Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν. φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν. φωτογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Rome



"Η οικειότητα με μια ζώνη αγνωσίας συνιστά μία καθημερινή μυστικιστική πρακτική, όπου το Εγώ, στο πλαίσιο κάποιου ειδικού και ευφρόσυνου εσωτερισμού, παρίσταται μειδιώντας στη δική του αποσύνθεση και, είτε πρόκειται για την πέψη της τροφής είτε για την έκλαμψη του νού, μαρτυρεί, στέκοντας δύσπιστο και επιφυλακτικό, τη δική του ατελεύτητη εγκατάλειψη και διάλυση. Ο Genius είναι η ζωή μας, καθότι δεν μας ανήκει."
(Giorgio Agamben, "Βεβηλώσεις", εκδ. Άγρα)




















Περπατώντας και αναλύοντας τη ζωή, ή τη μοίρα της
αυτή την αγορά την ερειπωμένη
και τα μεγάλα φασιστικά σύμβολα, τα άσπρα παλάτια και τα μάρμαρα
τη μύτη του Μουσολίνι ή τη σιαγόνα, το δάκτυλο του Καίσαρα,
μιά στήλη άλατος και μια στήλη τέφρας
τείχη από τερακότα, λουτρά και αψίδες, στήλες
τις σκοτεινές γωνιές και τις κρύπτες,
τα ασύμμετρα αγάλματα, τα πέτρινα φορέματα
τις πέτρινες στιγμές, δυό κυπαρίσσια,
τα σεμνότυφα μέλη
φορέματα παππικά στη σειρά
στη μεγάλη σειρά από φως
προσευχές μνημειώδεις, χαρούμενους άγγελους
τους ήχους να περνάνε από λόφο σε λόφο,
τις κλίμακες μέχρι ψηλά στον αιθέρα,
απλοϊκές ανθρώπινες μορφές,
απλές φιγούρες, απλά σώματα κι αυτήν την κατάνυξη του πλήθους
τη συρροή των φυλών της γης ...




















Περπατώντας και αναλύοντας τη ζωή, τη μοίρα της
κι αυτή την αγορά την ερειπωμένη των καισάρων
κι ένα δυό σειρές υπόγεια ύδατα του ελέους
και οδούς πολλές οδούς προς όλα τα κέντρα του πόνου
προς όλα τα κέντρα του μεγαλείου
Πόσο μεγαλειώδης να είναι η σάρκα;
Circus Maximus, Appia οδός, Colosseo
κι εσύ με τον πράσινο φόβο, όπως αντηχεί από λόφο σε λόφο
φόβος παλατίνος, φόβος αβεντίνος ή ένα κέλυφος ψηλό
από διαδρόμους και φύλακες
μέσα σ' ένα κέλυφος ψηλότερο
πάνω από ένα κέλυφος ακόμα πιο ψηλό
με τόξα και γωνίες που ανοίγουν και στάζουν
μέσα στη δροσιά, στα περιστέρια και τους γλάρους





















Τα οπίσθια δύο μεγάλων αγαλμάτων, δύο άλογα πλατιά, ένας στρατηλάτης
μια σκάλα που οδηγεί στον κόσμο, κι αυτός ο κορμός και τα καπούλια από φως
χάλκινο φως χρυσαφένιο, τα στήθη από δάση κι ο κόρφος
σκληρός χαλκός λαμπερός μεσα στα χέρια μας, οι θηλές του ρέμου οι θηλές του ρωμύλου
οι θηλές της λύκαινας, οι θηλές μου




















Θέλω να περάσω τις όχθες πέρα, των λόγων, και τη νύχτα
όταν παύουν οι φωνές και οι κραυγές
κι ακούγονται μόνο κάτι τραγούδια της νίκης, και το φεγγάρι
τη νύχτα να περάσω τη σκιά, σε μια πεσμένη κολλόνα
κι όλο το πέταλο της γης, όλη η κοιλιά της ρώμης ν' αδειάσει από ζωή
και να φύγω


μέσα στη νύχτα της
πάνω σε πόδια πάνω σε τροχούς




















να φύγω
πάνω σε πόδια, πάνω σε τροχούς
ν' ακούσω τη ζωή, ν' ακούσω αυτή τη ζωή που αναρίθμητη ζει
στη λάσπη και στα λουτρά, με πορφυρούς χιτώνες
αυτά τα χλωμά, τα θλιβερά φωτάκια των σωμάτων
και τις ασθενικές ανάσες των ονείρων
πάνω στο ξύλινο πάνω στο πέτρινο
πάνω στο ξύλινο, πάνω στο πέτρινο, στο λασπωμένο κρεββάτι των κοκκάλων

Ανίερα κύπελα, χοάνες από γρανίτη και νύχτα

από τις αιγυπτιακές ζωόμορφες σκιές στο λάγνο αίμα




















Τώρα που όλα σκορπίστηκαν σ' ένα κόσμο χωρίς νόημα
τώρα που ξεχνώ τα λόγια μου
κι όλο το κράσπεδο της ύλης υποχωρεί σ' άλλο κράσπεδο
και σ' άλλο και σ' άλλο και τα μέρη στροβιλίζονται και γυρνούν την περίμετρο
ρωτώντας κι αναζητώντας προσπαθώντας να θυμηθούν τι;
τι από τα λόγια του θανάτου
όλους αυτούς τους λαμπρούς επικήδειους
κι όλους τους άλλους τους θλιβερούς σακάτηδες
τους παραμορφωμένους σακάτηδες της ζωής
που ύλη και μορφή και ουσία τους πέταξαν εδώ
σ' αυτή τη λήθη του βόμβου
σ' αυτή τη λίθινη εποχή
τη λίθινη αρένα
σ' αυτή τη μηχανή του αοράτου
σ' αυτή τη μηχανική της τύφλωσης
σ' αυτή τη μεταφυσική των ρευστών
τη ρευστή μεταφυσική της σήψης




















Πολφός, νεύμα, νεύσις, πομφολυγή, ωάρια και κελύφη, μια αμυδρή απουσία, μια αμυδρή παρουσία, τι ν'ανακαλέσεις τώρα πια; και τι μουρμούριζες μέσα στο τράμ; μέσα στο λεωφορείο ή δίπλα στους Διόσκουρους, στο υπερμεγέθες πέταλο, στην πύλη του Κωνσταντίνου, μπροστά σ' αυτόν τον άγνωστο γίγαντα ...
Τι ν' ανακαλέσεις τώρα πια; και πιο ήταν το θέμα ή ο λυρισμός; ένα δάκρυ μπαρόκ ή μια ροδαλή σάρκα, τόσοι φόβοι ζωντανοί μες στις σκιές των ερειπίων ή το δάκτυλο της μοίρας, ο κόσμος, η μάζα του κόσμου που κυλά τη σκάλα του καπιτωλίου
τώρα που όλα σκορπίζονται σ' ένα κόσμο χωρίς νόημα, τώρα που όλο και καλύτερα ξεχνώ στιγμή τη στιγμή, τις στιγμές μου
και μένει μονάχα αυτή η αναμονή αυτή η κουρασμένη, η ταλαιπωρημένη, η βαριά αναμονή, αυτή η ανάσα που βγαίνει πάλι και πάλι
σπρωγμένη σ' έναν αυτοματισμό, σπρωγμένη από έναν αυτοματισμό
πεδικλωμένη, μπουχτισμένη, μπουκωμένη, θρεμμένη σ' έναν αυτοματισμό
ένα αυτόματο κλειδί μιας αόρατης κλειδαριάς, μια πορεία, ο βηματισμός
προς ένα αόρατο τέλος, ένα αόρατο τέρμα
Τώρα που όλα γυρνούν γύρω τριγύρω από αόρατα κέντρα
τώρα που ο κόσμος παίρνει τη θέση του
αυτή τη θέση την άμοιρη, τη μοιραία θέση, τη μοιρασμένη
τώρα που το πλήθος παίρνει τη θέση του, παίρνει τη θέση του και ορίζει
Η ζωή, η μοίρα της ζωής, η αγορά ερειπωμένη
και τα μεγάλα φασιστικά σύμβολα, τα μάρμαρα μιας υποθετικής ανδρείας
τα λευκά μάρμαρα μιας σίγουρης νίκης




















Απ' την ανατολή ο ευφράτης, στο νότο η αίγυπτος, και στο βορρά; τι είναι στο βορρά;

παρεκτός της τέφρας;

Πόσο μεγαλειώδης να είναι η σάρκα;

Φυλλάσσω στα πλευρά μου ένα παράξενο χρησμό

σε μια γλώσσα ξένη, τη γλώσσα μου

Φυλλάσσω στο πλευρό μου ένα μαντείο, ένα μάντη

που κλείνει τα μάτια και κοιτά την ψυχή του

Η απουσία είναι ένας αιθέρας πέτρινος στο φως του ήλιου

κι εγώ το ξέρω καλά πως ήρθε το τέλος του κόσμου, το τέλος μου




















("Ο μάντης", de Chirico)




















"Είχα πει, είχα σκεφτεί, άνοιξε τα χέρια σου, άνοιξε την αγκαλιά σου για μένα
ο πόνος είναι πιο μεγάλος απ' τους ανθρώπους
και η σκόνη η σκόνη αυτό το διάφανο απομεσήμερο, το καθαρό βράδυ
η σκόνη άπειρη γυρνά και γυρνά στο χορό των ατόμων
οι κρυσταλλένιες απολήξεις των άκρων της
αυτές οι τροχιές των αστερισμών μες στο σκοτάδι
οι αφορισμοί για το σύμπαν
κι ούτε που σμίξαμε ποτέ, εσύ, εγώ, η παρέα των φίλων που φιλοσοφούν μέσα στο βλέμμα
οι λυρισμοί και οι λυρικότητες του άστεος
μια πιπεριά και μια μελιτζάνα που ωριμάζει
η δίψα για νερό
ο θόλος της γης και η σχετικότητα της κίνησης
Ρώμη κι εκεί, κι εδώ Ρώμη, κι αυτές οι φουστανέλλες του θάρρους
μέσα στο μπράτσο των ανδρών ή κάτω απ' το δέρμα, ένα τίναγμα
το μεγάλο-σημαίνον, ο θεός ή ο διάβολος, η κρίση του μοντερνισμού
η ουσία της ευγένιας, η ουσία της ζωής, η φύση, η φύση
ο άνθρωπος από χώμα και νερό

Και όταν βραδιάζει (στις δέκα η ώρα) τότε πέφτω για ύπνο
με προσευχές
καλύτερα να πέθαινα μια τέτοια νύχτα μια τέτοια βραδυά
μες στις ανάσες απ' τα φυτά του κήπου που ποτισμένα ευτυχούν
με τα ψάρια γυμνά και τα φώτα της αίγινας
το άστυ κι η πόλη με πνίγει
αυτή η σάρκα η αξόδευτη και η δουλεία η δουλεία
οι φόνοι τόσων μα τόσων γυναικών ..."

Ν.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

"... Πόσο μεγάλα ήταν όλα; ..."


(re-photographed)







"...
νυχτερίδες κρύβονται στην παιδική καρδιά
καθώς κατεβαίνεις τις σκάλες
κάτω απ' τον κισσό
φωλιάζουν οι λύπες και οι χαρές ξεχασμένες
άδειες ντουλάπες έρημες πόρτες
και η γυάλινη σφαίρα του κόσμου
αθώο χορτάρι ζωηρό ψηλό ανασαίνει
σκιασμένο απ' τον καιρό
κάτω από ξεχασμένες κληματαριές οι ίριδες
κι εσύ, μετά από χρόνια
εγώ, μετά από χρόνια
κι έχεις τη νυχτερίδα στα χέρια
τι διάφανα φτερά!
Πόσο μεγάλα ήταν όλα;
το πανηγύρι της ζωής
ο κορμός της χαρουπιάς
Τι θέλεις στην παιδική μου φωλιά;
μετά από χρόνια πατάς το χορτάρι μου
πλάσμα της νύχτας
άσχημο πλάσμα
τι διάφανα φτερά!
..."



(re-photographed)


"...
πάνω στα μάτια σου μια σκιά
και πίσω στους κροτάφους ένα σπήλαιο
και χέρια πολλά και πόδια ανακατεμένα
και απο τη λάσπη λουλούδια και σπέρματα
και μια σοφία φρικτή
ο ήλιος που χαίρεται σαν παιδί
ο ήλιος που πεθαίνει σα γέρος
..."


Ν.

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2009

"... θα λυθούν τα γόνατα, τα χέρια και θα λυθούν τα μάγια της γης ..."





(rephotagraphed photograph)



"... 
Χωρίς ενοχλήσεις Άφησέ τον Να γράψει 
Ανέξοδα κάθεται η Μνήμη του 
Και Χαιδεύει τους μηρούς του 
Πριν απ' τον Ύπνο Σε θαυμάσιες κάμαρες  
Η Αντήχηση του εαυτού Αντιλαλεί
H φωνή σου Στις σπηλαιώδεις κοίτες 
Η κραυγή σου  Στη χαράδρα του Αχέρωντα ...



Έτσι φερμένα Όλα  



Κόσμος μετά από κόσμους Μέσα σε κόσμους 

Κοάζει το βατράχι Τρέχει το νερό 

Στο πόδι μου Ένας αφρός από σπλήνα και Έντερα 

Μια Ιστορία μουχλιασμένη Ένα νύχι κόκκορα 

Το ρετσίνι από μια Μυγδαλιά 



Ο Πατέρας μου Πεθαμένος 

Ένας Σωρός από ρούχα 

Μια φωτογραφία Παιδιού 





Πάνω Πάνω Από τη μία Η άλλη Οι στιγμές 
Κι έτσι κι ο τοίχος Το δέρμα μας Το βλέμμα μας 
Πάνω απ' τα μάτια μου Άλλα μάτια Άλλων ματιών 
Και η σύνθεση Θάβεται στις Ρίζες των φυτών
..."



Νήμα κόκκινο, νήμα του αέρα ακούγεται η σιωπή;
μπορείς να δεις αυτό που βλέπω;
Υπάρχουν λέξεις; υπάρχουν λέξεις για να πω την ιστορία μου;
Και μαζί την ιστορία των πραγμάτων;


(Robert Flynt)

Ν.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

"... home ..."





















"... σκάλα και πάτωμα εξαφανίζονται
και γέρνουν τα επίπεδα και κρέμονται
κι ήταν εδώ ένα πιθάρι μικρό με λάδι
και τυλιγμένο από αιώνες ένα πανί μιας εποχής χαμένης
δίπλα σ' ένα τσουκάλι κι έναν αργαλειό
όπου το φως σιγά σιγά κι η σκόνη υφάναν
κι από τη μέση δεν αντέξαν οι πέτρες κι ούτε τα ξύλα
τόσα βάθη τόσα σκοτάδια
και χυθήκαν όπως χύνομαι κι εγώ
να βγώ όπως όπως ν' αντέξω που ξεχειλίζουν τα πλευρά
και τρέμουν τα χέρια
που ξεχειλίζουν τα πλευρά και τρέμουν τα χέρια ..."

Ν.




















"... Τι ήθελες; και τώρα τι θέλεις;
Τα πρόβατα καλούν από ψηλά, ένα σκυλί ήρεμο ζωηρό γαυγίζει
οι κότες μυρηκάζουν σχεδόν μέσα στις λάσπες
ένας νεαρός στενάζει μ' ένα μηχανάκι
ένα αρνάκι μάλλον έχει χαθεί ή έστω ανησυχήσει
πολλές φωλιές πουλιών στα κεραμίδια
και λίγο παραπάνω άγριες ζουμερές μολόχες σχεδόν έκλεισαν το στενό
ένα ερειπωμένο παράθυρο κρέμεται από ψηλά
ο ψηλός τοίχος γέρνει
ο βράχος με τη μεγάλη φραγκοσυκιά γελάει μες στα γεράνια

Τα δάκτυλά μου μουδιάζουν
που θα τα βάλεις τόσα πράγματα;
τα όμορφα κρύσταλλα που λάμπουν στο ήλιο ..."

Ν.




















"... Ένα γυμνό όμορφο σώμα το άγγιξε το φως το όμορφο φως
και δίπλα του αργά αργά η σκόνη να φτερουγίζει
Ένα γυμνό σώμα ένα όμορφο σώμα το άγγιξε το φως ένα όμορφο φως
και πάνω του μια άχνα αργά αργά ανεβαίνει
και τώρα μέσα στο κορμί μια γλυκιά θέληση για απόλαυση
και η νάρκωση του ήλιου που δύει
Όλα ζητάνε να υπάρξουν να ριζώσουν
και ρουφούν ρουφούν τις στάλες του νερού τις στάλες του αέρα
και πλαταίνουν ..."

Ν.









































"... πάλι ήρθε
με της ασθένειας την ομορφιά και τη δύναμη
δυνατός και ζωηρός μες τις δυνάμεις του στήθους
που αναπνέει και πλαταίνει 
στον ανοιξιάτικο αέρα
λουλούδι παράξενο των κυττάρων
κι απορημένα κοιτάζουν όλα τα φυτά, τα ποώδη, τα σαρκώδη, οι κάκτοι
και στρέφουν το βλέμμα οι μέδουσες, και έπειτα πάλι κοιτούν τον ήλιο κατάματα
με ορθάνοιχτα στόματα και χέρια και πόδια απλωμένα
με βουβώνες ορθάνοιχτους χαίρονται
κι έπειτα όταν σκοτεινιάσει λιγάκι, ντρέπονται κι αρχίζουν να κρυώνουν
και ρίχνουν πάνω τους ένα λεπτό πέπλο, μες στο απόγευμα, μες στο σκοτάδι ..."

Ν.


Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

"... Και έτσι με το φώς του ήλιου ..."


αι έτσι με το φώς του ήλιου καθώς ζεσταίνει ο καιρός
ακούγοντας τον πρωινό και το μεσημεριανό άνεμο
αναπολούμε και αναζητάμε το παρελθόν και το μέλλον
χαμένες παιδικές φωνές, θαμένα σώματα, πνεύματα κατεστραμμένα
σπίτια θεόρατα με κρεβάτια φιδιών και βωμούς από αξημέρωτες νύχτες
"ζωντανά αγάλματα" σωμάτων
 τα πέτρινα δάχτυλα
και τα πτερύγια της ανοησίας ...

άνοιξε άνοιξε το σώμα σου στα δυό ..."
























"...
Πήγες λίγο πιο πέρα, πήγες πιο πέρα το χέρι, το αόρατο δάκτυλο
το μεγαλείο παραπέρα, πιο πέρα, 
ένα μαυσωλείο, ένα σπήλαιο
κι έπειτα από την κορυφή κύλισες κάτω
στρέφοντας το κορμί, στρέφοντας το νου
κι ο αέρας σε μια στιγμή
άλλαξε
κι όλο το ψέμα έγινε αλήθεια, όλη η αλήθεια έγινε ψέμα
ψέμα - αλήθεια, αλήθεια - ψέμα, ξανά και ξανά κι έπειτα
ο χρόνος περνά κι από το χνάρι του σώματος τινάζονται ψηλά
κραυγές ελατήρια λυγμοί λέξεις
κι ένα σιδερένιο καρφί που ματώνει και χτυπά
(ματώνει την καρδιά ματώνει την ψυχή)
και το φως συσπάται και θλίβεται το φως
κι απο τους αναπαλμούς μια μάσκα θανάτου φαίνεται
κι ανοίγουν τα στόματα οι μοίρες γερασμένες
κι από τον τάφο ακροπετά στα κυπαρίσια η μητέρα ...
Γλυκό είναι το αεράκι του απογεύματος
και η ώρα τώρα που χορεύει η φαντασία απροσάρμοστη
και συσπάται
Λίγο πιο πέρα κρύβονται τα μυστικά
λίγο πιο πέρα χάνεσαι
και μικροί οι μεγάλοι καθρέπτες εμφανίζονται
όπου μέσα στη λάσπη σέρνονται τα σωθικά σου
όπως σκουλίκια της ηδονής
και είναι λέει ένα χέρι είναι μια αγκαλιά που σαν πούπουλο μυρηκάζει
στις τρίχες σου
και τρυφερή χαϊδεύει την κοιλιά σου στον αιώνα
και έρχονται γλυστερά παιδιά μες τις ποδιές μας
και αγκαλιάζουν τα μάγουλά μας
και τρίβουν τα χέρια μας, απ' την κοιλιά μας γεννήματα
και στις πολυθρόνες μας σήπτονται οι μηροί
τα παντελόνια και χάσκουν, οι πρωινές παπαρούνες
που ντροπαλές κατεβάζουν το κεφάλι στην αισχυμοσύνη ...
Σαν έλασμα, όπως ελατήριο
σαν έλασμα τινάχτηκε κι αστόχησε το βέλος
κι ο στόχος - αδύνατος - πιο πέρα
πιο πέρα απ' το χέρι, το αόρατο δάκτυλο
ένας νους μισός φεγγαρόφωτος
κι έπειτα εσύ
εσύ κι εγώ που από την κορυφή κύλησες και βρέθηκα κάτω
άδειος ..."

Ν.



Κυριακή 10 Μαΐου 2009

"... και τώρα, ακόμα λίγο να μπορούσα του προσώπου την άκρη να πιάσω ..."



(rephotographed photograph)

"... κι έπειτα εσύ
εσύ κι εγώ, που από την κορυφή κύλησες και βρέθηκα κάτω
άδειος
χωρίς πνοή χωρίς ζωή
και άκληροι πεθαίνουμε πλάι πλάι και μόνοι
και είναι που δεν έμαθα να ανοίγω τα μάτια ν' αναπνέω
ή να φυλάω σκοπιά
ή που τα χέρια τυλίσσω γύρω γύρω
κι είναι που σιγά σιγά εξαφανίζεσαι
και θολώνεις και δεν βλέπω καλά την κοιλιά σου ή το κορμί
και το ξανθό χαμόγελο
και μαζεύω τις στάλες, κι απ' το στόμα όταν κυλούν
και με το πόδι κουτσό ανοίγω το φως το σβήνω
και ζεσταίνω νερό, κι ο ήλιος κλαίει
και πλένω τα χέρια μου ξυρίζομαι
και μεγαλώνω
και τώρα, ακόμα λίγο να μπορούσα του προσώπου την άκρη να πιάσω
και νεκρά τα χείλη να πετούν
και να δακρύσουν οι τοίχοι
έρχονται νομίζω όταν καλείς και πάλλονται όπως οι φλεγόμενες βάτοι
και συναθροίζονται διαμελισμένα τα μέλη μας
και αγγίζονται
όπως όταν κοιμόμαστε γλυκά κάποια αιώνια μεσημέρια
που σταμάτησε η καρδιά
και ακίνητο το δέρμα στέκει σαν τύμπανο
με την αύρα της νίκης ..."

Ν.

"... Τι θα ήμουν; τώρα που κοιμάσαι να ξύπναγα κι ανήσυχος την ανάσα σου να φυλούσα κρατώντας τη δική μου; ..."




"... Να αφουκράζομαι σχεδόν Τη ζωή των πραγμάτων Τη δική μου Την άψυχη ζωή Αυτό το μυρηκασμό Που αναμοχλεύει την τροφή μου Αυτό το δηλητήριο Που πικραίνει το αίμα μου Κι αυτή την τρομακτική πυκνότητα Του εδώ Αυτή τη μεταλλική λάμψη Κάπου σ' ένα χρόνο παλιό Σ' ένα τόπο μακρυνό Ένας παραδίνεται στον ύπνο Κι εγώ ανάκατος Μια λάσπη από αίμα Να τιμήσω θέλω Τους τράγους Στο σκοτάδι των βουνών Το σύρσιμο μέσα στα δέντρα Τα ακανθωτά Τα πλευρά Τα οστά γυμνωμένα πια Μια γυναίκα που έπεσε στη θάλασσα Μια άλλη που χάνονταν Στη νύχτα και στη μέρα Ένα γέρο που πέθανε ήσυχα με μια λάμψη Ένα γέρο που πέθανε πικρά Ένα αγόρι Έναν άντρα Που παριστάνει τον Πάνα Κάτω απ' τις βαλανιδιές Ένα στόμα Το χνώτο Το μουσούδι ενός κατσικιού Στο σκοτάδι Τους ανθρώπους τους τυφλούς Τις πηγές που στερεύουν Τις αισθήσεις που χάνονται Αυτή τη χειρουργική της αναισθησίας Και τους βρυχηθμούς των μηχανών Που κουβαλούν τα εντόσθιά μας Το χώμα που μας καταπίνει Και τη βαθιά σκοτεινιά του μυαλού μας Όπου μια ξεχασμένη φωνή ηχεί ακόμα Και μια οθόνη Τρεμοπαίζει Μια φλόγα Τρεμοσβήνει ..."

"Πόσο κοντά να πας στο σκοτεινό ήλιο; ..."

Ν.

Σάββατο 9 Μαΐου 2009

"... ένα βουνό να χωρέσει στην παλάμη μου ..."




"... Έτσι έρχομαι κι εγώ διπλά εστιασμένος κι ανεστίαστος
ανέστιος ανοίκειος
να ζητήσω "ελεημοσύνη απο τον ουρανό"
να ζητιανέψω απ' τον κόσμο
να ζητιανέψω ..."

Ν.

Σάββατο 2 Μαΐου 2009

"... Everything is fear ..."




(ξερά κλαριά, κερί, φύλλο, ipecavom)

'Ακούμπησε το χέρι μου, τι είναι μεγαλύτερο; ο θάνατος ή η ζωή;
Ποιος θα με συντροφέψει στο ταξίδι;
Πως να βαστάξω τόση απουσία;'

"... Θα ονόμαζα την έμπνευση Ρυθμό τυμπάνων Και μουσική της καρδιάς Κάτι συμβολικό μονάχα Και χαρούμενο Αυτό που θέλεις να πεις Θα το 'λεγα αλλιώς Χωρίς να το πω Και έτσι μέσα στην απουσία Σαν μήνυμα κενό Θα αναδίδει την κενότητα Θα έπερνα τα πρόσωπα που είδες Στοιβαγμένα το ένα στο άλλο Έτσι με τον ανθρώπινο σωρό Έρχεται η έμπνευση Σώμα με το σώμα Πρόσωπο με πρόσωπο Ρωγμή τη ρωγμή Θα έπερνα τα πράγματα που ακούμπησες Ένα και ένα Όλα μαζί τα ίχνη Κι έπειτα τα βήματα Τα ρούχα που φοράς Αυτά που φόρεσες Έτσι έρχεται η έμπνευση Έτσι φεύγει η ζωή Ακροπατώντας ..."

'Give me your hand give me your blood give me a proof of the life we have lived
Are you there?
Where are you?'

N.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

"... Home ..."




"... και τα ρούχα αυτά σιγά σιγά τα φορέσαμε σ' αυτά τα σώματα
κι απλώνονται τώρα με το χαρακτήρα του αναπάντεχου
όπου καιρό έχει το φως να αναλυθεί και να αναλύσει
έτσι καθώς αγκαλιάζει σχεδόν αμέτοχο ..."

"... αχ κλείνω τα μάτια και μόνο το κενό αντικρύζω
ένα μαύρο κενό με διάστικτες τιποτένιες εκλάμψεις
κι από το ναό σου δεν περνώ πια
γιατί δε σε πιστεύω ..."

Ν.

Σάββατο 25 Απριλίου 2009

"... από τα χέρια μου, η βελόνα και η μοίρα, α! ανάμεσα στα σιδερένια πόδια, κομμένη πεταμένη, κι εγώ, σταγόνα σταγόνα ..."



"... Σήμερα, τώρα, από το πρωί ως το βράδυ, έξυσα το δέρμα μου, έσκαψα το δέρμα μου, ξύρισα το δέρμα μου
άναψα όλα τα φώτα
κι έτσι, με τον τρόπο αυτό, περιμένοντας ολόκληρη τη ζωή μου, από το πρωί ως το βράδυ
πέρασε η ζωή
γεμάτη λυρισμούς και φόβο
μικρή ζωή όσο το πέταγμα μιας μέλισσας
χωρίς μελίσσι
και θα χρειαζόταν ένας ωκεανός, ένας ωκεανός ύπνου
να ταξιδέψω στις όχθες μου
και ε'ιναι μια χοάνη, μια δίνη βουνών
που απλώνεται ψηλά και ψηλότερα και ψηλότερα
για να δω το χρόνο, το χρόνο το δικό μου ..."

Ν.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

"... κι ευτυχώς η σάρκα μας σάρκα γέννησε, που ανθίζει μέσα σε μιαν άνοιξη ..."




"... φύλλα φύλλα η σάρκα μας, βιβλίο που το ξεφυλίζει ο άνεμος
κι από το ορατό, το αόρατο είναι που απλώνεται και κάθεται
μέσα κι έξω
και ακούω λες όλες τις κραυγές τους
δέκα άνθρωποι δέκα γενιές πίσω δέκα πεθαμένοι κάθονται στην πόρτα μου
δέκα πεθαμένοι για τη ζωή που ντύθηκαν τη νύχτα
κι απλώνουν τα χέρια μέσα στα χέρια μου
και ουρλιάζουν οι ζωές τους σαν άρματα μάχης ή σαν πουλιά
και βομβούν οι φλέβες τους όπως η ώρα που περνά
από σένα έχω ένα ψίχουλο κι από σένα ένα κουρέλι λίγες σελίδες μουχλιασμένες
το χειμώνα, ένα δερμάτινο παπούτσι θαμμένο στο χώμα
ένα μελανοδοχείο σκονισμένο και άδειο
ένα λαβύρινθο από βλέννες και κόπρανα
μια στοά από λασπωμένες λέξεις
ένα εμπόριο αίμματος κρυφού
ένα μέλλον πολύκροτο και απρόβλεπτο, όπου μέσα στο ρίγος εξαφανίζεσαι
μαζί με τη γή μαζί με την απόσταση
και σαν ψέμα ακούω τη φωνή σου, απίστευτη κι άπιαστη
μες στο σκοτάδι των ημερών ..."

N.

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

"...Red..."




"...κι έπειτα είναι που νιώθω πως σε παρασύρω στο κενό
κι έπειτα πως ούτως ή άλλως κι εσύ στο κενό πως πέφτεις..."

Ν.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

"...Είμαστε οχυρωμένοι!..."



(από την έκθεση ... BODIES)

"...Πίσω από μικρά και μεγάλα δευτερόλεπτα
Και πίσω από τη λήθη που άτακτα έρχεται
να θέσει τη δικιά της την τάξη και πρακτική
Μια αιμάτινη συρροή σπόγγων σαρκός
Σήψη και αργόσυρτη αναμονή..."

Ν.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

"...What my father told me..."

"...Μπορούσες ν' ακούσεις θρήνο πιο εκμαυλιστικό;..."





















"...Και το τραγούδι του νερού δίπλα στο δέντρο γνωρίζει από παλιά αυτό που εγώ, νέος, έχω ξεχάσει, μεσα στα αιφνίδια γηρατιά της γροθιάς, στα αιφνίδια γηρατιά του βουβώνα, της μνήμης..."

Ν.

"...Μεγεθυσμένοι θύσσανοι άφθας στο στόμα του ουρανού..."






















"...Μεγεθυσμένοι θύσσανοι άφθας στο στόμα του ουρανού,
λευκασμένοι και ασπρισμένοι στον ήλιο..."

N.


"...Δείτε, η Φύση μου μιλάει!..."

"...Everything..."

















"...Όλα, οι φωνές και οι συμφωνίες της άνοιξης, όλα, τα καλοκαιρινά τείχη και οι δυσανάλογοι ορισμοί..."

Ν.