Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

"... Τι θα ήταν η ζωή αλλιώς, τι θα ήταν διαφορετικά παρά μια φρίκη, μια φυλακή αναπόδραστη ..."




"...
πάνω στο τραπέζι ένα σώμα αναλύεται
πάνω στο τραπέζι ένα σώμα αναρώνει

και πάμε εγώ και συ στο άδειο σπίτι σαν τους κλέφτες
ανεβαίνοντας τα πατώματα περνώντας τα σύμβολα στους ορόφους
τους πλατείς σταυρούς
αυτούς τους διεσταλμένους πίνακες
να δούμε τι έχει μείνει και να το αρπάξουμε σαν κλέφτες
ένα άδειο όνειρο
ένα μάτσο γραβάτες
ένα ξεχασμένο βιβλίο

κι έπειτα με τον ήλιο ψηλά, ένα τεντωμένο κορμί
το γέννημα της σαρκός σου
..."

Ν.




(Andres Serrano)

"κι αμέσως από την αρχή ως το τέλος περάσαμε
όπως όπως ακολουθώντας ένα λεπτό νήμα αέρα
κι ένα κομμάτι από σκοτάδι μες στις βλέννες"


"... όσο κρατάει ακόμα το μετείκασμα και αυτή η αντήχηση, ο αντίλαλος, η κραυγή, η ευχή σου, η κατάρα σου ..."


"...
Γυμνός στο διάδρομο διπλός εγώ κι η όραση, να κρατήσω ήθελα το παρελθόν
και χάθηκε,
δροσερό σκούρο μάρμαρο, ο καθρέπτης σαν πόρτα απατηλή
κι όπως αφήνει το ίχνος της η ζωή εμμένοντας για λίγο
ενώθηκε το πρόσωπο και άπιαστη η σάρκα του ονείρου
και χάθηκε
και ανεβαίνω ακόμα, πιο ψηλά απ' τον πέμπτο να βρώ τι;
μόνο ένα φάσμα υπνωτικό
τη νεότητά μου
το γήρας σου
όπως το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς
πολύ ψηλά σ' αυτό το αβέβαιο μπαλκόνι
κι από το ανύπαρκτο κορμί σου που σαν υδράργυρος κυλούσε
πάνω απ' τα πράγματα, μέσα στη βρωμιά,
έμεινε μονάχα ένας τρυφερός ψίθυρος και η ανήσυχη ροή του χρόνου
να χτυπάς με το πόδι σου την ώρα
και να τιμωρείς ή να τιμωρήσαι

...

Τι θέλω ακόμα εγώ σ' αυτό το μαυσωλείο
έτσι διεσταλμένος που έγινα
έτσι όπως μεγάλωσε ο κόσμος
νύχτα μέρα ζωή και θάνατος
έτσι διεσταλμένος που έγινα
νεότητα και καρκίνος
αφοσοίωση και εγκατάλειψη
ευχή και κατάρα
ο πέμπτος ο τέταρτος ο τρίτος ο δρόμος αυτό που βλέπουν τα μάτια μου
αυτό που χωρούν τα πλευρά μου
να περπατώ στους άθλιους δρόμους της Αθήνας
και κρώζει κρώζει η καμπάνα δαιμονισμένη
και φωνάζουν οι ζωντανοί σαν τους τρελούς πίσω απ' τους θάμνους
τους πεθαμένους
Τι θέλω ακόμα εγώ νεκρός μες τους νεκρούς απ' τη ΔΕΗ στο σουπερμάρκετ στο φαρμακείο με τα παυσίπονα ένα πλυντήριο και μια σκάλα του σκότους

Από τις άκρες της νύχτας το πρωινό όταν ο ήλιος φτάνει στον ύπνο σου πηγαίνεις εκεί
χωρίς να ξέρεις που πας και ανεβαίνοντας ψηλά θες να κατέβεις κάτω
να ξεσκεπάσεις το κρυφό να δεις το αόρατο
και την πηγή της ηδονής να ακουμπήσεις και πάλι
αυτή που με θάνατο μοιάζει
σάρκα σάρκα σάρκα η ώρα σου έχει έρθει
και όπως χτυπά η καρδιά οι πόρτες ανοίγουν να εισέλθεις
ή να βγεις κι ελεύθερη να πετάς στον αιθέρα, μια φτερούγα μια πλευρά να πεθαίνει και η άλλη να ζεί
ποιαν άλλη λύση να βρώ; ποιαν άλλη ανάσα;
..."

Ν.


(Andres Serrano)

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

"... πως θα το ξέρεις ποιαν εννοώ; ..."




(Joel Peter Witkin)


"...
κι αν άλλαζα τον κόσμο ή τα χέρια κι αν άλλαζα τα πρόσωπα, τα πόδια, το βλέμμα, το κάθισμα
ακόμα και τότε, από τη δυστυχία πως να απέχω, να χαθώ, να χάσω
αυτή τη σάρκα που ξεχειλίζει σαν ποταμός
κι αιχμαλωτίζει κι ανήσυχη περιφέρεται τις νύχτες στο σκοτάδι
όταν κανείς δεν την βλέπει
λεία λεία κόκκινη σάρκα φουσκωμένη με αίμα
ανήσυχη σάρκα ανήσυχα μάτια
κι έρχεσαι τόσο κοντά που μυρίζω το δέρμα
κι αναλύω τα κύτταρα και θαμπώνω τις τρίχες σου
και δύσμορφη η όραση απλώνεται στο πρόσωπο από τη μύτη στο λαιμό
και γεύομαι διογκωμένη τη θλίψη
όμως ποια απ' όλες; πως θα το ξέρεις ποιαν εννοώ; πλατιά; ψηλή; ή πλαδαρή;
έτσι όπως ξεχειλίζουν οι κοιλιές με μια χλωμάδα στα πλευρά μια κίτρινη λωρίδα στα πλευρά
και το κίτρινο του καπνού του απογεύματος, τη στιγμή ή την ώρα
που στα παράθυρα δύουν οι τελευταίες ακτίνες
κι ένα παντελόνι αναλύεται σ' αναφιλητά και βουρκώνει
κι ένα τραπέζι και μια καρέκλα τρίζουν τρίζουν σφυρίζοντας το βλέμμα μας
που χάνεται
..."

N.

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

"... οι λέξεις αυτές άψυχες θα κείτονται στο πάτωμα ... στα μάτια ενός καλοκαιριού νεογέννητου ..."


"...
κι έπειτα πίσω απ' τη σάρκα μας η όψη του θανάτου
κοιτάζει το πρόσωπό της
...
πρόσωπο με πρόσωπο
θάνατος με θάνατο
..."


(αυτοπροσωπογραφία σε T-shirt)

"... μέσα στη σάρκα κατοικείς 
τη σάρκα αυτή την ακαθόριστη 
τη σάρκα αυτή την αόρατη

όπως χτυπούν τα δευτερόλεπτα όλος ο κόσμος σύρεται
οι τοίχοι το πάτωμα το κρεβάτι η ανάσα σου

εδώ και τώρα εκεί και τώρα δίπλα
ένας γίγαντας ξεπατώνει το κορμί σου

και το σύρει και το πετά
και το περνά μέσα απ' τους τοίχους

στον άδειο χώρο να χωρέσει και στην όραση

και χάσκει η άβυσσος στα μάτια μου
όπως γυρίζεις κι όπως αναπνέεις

και πάλλεται η καρδιά σου 
και ματώνει

ένα λεπτό χρειάζεται
και πια δεν υπάρχεις ..."



(αυτοπροσωπογραφία σε T-shirt)

"... κι έπειτα όταν θα περάσει χρόνος πολύς
οι λέξεις αυτές - άλλοτε σαν λεπίδες επικίνδυνες
και φαρμακερές σαν δηλητήρια θανάτου -
άψυχες θα κείτονται στο πάτωμα
σαν καύκαλα λεπιδοπτέρων
στα μάτια ενός καλοκαιριού νεογέννητου ..."

Ν.

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

"... home ..."





















"... σκάλα και πάτωμα εξαφανίζονται
και γέρνουν τα επίπεδα και κρέμονται
κι ήταν εδώ ένα πιθάρι μικρό με λάδι
και τυλιγμένο από αιώνες ένα πανί μιας εποχής χαμένης
δίπλα σ' ένα τσουκάλι κι έναν αργαλειό
όπου το φως σιγά σιγά κι η σκόνη υφάναν
κι από τη μέση δεν αντέξαν οι πέτρες κι ούτε τα ξύλα
τόσα βάθη τόσα σκοτάδια
και χυθήκαν όπως χύνομαι κι εγώ
να βγώ όπως όπως ν' αντέξω που ξεχειλίζουν τα πλευρά
και τρέμουν τα χέρια
που ξεχειλίζουν τα πλευρά και τρέμουν τα χέρια ..."

Ν.




















"... Τι ήθελες; και τώρα τι θέλεις;
Τα πρόβατα καλούν από ψηλά, ένα σκυλί ήρεμο ζωηρό γαυγίζει
οι κότες μυρηκάζουν σχεδόν μέσα στις λάσπες
ένας νεαρός στενάζει μ' ένα μηχανάκι
ένα αρνάκι μάλλον έχει χαθεί ή έστω ανησυχήσει
πολλές φωλιές πουλιών στα κεραμίδια
και λίγο παραπάνω άγριες ζουμερές μολόχες σχεδόν έκλεισαν το στενό
ένα ερειπωμένο παράθυρο κρέμεται από ψηλά
ο ψηλός τοίχος γέρνει
ο βράχος με τη μεγάλη φραγκοσυκιά γελάει μες στα γεράνια

Τα δάκτυλά μου μουδιάζουν
που θα τα βάλεις τόσα πράγματα;
τα όμορφα κρύσταλλα που λάμπουν στο ήλιο ..."

Ν.




















"... Ένα γυμνό όμορφο σώμα το άγγιξε το φως το όμορφο φως
και δίπλα του αργά αργά η σκόνη να φτερουγίζει
Ένα γυμνό σώμα ένα όμορφο σώμα το άγγιξε το φως ένα όμορφο φως
και πάνω του μια άχνα αργά αργά ανεβαίνει
και τώρα μέσα στο κορμί μια γλυκιά θέληση για απόλαυση
και η νάρκωση του ήλιου που δύει
Όλα ζητάνε να υπάρξουν να ριζώσουν
και ρουφούν ρουφούν τις στάλες του νερού τις στάλες του αέρα
και πλαταίνουν ..."

Ν.









































"... πάλι ήρθε
με της ασθένειας την ομορφιά και τη δύναμη
δυνατός και ζωηρός μες τις δυνάμεις του στήθους
που αναπνέει και πλαταίνει 
στον ανοιξιάτικο αέρα
λουλούδι παράξενο των κυττάρων
κι απορημένα κοιτάζουν όλα τα φυτά, τα ποώδη, τα σαρκώδη, οι κάκτοι
και στρέφουν το βλέμμα οι μέδουσες, και έπειτα πάλι κοιτούν τον ήλιο κατάματα
με ορθάνοιχτα στόματα και χέρια και πόδια απλωμένα
με βουβώνες ορθάνοιχτους χαίρονται
κι έπειτα όταν σκοτεινιάσει λιγάκι, ντρέπονται κι αρχίζουν να κρυώνουν
και ρίχνουν πάνω τους ένα λεπτό πέπλο, μες στο απόγευμα, μες στο σκοτάδι ..."

Ν.


Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

".. κι οι χάρτες θα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους εκεί που ο νους μονοπάτια μηχανεύεται .."

ImaginationKnowledge_Einstein

«.. Οι άκρες των δαχτύλων μου, Κυκλωτικές διαδρομές μ ανάλαφρα ποδήλατα στα όρια του προσώπου σου. Στη γεωμετρία των γραμμών σου Εκεί, στο τρίγωνο που σμίγουν τα φρύδια, οι τεθλασμένες των ματιών και οι καμπύλες του χαμόγελου. Στις οξυγώνιες εκφράσεις των φόβων σου και στο αμβλύ μονοπάτι του τρυφερού ύπνου στα μάτια σου. Η θάλασσα μέσα μου, Η πάλη μέσα μου Κι η άμπωτη.. Μες την παλάμη μου ο Λίβας της ανάσας σου, στρόβιλος κι άνεμος και νηνεμία. Όταν αγγίζω με τ’ ακροδάχτυλα τις απολήξεις σου και το περίγραμμά σου σε περι-Έχω και περι-Έχομαι. Κι αυτό, το τόσο προβλέψιμο το τόσο πεπερασμένο ταξίδι όσο δε λέει να ξεκινήσει νοιώθω να μη τελειώνει πουθενά. Νάναι μακρύ χωρίς Ιθάκη Και δίχως λογισμούς. Με μιαν απόλυτη συνέπεια στο κέντρο μου, που ψάχνει ακόμα ψάχνει, μια περιφέρεια ανάδοχο να με περι-βάλει. Στο κέντρο μου να βάλλει, Εντός να με έχει, να με περι-έχει με τη στοργή μιας σκέψης μόνης κι ανάδελφης και σιωπηλά κρυμμένης Κι ακόμα ανώριμης να πλανηθεί σε πλέγματα λέξεων σε σχήματα ήχων, στον απαλό της μίσχο ακροβατώντας πάνω απ το δίχτυ ασφάλειας της τρυφερής ασάφειας του παιδικού σου βλέμματος. Οι αναπνοές σου, Κουκούτσια των καρπών της Άνοιξης στα δάχτυλα, σαν όστρακα ερμητικά κλεισμένα, Σαν πύλες απροσπέλαστες σε τείχη θεόρατα. Σαν τάφρος του ψηλού του Πύργου της γεωγραφίας σου, που σε μακραίνει, από την έκταση των χεριών μου και τις αναμονές στ ακροδάχτυλα απελπίζει κάθε που ξημερώνει αύριο. Λίγο πριν βγει ο Ήλιος - Λίγο μετά, σαν όνομα η μέρα αλλάξει, Θα σε φωνάξω πάλι. Θα σε φωνάξω πάλι με την αθώα ένταση της ξάγρυπνης πνοής, μέσα απ' του ύπνου τον ψίθυρο, μέσα απ τους μίσχους ώριμων σταχυών και μέσα απ του πυρήνα σου την άφεση στα ακροδάχτυλα μου, που άπειρα ν αγγίξουν τ άπειρο τόλμησαν μ έμπνευση κι έγνοια κι όχι από γνώση κι όχι από μνήμες και τριβές, μα με προσάναμμα στης νύχτας την προοπτική την παρουσία του χρόνου σου στο ρεύμα, στους αρμούς και στα σπασμένα μέλη μου, που αιώνες χάσκουν στο κενό και τώρα στο καινό ισορροπούν στις παύσεις και στις σιωπές σου ανάμεσα ..»

A^j^