Γραμμή ευθεία *
ο χρόνος που ενώνει
σήμερα και χθες.
-------
(*) ?
A^j^
Γραμμή ευθεία *
ο χρόνος που ενώνει
σήμερα και χθες.
-------
(*) ?
A^j^
.. ακόμα και στην πιο μικρή υποδιαίρεση του Μίκρο ή του Μάκρο-Χρόνου.
Είμαστε ανοχύρωτοι στην κοσμική τη λήθη που με τάξη και συμμετρία και συνέπεια Χαοτική, επιβάλλει και επιβάλλεται, στα όποια οχυρώματα στα όποια αναχώματα της μνήμης, της φαντασίας, της ανάγκης ή της προοπτικής ..
Είμαστε ανοχύρωτοι στη μνήμη του αίματος που έρχεται και επιστρέφει. Και επαναλαμβάνεται και επιλαμβάνεται και πολλαπλασιάζει γεωμετρικά τα σημεία αιχμής, μειώνοντας ευθέως ανάλογα τα σημεία φυγής, ποντίζοντας τους χάρτες πλεύσης στην παγίδα ρευστότητας ανεπίδοτων συν-αισθημάτων πλήρως ανελαστικών, μ΄ ένα φιλί ερμητικά κλεισμένο στο στόμα κι ένα θανάσιμο εναγκαλισμό στον κόρφο. Είμαστε ανοχύρωτοι και ακάλυπτοι και μόνοι .. Μονάχοι .. Μ΄ ακούς ; ΜΟΝΑΧΟΙ... Και λίγοι, ελάχιστοι, δυσθεώρητοι κι ανύποπτοι.. Σε ποιο πηγαιμό; σε ποιάν Ιθάκη; Σε ποιάν μακρινή διαδρομή; Εδώ! κέντρο και περιφέρεια να ορίζουν και να ορίζονται απ΄ τον ίδιο τόπο .. θα μείνω εδώ - ακούσια! Τον τρόπο και τον τόπο και το 'χρόνο αναζητώντας τον χαμένο' για τη διαδρομή αυτή που .. σύντομη και αθόρυβη ελπίζω νάναι ... Σαν φράση μουσική, σαν χρώμα λανθάνον και σαν Σιωπή εκκωφαντική και ευκρινής .. ”

".. κι από τους ήχους πιο πολύ κι από τον ψίθυρο θα κρατήσω τις άσηπτες σκέψεις στο περιθώριο της άρθρωσης του λόγου, στα άκρα και στη συγκράτηση και στην αναστολή των φθόγγων... Κι από της προσδοκίας τη διάψευση, χρώμα πορφυρό σε φόντο διάφανο της λησμοσύνης θα ντύσω το βόμβο του αίματος. Και νύχτες οριοθετημένες και προβλέψιμες -ταγοί στην επανάληψη και στο μαρτύριο του Σίσυφου, μακριά νυχτώστε. Μακριά αγναντέψτε τις ανατολές των λογισμών κάθε που ξημερώνει πράσινη σαν την πικρή χολή η καινούρια μέρα .. Και όνειρα, όνειρα κι επιβουλές και θύσανοι εισβολέων σε πύλες γκρεμισμένες και ορθάνοιχτες, θα σας παραχωρήσω χώμα και νερό και Πύρρειες νίκες κι αυτή την απουσία της ματιάς μου και του βλέμματος. Κι αυτήν ακόμα την ευεργεσία της πιο ηχηρής μου Σιωπής. Και ήδη σήμερα, σήμερα ξημέρωσε και πάλι χτες .. Και μια μονάχα λέξη για ευχή και άμυνα στα χείλη, αντί για Καλημέρα, σπονδή κι αντίσταση και χνάρι ανάδελφο θ΄ αφήσω .. Μια λέξη μοναχά κρυφή σε φράση : καλή γαλήνη στο γαλάζιο της μέρας σου, καλή στεριά, καλή επιστροφή στους ήχους της καρδιάς, τους απλούς, τους πρώτους, τους πρωτογενείς και τους πρωταρχικούς. Καλή προσγείωση λοιπόν στα κίτρινα λιβάδια του Vincent και στον βόμβο των αμέριμνων τζιτζικιών στην εξοχή της Τοσκάνης, μεσημέρι Καλοκαιριού, στην ώρα της siesta. Εικόνα απωθημένων λογισμών και αντανάκλαση κι ολόγραμμα από τα όνειρα και τις προοπτικές μιας Άνοιξης επελαύνουσας. Σήμερα, ανήμερα της ίσιας μοιρασιάς του καρβελιού στη μέρα και στη νύχτα .."
Munich Jul 2006
-Μα που κοιτάς;
-Με καταργείς με διαφάνεια
-Με καταργείς !
Δε θέλω βλέμμα από τα μάτια σου.
Τη ματιά σου θέλω. -Πίσω απ τα μάτια.
Τα πιο σπουδαία τα κρύβω απ τα μάτια σου.
Για τη ματιά σου μόνο !
Τα προφανή και τα φαινόμενα,
κτερίσματα αφυδατωμένα
και τρίμματα
στη σκόνη του χρόνου,
θαρθούν ταγμένοι οι επίγονοι
ν ανακαλύψουν στις κρύπτες
της απόσυρσης και τη μνήμης.
Μα εγώ μιλάω για υπάρχοντα.
Για Τα ‘Υπάρχοντα’.
Που δεν αντέχουν στη σκόνη.
Που δε φτάνουν καν μέχρι τη σκόνη.
Μιλάω για τα ‘Υπάρχοντα’.
Τα αναλώσιμα,
τα καύσιμα,
τα επι-ΟΥΣΙΑ.
Για το εδώ, το τώρα και το μετά ..
λίγο πριν έρθει η σκόνη.
Με εννοείς;
Με εννοείς;
‘Υπάρχοντα’ όχι με την έννοια του ‘κεκτημένα’.
Αλλά μ εκείνη του ‘Υφιστάμενα’
και ‘εκ των ων ουκ άνευ’ επιούσια
.......
......
(.. έστω και ..‘εν δυνάμει’..)

..Ήταν ο ήχος.. Κι η ανάγκη της αφής του, το πέρασμα απ τη ραχοκοκαλιά ν ανεβαίνει, να διέρχεται, να παρασύρει, να καταλύει σκιές λανθάνουσες και θόρυβο και βόμβο και κρότους. Και έννοιες κραυγάζουσες και αυθάδεις ν απαιτούν προσοχή, να δηλώνουν παρουσίες, απουσίες, φυγές. Το Νερό. Το νερό της βροχής λιμνάζει, ο ήχος προκαλεί, στην άκρη του δρόμου, λιμνάζει. Παρουσία αιφνίδια και πρόκληση. Οι μοίρες και η κλίση των χεριών και η νησίδα ασφαλείας. ‘Νησίδα απομόνωσης’ -οξύμωρη επανάληψη και πλεονασμός σε γλώσσα ξένη .. Και η λάμψη του νερού και η σαγήνη του ήχου και η γωνία πρόσπτωσης και η ελαστική ορμή και οι πίδακες και η πλεύση και ο ήχος -και προπαντός ο ΄Ήχος και οι παλμοί και η ένταση και η κλίση και η απόκλιση και η υπέρβαση. Και ο έλεγχος φυγάς και ρίψασπις και προδότης και Εφιάλτης .. Κι ο ήχος πλημμυρίζει την οσφύ, παραλύει την οσφύ, στη μνήμη παραδίνει την οσφύ. Υγρός, συρτός, ήχος χειλιών και εκπνοή του κύματος στην άμμο και πέρασμα κι ησύχασμα και μνήμες απ τη θάλασσα την Ερυθρά και πλήθος να τη διασχίζει ‘αβρόχοις ποσί’. Και μνήμη και συνειρμός και ζεύξη απ΄ τη νύχτα στο ξημέρωμα κι απ το ξημέρωμα στη μέρα εισβολή .. "Τα λόγια σου να βλέπω, τους ήχους. ‘Όταν αρθρώνεις να βλέπω τους ήχους στο βλέμμα, στο νεύμα, στον ήχο των ματιών, στων φθόγγων την εκφορά, στα κύματα τα παλμικά, στα ομόκεντρα να μπω. Να περιέχομαι. Στη γέννηση του Ήχου της σκέψης να μετέχω .. – Οχι, μη γράφεις, μην αρθρώνεις με γραφή. Τον ήχο θέλω μόνο της σκέψης και του βλέμματος, το πέρασμα σαν πέρασμα μ’ ορμή, σαν ήχος στη ραχοκοκαλιά." Διαδρομή κατά μήκος και εγκάρσια τομή των συνειρμών στης υγρασίας την πρόκληση, στην άκρη του δρόμου, στη στροφή, στην άσφαλτο, κέλευσμα ερωτικό του νερού, που λίμνασε απ της νύχτας τη βροχή, στα ελαστικά τα βιαστικά. Στη μέρα την καινούρια που εισβάλλει ορμητικά σαν Δούρειος Ήχος, με την επιθυμία στους Ήχους της σκέψης μου να μπεις, να εισβάλεις στα μονοπάτια των φθόγγων μου πατώντας. Στου δρόμου μια επικίνδυνη στροφή. Λακκούβα με νερό. Τον ήχο της να πάρω απ τη λάσπη ... τον ήχο μου να πάρεις απ το στόμα, να εισβάλω ελαστικά και υγρά στην άσφαλτο ... να καταργήσεις τη φωνή μου από των πλήκτρων τις κραυγές κι απ τ ακροδάχτυλα …
(..Κι όμως η Νύχτα ντύνεται … Van Gong … στα κίτρινα φανάρια που σπάνε το πρωί. Στη λασπωμένη στροφή. Με 80km/h. Νυσταγμένη …)
Cordoba-April 2007.. Κι εκεί, το τέλος που ορίζεται απ τη σκέψη, που στα πάντα μετέχει κι επεμβαίνει κι ανατρέπει, εκεί το τέλος πάλι ορίζει το λόγο τις αιτίες και τα όνειρα. Την απουσία των ονείρων και τον εφιάλτη των λόγων και των σπασμών και της ανατροπής. Κι η μνήμη, η ξεκομμένη από 'μνήμες' κι από τα ίχνη και τις χαρακιές στο δέρμα και από τις αυλακιές του αίματος κι από τους πίδακες και τα πυροτεχνήματα της αίσθησης της πιο αρχέγονης κι απ τους χυμούς της ζωής κι από τις στάλες των περβαζιών τις λανθάνουσες. Το χώμα κάτω σαπίζει απ το χώμα, κι η υγρασία αλλάζει, αλλάζει πρόσωπο και προορισμό και γονιμοποιεί τους σπόρους της φρίκης και μεταλλάσσεται κι ανάγκη γίνεται και μπόλια ζωής κι ανάγκη για τις μέρες τις επέκεινα, τις μέρες που θάρθουν, τις μέρες τις μελλούμενες που ορίστηκαν για να υπάρξουν .. Και εκεί, οι σπόροι της ζωής δειλά τη δύναμη θα βρουν. Θα βρουν τη δύναμη της σήψης κι εκείνη της φυσαλίδας που ατίθαση μέσα απ του βράχου την ανάσα και τυφλωμένη και τρελή από το πάθος το παράφορο της ατμόσφαιρας, τρέχει ασθμαίνοντας να διαρρήξει τα ιμάτια και το σαρκίο της στην επιφάνεια. Η ζωή φωνάζει, φωνάζει ή παραμιλάει, παραμιλάει ή τραυλίζει και διαγράφει και διαγράφει και περιγράφει νέες διαδρομές σε νέους κύκλους ομόκεντρους κι ομόνοες και όμοιους μα τόσο αλλιώς μα τόσο αλλού, μα τόσο απόλυτα δικούς σου … Μαζί για πάντα αλλά και ξέχωρα και αποκολλημένος και με δεσμά και κρίκους σφραγισμένους θα ταξιδέψεις. Θα ταξιδέψεις τους ρυθμούς των παλμών σου στων ρολογιών τους λογισμούς και με επανάληψη και με επανάληψη των μισητών μοτίβων θα ξορκίσεις τα στηρίγματα κι όλες τις απορίες και τη λαχτάρα και την αποφορά και την ταπείνωση. Και την κατάργηση κάθε καλής σου πρόθεσης και κάθε αθώας προοπτικής και κάθε επιθυμίας και αφής και καταβύθισης στις κόχες και στις άκρες της προσμονής και των ονείρων .. Και τίποτα, τίποτα δε θα χαθεί από τα λόγια κι από τις πράξεις σπαραγμού. Κι όταν της μάχης τα νύχια και της επίθεσης και του διαμελισμού, με το αίμα και τις σάρκες σου ακόμα πάνω, γίνουν στοιχεία στο χώμα απλά, πρωτογενή και αναπλάσημα και εστίες νέων υλικών και βάση λησμοσύνης και υπέρβασης, εκεί θαρθείς μ άδεια σακιά και χέρια πρόθυμα, να μάσεις ώριμους καρπούς από το χώμα κι από τα δάκρυα και απο τους οδυρμούς κάτω απ τους κλώνους τους πολύχρωμους τους πολυκαιρισμένους και τους σκυφτούς με μιαν ελπίδα για νέα σοδειά, για νέα όρια σε νέους δρόμους, νέα σκοτάδια ορίζοντας, μα πια, σε νέες στοές με νέων αποδράσεων χρεία και ορμή και πάθος και αιτία και εμμονή .. Κι είναι Ζωή! Κι αυτό είναι Ζωή ! Το βήμα παρακάτω, το βήμα το δειλό και το μονάχο, το βήμα το ‘χωρίς’ και η έλλειψη, η απουσία κι απορία κι ο πόνος και η ανάγκη τη στιγμή την ύστατη της παράδοσης και της υποταγής στη φθορά να πάρεις τ οξυγόνο μιας θρυαλλίδας και να το ταξιδέψεις στην πιο βαθιά κι απεγνωσμένη κυψελίδα των πνευμόνων σου και να σταθείς γι ακόμα λίγο, γι ακόμα λίγο μέχρι κι αυτό το οξυγόνο να καεί, μέχρι να βγεις στη ζητιανιά για μιας ακόμα θρυαλλίδας παράταση ζωής και μιας ακόμα παρακάτω … μέχρι τα μάτια σου να γίνουν πια αδιάφορα στα χρώματα, μέχρι τα αυτιά σου αδιάφορα να χάσουν την ορθογραφία των ήχων και των φθόγγων και της μουσικής και της φωνής της τρυφερής και της αγαπημένης. Και μέχρι από το δέρμα σου η αφή η αγαπημένη, να γίνει άνεμος και πνοή και σκόνη και ακούμπισμα αδιάφορο ενός επίπλου ή μιας χειρολαβής ή το μανίκι ενός πανωφοριού …

A^j^
[ Ιούνιος 2007 Μεσημέρι/Hypogeum Hal Saflieni - Malta]
A^j^
Και εκεί στην επιφάνεια που συναντάει ο βυθός μου το στερέωμα σου, μια φυσαλίδα μισή ακόμα στο νερό μισή στον ήλιο, να σπάσει ετοιμάζεται, ν ανοίξει, να δώσει την ανάσα του βυθού σπονδή και προσφορά στα σύννεφα και στ άστρα του στερεώματος και της απορίας των δικών σου νυχτεριών και των ονείρων … Κι αν ο βυθός, ο Βυθός μου ήταν μουσική, σπασμένοι τόνοι -ημιτόνια- και τριξίματα ακόρντων και διέσεις και τελείες παρεστιγμένων και παύσεις -κυρίως παύσεις- ολόκληρων και μισών για να αφουγκράζεσαι τις Σιωπές μου, θα ανταγωνίζονταν στην άμμο της ακτής τα όστρακα κάτω απ το πέλμα των βημάτων σου πριν βγει ο ήλιος, Άνοιξη .. ξημερώματα ...