που περίσσεψα, που δε χώρεσα και πήρα ακρωτηριασμένα τα μέλη μου πίσω, βωμό στη θυσία, σαν χέρι πιστό του Αβραάμ και σαν Ισαάκ πειθήνιος κι αγαπημένος ταυτόχρονα’ ... "


('Moody's song')


A^j^

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

"...Όμως τι άνιση μάχη τώρα πια..."





"...Όμως τι άνιση μάχη τώρα πια
ατρόμητος να είμαι παρά να σέρνομαι στα πόδια σου..."

Ν.

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

"...Εσύ μοιχέ, εσύ ληστή..."


"...Πήγαινε λοιπόν ζωσμένος την ψυχή
να ξεκοιλιάσεις
ζωσμένος την ψυχή, την ψυχή να ξεκοιλιάσεις..."

Ν.

"...Νους τύρρανος..."





"...άνοιξη άνοιξη ποτέ
μόνο μεγάλιθοι
και στόματα ανοιχτά να χάσκουν..."

Ν.

"...Και η αύρα η αύρα τώρα!..."



























"...το ανέφικτο ακούω, το αδύνατο βλέπω, το παράδοξο κρατώ
ασύμμετρο, κοφτερό, γλιστερό, παγερό
Και το μέλλον έρχεται σφυρίζοντας σαν τραίνο
με τον άνεμο της φωνής
και το μυστικό
σαν χρυσό δόντι κλαίει ακόμα
στα στομάτά τους..."

Ν.

"...Όλα τα αθέτησα όλα τα πάτησα τα πέταξα Όλα σιωπηλά ή χαμηλόφωνα..."


"...Όλα τα αθέτησα όλα τα πάτησα τα πέταξα Όλα σιωπηλά ή χαμηλόφωνα η κραυγή το αηδόνι το αόρατο το πάλευκο φως η όρασή μου η τρελή το ακόντιο το φως του θανάτου..."

Ν.































Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

"...Είμαι μόνος υποθέτω Είμαι μαζί αλλά όχι με σένα..."


"...Είμαι μόνος υποθέτω Είμαι μαζί αλλά όχι με σένα Εσύ πας εσύ πας εσύ πήγες να πάρεις δυο λέξεις και να τις ρίξεις στο κενό της καρδιάς να ξεκουφάνεις τον κόσμο..."

"...Εγώ είμαι με το χέρι το απόλυτο
λίγο χάος και μια λαμπάδα φρίκης
μαχαίρι του χρόνου να χωρίσω στα δυό την καρδιά σου
Που πήγε το γύψινο πουλί το ολόλευκο, δίπλα στο πένθος;..."

"...Βγες έξω, αναστήσου, ζήσε ξανά, μην πεθάνεις
ο θάνατος τι είναι που να μην τον αψηφάς
που να μην το νικάω;..."

Ν.

"...Κι έπειτα να σηκώνω την αγωνία του κόσμου..."


"...Πικρά τα λεπτά οι στιγμές και τα σώματα πικρά όπως σαπίζουν με την ώρα Τα χέρια που τείνουν να πιάσουν τα πόδια να σηκωθούν οι κορμοί να γείρουν κι έτσι μέσα στον ήλιο μέσα στους τοίχους μ' ένα χαμόγελο τρέχουμε ανήσυχοι
Άνοιξέ μου. Άνοιξέ μου να περάσω με τη δροσιά του αέρα. Άδειασέ τη ζωή μου, άδειασε τη μνήμη μου. Να σε κρατώ πρέπει για να πεθάνεις..."


1. The Love Song of J. Alfred Prufrock



S’io credesse che mia risposta fosse
A persona che mai tornasse al mondo,
Questa fiamma staria senza piu scosse.
Ma perciocche giammai di questo fondo
Non torno vivo alcun, s’i’odo il vero,
Senza tema d’infamia ti rispondo.



LET us go then, you and I,
When the evening is spread out against the sky
Like a patient etherised upon a table;
Let us go, through certain half-deserted streets,
The muttering retreats 5
Of restless nights in one-night cheap hotels
And sawdust restaurants with oyster-shells:
Streets that follow like a tedious argument
Of insidious intent
To lead you to an overwhelming question … 10
Oh, do not ask, “What is it?”
Let us go and make our visit.

In the room the women come and go
Talking of Michelangelo.

The yellow fog that rubs its back upon the window-panes, 15
The yellow smoke that rubs its muzzle on the window-panes
Licked its tongue into the corners of the evening,
Lingered upon the pools that stand in drains,
Let fall upon its back the soot that falls from chimneys,
Slipped by the terrace, made a sudden leap, 20
And seeing that it was a soft October night,
Curled once about the house, and fell asleep.

And indeed there will be time
For the yellow smoke that slides along the street,
Rubbing its back upon the window-panes; 25
There will be time, there will be time
To prepare a face to meet the faces that you meet;
There will be time to murder and create,
And time for all the works and days of hands
That lift and drop a question on your plate; 30
Time for you and time for me,
And time yet for a hundred indecisions,
And for a hundred visions and revisions,
Before the taking of a toast and tea.

In the room the women come and go 35
Talking of Michelangelo.

And indeed there will be time
To wonder, “Do I dare?” and, “Do I dare?”
Time to turn back and descend the stair,
With a bald spot in the middle of my hair— 40
[They will say: “How his hair is growing thin!”]
My morning coat, my collar mounting firmly to the chin,
My necktie rich and modest, but asserted by a simple pin—
[They will say: “But how his arms and legs are thin!”]
Do I dare 45
Disturb the universe?
In a minute there is time
For decisions and revisions which a minute will reverse.

For I have known them all already, known them all:—
Have known the evenings, mornings, afternoons, 50
I have measured out my life with coffee spoons;
I know the voices dying with a dying fall
Beneath the music from a farther room.
So how should I presume?

And I have known the eyes already, known them all— 55
The eyes that fix you in a formulated phrase,
And when I am formulated, sprawling on a pin,
When I am pinned and wriggling on the wall,
Then how should I begin
To spit out all the butt-ends of my days and ways? 60
And how should I presume?

And I have known the arms already, known them all—
Arms that are braceleted and white and bare
[But in the lamplight, downed with light brown hair!]
It is perfume from a dress 65
That makes me so digress?
Arms that lie along a table, or wrap about a shawl.
And should I then presume?
And how should I begin?
. . . . .
Shall I say, I have gone at dusk through narrow streets 70
And watched the smoke that rises from the pipes
Of lonely men in shirt-sleeves, leaning out of windows?…

I should have been a pair of ragged claws
Scuttling across the floors of silent seas.
. . . . .
And the afternoon, the evening, sleeps so peacefully! 75
Smoothed by long fingers,
Asleep … tired … or it malingers,
Stretched on the floor, here beside you and me.
Should I, after tea and cakes and ices,
Have the strength to force the moment to its crisis? 80
But though I have wept and fasted, wept and prayed,
Though I have seen my head [grown slightly bald] brought in upon a platter,
I am no prophet—and here’s no great matter;
I have seen the moment of my greatness flicker,
And I have seen the eternal Footman hold my coat, and snicker, 85
And in short, I was afraid.

And would it have been worth it, after all,
After the cups, the marmalade, the tea,
Among the porcelain, among some talk of you and me,
Would it have been worth while, 90
To have bitten off the matter with a smile,
To have squeezed the universe into a ball
To roll it toward some overwhelming question,
To say: “I am Lazarus, come from the dead,
Come back to tell you all, I shall tell you all”— 95
If one, settling a pillow by her head,
Should say: “That is not what I meant at all.
That is not it, at all.”

And would it have been worth it, after all,
Would it have been worth while, 100
After the sunsets and the dooryards and the sprinkled streets,
After the novels, after the teacups, after the skirts that trail along the floor—
And this, and so much more?—
It is impossible to say just what I mean!
But as if a magic lantern threw the nerves in patterns on a screen: 105
Would it have been worth while
If one, settling a pillow or throwing off a shawl,
And turning toward the window, should say:
“That is not it at all,
That is not what I meant, at all.”. . . . . 110

No! I am not Prince Hamlet, nor was meant to be;
Am an attendant lord, one that will do
To swell a progress, start a scene or two,
Advise the prince; no doubt, an easy tool,
Deferential, glad to be of use, 115
Politic, cautious, and meticulous;
Full of high sentence, but a bit obtuse;
At times, indeed, almost ridiculous—
Almost, at times, the Fool.

I grow old … I grow old … 120
I shall wear the bottoms of my trousers rolled.

Shall I part my hair behind? Do I dare to eat a peach?
I shall wear white flannel trousers, and walk upon the beach.
I have heard the mermaids singing, each to each.

I do not think that they will sing to me. 125

I have seen them riding seaward on the waves
Combing the white hair of the waves blown back
When the wind blows the water white and black.

We have lingered in the chambers of the sea
By sea-girls wreathed with seaweed red and brown 130
Till human voices wake us, and we drown.

T.S. Eliot (1888–1965).  Prufrock and Other Observations.  1917. 

"Γνωρίζεις βέβαια, ή ίσως και να μη γνωρίζεις αρκετά, πόσο σημαντικό ρόλο έχει παίξει αυτό το ποίημα στη ζωή μου (όπως και η Τέταρτη Διάσταση του Ρίτσου σε μια άλλη περίοδο, όπως και ο Λόρκα και ο Τράκλ). Γι' αυτό νιώθω υποχρεωμένος να το παραθέσουμε εδώ, όχι μονάχα για το ρυθμό και τον ιδιαίτερο λυρισμό του, αλλά και για τα ... θέματα τα οποία σημειώνει. Θέματα, θέματα, θέματα, ... νιώθω πως έχει φτάσει η στιγμή να μιλήσουμε για κάποια "θέματα" ή μήπως εξαντλείται ο "εσωτερικός λόγος" που θέλει να είναι βαθύς και ... αποκαλυπτικός, βαθιά αποκαλυπτικός, στην ποιητική μορφή; και είναι ο "εσωτερικός λόγος" μονάχα ομιλούμενος; και τι συμβαίνει με τη σκέψη στην αιχμή ή με τα όνειρα ή με το θρησκευτικό αίσθημα ή με την ιστορία της σεξουαλικότητάς μας, με την προσευχή, τον "αυτισμό" όλων αυτών, αλλά και αυτή την "εχθρική, την μη ανταποκρινόμενη πραγματικότητα";
Θέλω να εγκαινιάσω μια νέα περίοδο σ' αυτή την ιντερνετική μας ... πρακτική. Γνωρίζεις βέβαια πως θεωρώ αυτό το ιστολόγιο "όχι σπουδαία πράγματα" όμως "όχι και ασήμαντο", ναι είναι ενδιαφέρον και είναι ενδιαφέρον να έχει ποιότητα, είναι ενδιαφέρον να υπάρξει πραγματική αποκάλυψη, αν πραγματική αποκάλυψη υπάρχει, και τα λοιπά. Μπορεί να ...; 
Then how should I begin /To spit out all the butt-ends of my days and ways? /And how should I presume? 
"

N.

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

A2N : 5 'Mendel vs Mendeleev'..


κι έγραψε ο Ν. :
"...Κι από τα μαλλιά σου κι από τα μάτια σου τι θα πάρω;..."


… κι όλα ανατρέπονται
μικροί και λίγοι στην απουσία και πάντα απροετοίμαστοι και ξαφνιασμένοι. Κι όλο το νόημα το κρυμμένο νιώθεις στου εγώ του φθαρτού τη γέφυρα, στο πριν, στο μετά, στα μέλη και στα γνωρίσματα. Και στα χαρίσματα της σκυτάλης από το χέρι της διαδοχής που παίρνεις, και που θα δώσεις και που θα δοθεί και που θα πάει πιο μακριά κι από όπου έφτασε σε σένα … Και μ ανταγωνισμό και απορία στους νόμους της επιστροφής του δανείου, στα στοιχεία τα απλά και στα πρώτα και στα υπόλοιπα του περιοδικού συστήματος. Κάτω απ τον Ήλιο και σε κρυψώνες προσωπικές και αθέατες στα ταμεία της Νύχτας, γλύφουμε τις πληγές στήνοντας κυκλωτικούς χορούς με τα μάτια σε χρόνο αμετάκλητα παρελθόντα, σε χρόνο αδυσώπητα μέλλοντα, στην εκδοχή μιας επανάληψης και μιας ακόμα ενδεδειγμένης διαδικασίας σε ρόλο πρωταγωνιστή. Και στάζουν και σταλάζουν στα λαγούμια της φυγής και της απορίας μας, οι στάλες της ζωής και οι χυμοί και οι πνοές και τα δάκρυα κι η δίψα. Και σκύβουμε για νερό στις άνυδρες τις μνήμες της φθοράς. Τα δάχτυλα εργαλεία της αφής, τα μάτια μάρτυρες των αποδείξεων. Τι πήρα απ τη σκυτάλη; πόσες διαδρομές και στροβιλίσματα και πίδακες αίματος πορφυροί και λογισμοί της καρδιάς και παλμοί της διάνοιας; Και χρώματα, και μέλη και χαρίσματα αναγνώσιμα απ την όραση κι απ την αφή; Και πόση η απόσταση και πόση η σκέψη;
Κι όλα στο τέλος ένας ανταγωνισμός, μια επιβολή και ένα στοίχημα επικυριαρχίας των νόμων του Mendel κόντρα στον πίνακα του Mendeleev, στο τέλος της υπόθεσης στο ..‘δια-ταύτα’. Και μείς, θεατές της ανάγκης και της αιχμής του βέλους και βορά στων μονομάχων την αρένα ταυτόχρονα. Και τρόπαια ευεργεσίας πιστώνουμε στο χρώμα των μαλλιών, στο σχήμα των μελών και του γέλιου και στων ματιών την ίριδα και στα λοιπά κτερίσματα της σκυτάλης από την εποχή του σπέρματος στου ωαρίου την υποδοχή. Και στην αθέατη πλευρά, το νόημα της ζωής στης μνήμης τα ίχνη και στης καρδιάς την προσέγγιση. Και στο άρμα σερνόμαστε και σέρνουμε χορούς και πανηγύρια και θορύβους και υπέροχα βεγγαλικά εντυπωσιασμού στη μηχανική της διαιώνισης υπακούοντες και πίδακες εκρήξεων και κάμψεις και έλξεις και μάχες και παραιτήσεις. Και χάνουμε τη Σιωπή και τον Ήχο του χρόνου. Και τη φορά του βέλους και την αιχμή. Και τη ροή του αίματος και τους παλμούς και τις φωνές τις χαμηλές και τις υπέρηχες πίσω απ τις πόρτες και τα παράθυρα και τους ψιθύρους τους νοούμενους και τους υπονοούμενους να ξεμακραίνουν ... Κι όλα ανατρέπονται κι όλα ανατρέπονται και μας γυμνώνουν σε κρεβάτια διεκπεραίωσης μικρούς και αμήχανους και έχοντες κενά και χάσματα και θέλω και μπορώ και δίνω και παίρνω και χρειάζομαι και μάχομαι και αμύνομαι και φοβάμαι και πονάω και θυμάμαι και αντέχω και υποκύπτω και εκτίθεμαι και στέκομαι ..και υπάρχω, παρ’ όλα αυτά ..για όσο ..


A^j^

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

"...Κι από τα μαλλιά σου κι από τα μάτια σου τι θα πάρω;..."























"...Πια χωρίς τις δροσοσταλίδες του και χωρίς τους ποταμούς των ιστών, φύλλο και φύλωμα του ήλιου, του απαλού φωτός, χάδι του ανέμου, ξανθό καλοκαίρι με ήσυχα βράδια ανέφελα..."
"...και ούτε δάκρυα πια ούτε και η θέρμη τους που λέμε πως ξέρει και δείχνει την κρυφή καρδιά την κρυφή πληγή..."
"...έτσι όπως αλλάζουν τα πάντα, με το γύρισμα του κεφαλιού,
έτσι όπως ανατρέπονται όλα και εκβαθρώνονται και σύρονται..."
Ν.

"...Πόσος ήλιος χρειάζεται;..."













Ν.

"... Ω!, προετοιμάσου για τις αχανείς εκτάσεις ..."



















"... Μικρό παιδί άδειο στόμα
κι ο ουρανός μικρός κι ο ουρανός άδειος
και πίσω απ' τα μάτια
όσο απλώνει το χέρι σου
ο μύθος των ήχων, ο μύθος του φωτός
ο μύθος του χώρου
άδειο αντηχείο..."

"... Και τώρα σωροί από σάρκες
σάρκες από σωρούς
κι ένα πέλαγο νημάτων
κι όπως ανοίγουν τα μάτια
και ξυπνάς,
θραύσματα ερώτων
πυρώδεις φλογώσεις νευρώδεις σπασμοί
θαύματα-ιστοί ασήμαντα
μεγαλειώδεις διαθήκες κοκκάλων..."

Ν.

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

Full Moon ..


'La canzone del mal di luna' - Nikola Piovani


".. την αθέατη
πλευρά του φεγγαριού
ονειρεύομαι

ζήτημα καρδιάς
ν΄ανακαλύπτεις βράδυ
ένα φεγγάρι .."



A^j^

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Σ-σ-ς!

Η 'σιωπή' ποτέ δεν παύει να συνεπάγεται το αντίθετό της και να εξαρτάται από την παρουσία του: ακριβώς όπως δεν υπάρχει 'πάνω' χωρίς 'κάτω' ή 'αριστερό' χωρίς 'δεξιό', έτσι πρέπει κανείς να παραδεχτεί την ύπαρξη ενός περιβάλλοντος ήχου ή γλώσσας για ν αναγνωρίσει τη σιωπή ... Η 'σιωπή' των πραγμάτων, των εικόνων και των λέξεων είναι η απαραίτητη προϋπόθεση του πολλαπλασιασμού τους. Susan Sondag : Η Αισθητική της Σιωπής (μετ. Ν Ησαΐα)


Δε θα μιλήσω - άλλωστε οι λέξεις μου απλές και χαμηλόφωνες κι ευάλωτες, διαθλώνται στα φίλτρα των περισπασμών σου. Και των θορύβων και των αστέρων γύρω σου των προφανών και των προβλέψιμων. Μικρός, χαμένος Αστρολάβος χάλκινος και ανύποπτος, θα παλιώνω περιμένοντας στα λημέρια των δεινών κολυμβητών σου, στις σπηλιές και στα νυχτέρια σου. Στη μήτρα του γαλάζιου θα περιμένω να καταδύσεις τα μάτια ‘τα εντός’. Σαν έρμαιο δίχτυ ναυαγίου, να τυλιχτώ στη ματιά σου, την έκπληκτη, για να μετρήσει μέσα απ τα οξειδωμένα γρανάζια μου τα σώματα τα ουράνια και τον ορίζοντα, που καθρεφτίζονται στην επιφάνεια και ποντίζονται στους βυθούς μου.
Δε θα μιλήσω με κραυγές και με εκρήξεις και με υπέροχους πίδακες χρωμάτων και με κεντίδια λαμπερά φωτιάς στου φεγγαριού την παραίτηση. Μόνο στη ησυχία την απόλυτη θα επενδύσω, ν αφουγκραστείς τους θορύβους μου τους ελάσσονες, τους λανθάνοντες, τους ‘εκ βαθέων’ και τους περί πολλών ερώτων των ελάχιστων και των μέγιστων, και των παθών και των έρημων και άνυδρων τόπων των παροικούντων ..
Δε θα μιλήσω με χρώματα και φθόγγους φθαρμένους κι από τη χρήση οικείους και προφανείς. Θα επενδύσω σε δυνάμεις αντίληψης και υπέρτατου αισθήματος και συνειρμών και αποχρώσεων και ήχων αθέατων και ανανίχευτων. Των υπέροχων ήχων της απουσίας θορύβου και κραδασμών και γνώριμων διαδικασιών κι επαναλήψεων τετριμμένων. Των ‘ήχων’ της σύμπτωσης και των άφωνων φθόγγων της έκπληξης. Και του αισθήματος των παλμών στους πυλώνες τους κλειστούς ανάμεσα και στις παλάμες τις ζεστές του Φλεβάρη. Και ω ναι ! Στην υγρασία ..Στην υγρασία των μελών, των πτυχών, των ματιών, των σωμάτων. Στην υγρασία της Ζωής και του στερεώματος. Στα δάκρυα. Προπάντων στα δάκρυα της μηχανικής των συγκοινωνούντων δοχείων.
Δε θα μιλήσω. Θα περιμένω ίχνη απ το ..'πέρασμα' χαράματα στο κατευόδιο της μέρας πλάι στην κούπα του καφέ. Με τον αχνό στα δάχτυλα ανάμεσα, σε μια γωνιά θ αναπαύσω τα μάτια, να ελευθερώσω τη δύναμη την αντίρροπη της προσμονής και της γνώσης. Και με σιωπή, με τη σιωπή μου μοναχά θα προκαλώ .. υποθέσεις και εικασίες και αλγόριθμους αποτελεσματικούς και αψεγάδιαστους να δώσουν νόημα και φως και ποθούμενα .
A ^j^

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

l’aiuto dell’ ispirazione ..

Με θέα το Manhattan

από την άλλη όχθη του Hudson River (1997)













..προσέγγιση με αφορμή μια έμπνευση … 

(.. : Mολύβι-και-χαρτί. Πρόβα generale. -Σ' εντυπωσίασα ;; )

Με θέα τον Λυκαβηττό (2007)












..κι ένα 'εύρημα' με άλλοθι την έμπνευση 

( .. : Μολύβι-και-χαρτί. Τελευταία 'παράσταση'. Θα με προσέξεις ;;)

..but maths ...only maths .. ( - 2009)













@ ._



A^j^

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2009

Α2Ν : 4

Fifth Issue, 3ème visible poems Max Ernst

«.. Και θα σταθούμε αντικριστά σε μάτια απορίας και σε λιβάδια διάφανων προθέσεων. Σε χάσματα θολά και σε χαλάσματα. Στις πονεμένες διαδρομές και στις ανούσιες σπατάλες των πεπερασμένων μας, θ ανοίξουμε τις κάμαρες ν’ αναπνεύσουν τα σκοτεινά μας όνειρα. Και στα ντιβάνια της μύχιας αποκάλυψής μας θα εξατμίσουμε σε μυστικές συνεδρίες τα παλιωμένα ηφαίστεια και την καινούργια λάβα. Ψηφίδες απαστράπτουσες του εμπνευσμένου σου στερεώματος και διάττοντες του εκρηκτικού σου θυμικού, του πονεμένου, θα βάλεις στα μαλλιά διάδημα, να στεφανώσεις της καρδιάς το φύλο το κρυμμένο -κι εκείνο της ντροπής, με ταίρι ανάδελφο κι ανάλεκτο και ποθητό. Μονάχα χρόνος, απλός και μονοσήμαντος, και νεογέννητος στο κάθε δευτερόλεπτο. Μονάχα χρόνος θα διατάξει το σεντόνι ν απλωθεί. Καμβάς να γίνει και τρόπαιο. Να απορροφήσει ιδρώτα και προσπάθεια και δάκρυα και πεθυμιά και απώθηση. Ν αποπλανήσει ματιές και βλέμματα, να διασκεδάσει αγωνίες, να διαπεράσει καθρέφτες και κρύσταλλα ιριδίζοντα… Και θα σταθούμε γυμνοί και διάφανοι, ανάμεσα στις στρατιές των εμποδίων μας, στους θορύβους τους επίκτητους και στα ασύμπτωτα καλοκαίρια μας τα παιδικά... Θα ηχοπατήσουμε ανιχνεύοντας στις ιδιοσυχνότητες της σύμπτωσης και της ανάγκης, για να συντονιστούμε εκρηκτικά και αναπότρεπτα σ ένα crescendo αρχέγονης κορύφωσης, στα σπλάχνα τα ενδότερα του αιτιατού. -Κι αχ ! με τον πόνο τον κρυφό, τον νέο, τον παλιό και τον μελλούμενο, θα πορευτούμε φέροντάς τον στο αίμα μας. Θα ταξιδέψουμε, θα ταξιδέψουμε λοιπόν στη νύχτα μας την πίκρα των ανοιξιάτικων κουκουτσιών και των δακρύων στα μάτια. Στο κάψιμο απ της μνήμης τον καπνό και απ τη συνάφεια με ίσκιους, που ήταν δίπλα μας σαν φλόγες μονοδιάστατες και εκρηκτικές και άρπαγες, μονόδρομα ηδονικές και αυτανάφλεκτες. Κι αυτό είναι ένα θέμα ανάσχεσης και διαπραγματεύσεων και αναστολών ..»


A ^j^


Shifted reality (Ν2Α)




















"...Μετατοπισμένη μετατοπισμένη
πραγματικότητα
τα κόκκαλα των ανθρώπων και τα βουνά μετατοπισμένα
κι ο ήλιος ξανθός και πάλι
και με τις ιδέες μου και με τις σκέψεις μου
αναπνέω λύωνω αλλάζω..."
  

Shifted reality (Ν2Α)























"...Ακολουθώντας το νήμα
το πέταγμα της κουρτίνας
στο παράθυρο
σιγά σιγά ξεδιπλώνονται όλα
σιγά σιγά θα ξεδιπλωθούν όλα
και η ανάσα του πανικού ακόμα
θα βρεί τη θέση της
θα βρεί το σκοπό της ..."























Εφηβικά σχέδια

Η σεκάνς της αφίσας(1)























Εφηβικά σχέδια για τη Μ.

Η μνήμη(1)






















Εφηβικά σχέδια

Η σεκάνς του χορού























Εφηβικό σχέδιο

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

A2N : 3

Rising from the Grave-MaxErnst
"..Κι όμως, αυτά είναι στιγμές, εικόνες απ το χτες κι από τις μνήμες κι από τα βάθη του μυαλού κι από το χάρισμα της μούσας και της Tέχνης. Μα εδώ, κραυγές και κρότοι και κλαγές και πόλεμος και αίμα και διαβούλευση. Εδώ, καινούργια ασκιά, γεμάτα νέες εποχές δακρύων και πείνας της καρδιάς και της σάρκας. Κι εμείς, μικροί και μόνοι στους τοίχους μας τους τέσσερεις, στους δεκατέσσερεις και στα κελιά μας τα λευκά με τα ροζ σύννεφα και το άρωμα μιας πρόστυχης γαλήνης. Το χρόνο τον λογίζουμε σαν οίηση γιατρεύοντας τους φόβους μας με ποίηση... Εδώ, με κύτταρα ολάνθιστα και σθεναρά κι ανυποψίαστα και τα ρολόγια σ΄ αντίστροφη μέτρηση, μπροστά ατενίζουμε με την πλάτη ασπίδα στο μέλλον. Να αγνοήσουμε, να ξορκίσουμε, να φοβίσουμε τ άλογα που καλπάζουν αγέρωχα με δρεπάνια και σκόνη και αίμα. Και με πλάστιγγες με ζύγια άδικα στων εμπόρων τα οχυρά, και στις συνάξεις των δουλεμπόρων. Μη προκαλείς, μη προκαλείς τις άμυνες της προστασίας μου, της προστασίας μου για σένα. Θα σου φανερωθώ κρατώντας τη αλήθεια μου, τη φοβισμένη αλήθεια μου, στα δόντια και στα μύχια μου τα τρίσβαθα των νυχτεριών και της ανάγκης... Και το απλό, το απαλό και το προβλέψιμο θα το λογίσεις πια του νου παιχνίδισμα κι ενδοβολή και πράξη θεατρική μιας τραγωδίας... Μα αυτή μονάχα είναι η κλεψύδρα μου κι αδειάζει κόκκο κόκκο... Μη προκαλείς τους φόβους μου! Τ άλογα θα καλπάσουν καταπάνω σου και οι εφιάλτες μου θα ξημερώνουν τα όνειρα της αντοχής σου. Κι αν μείνεις εδώ κι ακόμα αντέχεις, μόνο το χέρι κράτα μου, να συγκρατήσω τα όνειρα καθώς σαν άμμος άνυδρη γλιστρούν μέσα απ τα δάχτυλα... Το χέρι κράτα μου -αν μπορείς, προτού τα δάχτυλα γλιστρήσουνε στη σκόνη .."

«..Και ξαφνικά είδα τον κόσμο να γυρίζει τι πάει να πει νάχεις τα χέρια σου αδειανά..»



A ^j^