



A^j^



Max Ernst- Are You In There?
"..Θα ονόμαζα την έμπνευση Ρυθμό τυμπάνων Και μουσική της καρδιάς Κάτι συμβολικό μονάχα Και χαρούμενο Αυτό που θέλεις να πεις Θα το 'λεγα αλλιώς Χωρίς να το πω Και έτσι μέσα στην απουσία Σαν μήνυμα κενό Θα αναδίδει την κενότητα.. Έτσι έρχεται η έμπνευση Έτσι φεύγει η ζωή Ακροπατώντας .." Ν.
Απών 'Εσύ', μα νάσαι 'Εκεί', να χωράς, να βρίσκεσαι, να περιέχεσαι ερήμην μου στο χώρο που μου παραχωρείς με πράξη δωρεάς και μεγαλόψυχης απόστασης ασφαλείας... Να τον γεμίσεις με σένα, μ’ όσο αντέχει ένα 'κενό' την παρουσία του να δηλώνει, ν' απλώνει, να ξεδιπλώνει ερήμην μου.. Να περιέχει 'όλα όσα..'. Ν' αφήνει έξω 'άλλα τόσα'.. Σα μήνυμα κενό, θ'αναδίδει τη μελωδία και το άρωμα της ανεξαρτησίας των αποσιωπητικών σου. Ένα μονάχα μήνυμα, σε μπουκάλι κενό περιεχομένου -κι όχι κενό ΑΝΕΥ περιεχομένου.. Σ΄ όλη αυτή τη διαδρομή της μοναξιάς και της απόκοσμης σοφίας, της ακοινώνητης σοφίας της σιωπής σου, να φανταστώ μονάχα, να υποθέσω ένα χέρι, κι έναν καρπό χυμών και δάχτυλα και αίμα να θροΐζει σε γαλάζιες ανάγλυφες αρτηρίες και φλέβες αίματος επιστροφής και νάναι 'εκεί' για πράξεις, για υποδοχές και για επιφυλάξεις και μες στη φούχτα να φυλακίζει αυτό που χάνεται απ' τα μάτια κι από τα ρίγη του δέρματος εξατμίζεται και σαν χαρμόσυνο ή σαν απεγνωσμένο στη μνήμη να φυγαδεύει το μέλλον σου. Σ΄ όλη αυτή τη διαδρομή της απόστασης, της σύμπτωσης, της αφής, της επαφής, της σχέσης, της ανάσχεσης.. Σ΄ όλη αυτή τη διαδρομή, στο δρόμο αφήνω τελείες αποσιωπητικών και εσύ, μονάχα εσύ, που κλείδωσες το νόημα θ' αποφασίσεις την τελευταία. Μονάχα εσύ, που από τα πρώτα κλάσματα του χρόνου πρώτο σ΄ αξίωσε η σκέψη να τη φωνάξεις ''Εμ-πνευση'..
.. Την παύλα όμως, θα στη χαρίσω εγώ.. ψιθυρίζοντας ένα τραγούδι που σου χάρισε η 'απορία' ενός αποχωρισμού ή ..το παράπονο μιας ανατροπής :
'Give me your hand give me your blood give me a proof of the life we have lived
Are you there?
Where are you?' Ν.
A^j^



"..I will stay always an ideal and worthless lover of distant travels and blue seas, and I will die one night as all the other nights, without threading the misty line of the horizons..." Ν.Καββαδίας
".. Λόγια μεγάλα πάλι και πάλι λόγια, ατόπημα και ενοχή και κάθαρση. –Την άλλη κιόλας τη στιγμή μετανοώ και επανέρχομαι. Και πάλι πίσω, επαίτης στην τυραννία των 'θέλω'!. Συνισταμένες ψεύτικες(;) πάλι θα με πλανέψουν, σαν πρόκληση και σαν υπόσχεση απατηλή για μια ισορροπία επισφαλή κι εφήμερη και άνεμος περαστικός και Λίβας.. Κι αλήθεια -αυτή η 'αλήθεια' σου, προορισμός της διαφυγής μου και καύμα της ερήμου κι αντικατοπτρισμός και χίμαιρα.. Κι εδώ, της νύχτας η ορθογραφία και οι συλλαβές, οι ανορθόγραφες και οι άτονες, χωρίς χροιά. Στο δέρμα το εντός μου, καύματα και ξεσκίσματα και των ονείρων ράκη και πλέγμα των χεριών αμήχανο κάτω απ το προσκέφαλο. Η παράλυση των αρθρώσεων και η άρθρωση των φθόγγων, γραμμές στη σκόνη και κύκλοι ομόκεντροι -χοροί κυκλωτικοί και παραζάλη. Στις λασπωμένες, στις λασπωμένες τις λακκούβες, όμορφα σχήματα εφήμερα σε υπνοβασίας βήματα. Θα καταλήξουμε εκεί που η απορία δε θάχει λόγο πια. Εκεί θα καταλήξουμε με μάτια έκπληκτα ψηλαφίζοντας με τ ακροδάχτυλα στην ασάφεια του μουχρώματος. Το αίμα, το αίμα μου που φέρω, θα μεταφέρω στα μάτια να δει την όψη της αλήθειας και της απορίας σου. Και απόδειξη να γίνει η παρουσία των ρανίδων στα μάτια μου. Απόδειξη σύμπτωσης στην ίδια κοίτη, της μνήμης των πόνων σου και των φόβων της μνήμης μου.. Κι ακολουθία πρώτων αριθμών, μοναχικών και μόνων σε νύχτες και σε σκοτεινά δωμάτια της περισυλλογής ή της διάχυσης σε σύμπαντα αδιάφορα και ξένα σαν σώματα μιαρά. Απλές φωτογραφίες είμαστε, χάρτινες, σε αδιάβροχες κορνίζες σαν όλες τις ζωές που πέρασαν σκυφτές κάτω απ τις νεραντζιές με τα λουλούδια και τα φορτωμένα κλαριά, να κλέψουν λίγο άρωμα, να βάλουν, να τρυπώσουν στα πνευμόνια λίγη γύρη, να κάνουν τα νυχτέρια τ ανέλπιδα υποφερτά και κατευόδιο.. Κι εκεί, κοντά στους ανεμόμυλους, ιδανικοί και ανάξιοι εραστές των πόντων, των ψηφίδων και των όστρακων θα μείνουμε, σε βάθη απίθανα και υπέροχα και απρόσιτα μα, πάντα δύσκολα να πιστευτούν όταν εικόνες τους και είδωλα φλογίζουνε τα μάτια μας και ξεπηδούν σ επίρρωση των λόγων μας μιλώντας. Και πάντα στη σκιά, στο μούχρωμα σαν όλες τις χαμένες ψηφίδες, περνάμε και χανόμαστε ανύποπτοι. Εμείς, αυτόχειρες ιδανικοί, στων ποντισμένων 'άπιαστων' ονείρων μας να δίνουμε 'παρόν', σε μιας αιωνιότητας καρτέρεμα για μιας στιγμής προσέγγιση αιωνιότητας .."
A^j^

Χαλκίδα 20-04-09
“.. Trois allumettes une à une allumées dans la nuit
-La premiére pour voir ton visage tout entier
-La seconde pour voir tes yeux
-La dernière pour voir ta bouche
Et l’obscuritè tout entière pour me rappeler tout cela . En te serrant dans mes bras ..”
Jacques Prevert
“.. Μαλακά να σβήνουμε τη μέρα μας /κοιτάζοντας τα μάτια /υγρά να κατοπτρίζουν τις φλόγες του κόκκινου /του τρίλυχνου κεριού. /Και μια ησυχία, φλύαρη αισθήματος, /να ισορροπεί σα σχοινοβάτης στην ευθεία /-που νήμα αόρατο ενώνει τις ματιές /και καταργεί το θόρυβο /τριγύρω των ανθρώπων- /Καθώς η θάλασσα ονειρεύεται ένα πέλαγο. /Καθώς η θάλασσα ονειρεύεται έναν ωκεανό. /Καθώς η θάλασσα απλώνει τα μανιασμένα της κοπάδια. /Καθώς η θάλασσα ταπεινή απλώνεται . /Έξω, ακριβώς μια δρασκελιά /απ τ ανοιχτό παράθυρο..
/..Στ' αλήθεια, στ' αλήθεια είμαστε οι ίδιοι στο σκοτάδι; /Η μήπως μέσα σε καθρέφτες αντανάκλασης /αυτή η μορφή ταιριάζει πιότερο /στις σκέψεις /-ή στις προθέσεις μας; /Ή τάχα σταματά στα μάτια μας, /εκεί, που η Άβυσσος καλεί να ποντιστούμε; /Εκεί, που ξέρεις πως δε βγάζει πουθενά, /ούτε ακόμα εκεί, /στις αλυκές με το πικρό τ αλάτι; ..”
"..A bit of Abyss in a glass, a bit of Abyss in clouds of smoke, a bit of Abyss always dark, hungry and unfulfilled. .." sybiris
A^j^

“..Όποιος πόνεσε μέσα στη ζωή, όποιος έκλαψε σαν μικρό παιδί
τώρα τίποτα πια δε σου ζητά μόνο στ' όνειρο θα σ' αναζητά. Άσπρο περιστέρι μες τη συννεφιά ..” Ν.Γκάτσος /Μ.Χατζηδάκις
«..Στο χρόνο το δικό σου αποφασίζεις.. Κι απ τους πυλώνες μου περνάς και εισβάλλεις σαν τη Θάλασσα. Σαν θάλασσα, σαν κύμα από σεισμό φερμένο και σαν άνεμος κυκλωτικός και στρόβιλος. Και στο μυαλό παράλυση και στους νευρώνες μέγγενη και στους αρμούς αγκύλωση και καύμα των μυών. Κι ώσπου ν αντέχω, κι ώσπου να 'είμαι', εσύ σφιχτά θα με κρατάς να μου ορίζεις όρια. Και στην ανάσα μου θα ορίζεις περιθώρια κι ακόμα και σ αυτούς τους λογισμούς κι επικυρίαρχος και πορθητής και αλαζόνας θα μένεις φορτικά και θα εμμένεις κέρβερος και απειλή και πείσμων. Κι ώσπου ν αντέχω, αγαπημένος και παιδί μικρό, σφιχτά απ το χέρι με κρατάς. Κι υστέρα, κι ύστερα το χέρι δίνεις, το χέρι μου το δίνεις στους εχθρούς. Στο Φόβο, εσύ με παραδίνεις θύμα, θυσία, διαφυγή ή ευεργεσία. Κι έρχεσαι αντίπαλος και δάσκαλος και γνώστης και σοφός. Σινιάλο θύελλας ερήμιν και χαμού και τέλους προάγγελος και προστασίας άγγελος και τιμωρός μαζί. Στο δέρμα και στα κόκκαλα και στους αρμούς εισβάλλεις και κάθε σπιθαμή μου ληστεμένη και γυμνή και τετραχιλισμένη νερό και χώμα στα χέρια τα δικά σου αφήνει ταπεινά. Κι από τους δρόμους της ανάσας μου περνάς κι απ τα τοιχώματα, που στρόβιλοι του αίματος περνούν κι ίχνη χαράζουν και περάσματα και διαδρομές με το ρυθμό των παλμών και με του πάθους και των πόθων τους ρυθμούς και στο crescendo κάθε φόβου, ακόλουθος και αυλικός και κόλακας στο χρώμα της χολής και μισερός προδότης. Και στο κατόπι παίρνεις την ανάσα και την πνοή και στους μυκτήρες απολήγεις στεναγμός και καύμα της ψυχής στα χέρια σου, που πάσχει. Και ήχος βογγητών και σπάραγμα βουβό και ψίθυρος και ικεσία των σπλάχνων και των εγκάτων κάθε λογισμού της λογικής και της καρδιάς των πληγωμάτων της αγάπης. Το ίχνος και η μνήμη σου μαύρες γραμμές, διαδρομές φωτιάς στα κίτρινα χωράφια με τις θημωνιές και τα θερίσματα -συγκομιδή των χρόνων και των λόγων και της βαθιάς της πεθυμιάς της ξεχασμένης κι εκείνης που δεν έστερξε τόπο να βρει κι αέρα και τρόπο και φωνή, να δώσει το παρόν στο κάλεσμα και στ όνομά της να φωνάξει: ‘Είμαι !’. Σε είπαν δαίμονα και ερινύας αυλικό. Σε είπαν δύναμη ανάσχεσης και πλήγωμα και γνώση και προστάτη. Σε είπαν αίσθηση του χρόνου που διαρκείς και της φθοράς παραίσθηση και αναπόφευκτη στροφή πριν απ το τέλος της διαδρομής μέχρι το φτάσιμο για ‘'κει’ .. Σε είπαν κόλασης ιδέα και προάγγελο και παραδείσου τίμημα και οφειλή κι αντάλλαγμα και δάνειο ζωής κι υστέρημα και πίκρα .. Μα εγώ σε νιώθω μέσα μου. Και πάνω μου. Και γύρω μου. Και εκτός .. και σε φωνάζω ΠΟΝΟ ..»
A^j^
“..Πέρασε, πέρασε ο Αχέροντας, πάγος νερό και νύχτα κρύα, γύρω στις τέσσερεις που αλλάζει βάρδια ο ύπνος ή που γυρίζει άσκοπα πλευρό στα νέα του αδιέξοδα… Τα νέα ψέματα να ντύσει με προσχήματα και να ντυθεί με των ονείρων τις προβιές , εφιάλτης πάντα πλάνος και πανέξυπνος μα πάντα εφιάλτης κι όνειρο ποτέ ... Και με δύο χέρια και δύο μάτια μάρτυρες και φράχτες των ενδότερων και φύλακες και Κέρβεροι και φοβεροί. Πέρασε, πέρασε η κοιλάδα η κίτρινη των ώριμων σταχυών με τις πελώριες θημωνιές -τόπος γι απόσταμα στο καύμα των μεσημεριών, τόπος που μύριζε το φρέσκο χώμα κι η υγρασία. Κι η απέραντη η θάλασσα και ο Βυθός.. Ο Βυθός που ανεξερεύνητος στοιχειώνεται μες στα καρτέρια των βράχων τ’ απροσπέλαστα.. Και αποχαιρέτα πάλι μιαν Αλεξάνδρεια και τους Βαρβάρους της μαζί -τους τιμητές της. Και τόπο κι αίσθηση -(ου)τόπο και (ψευδ)αίσθηση- αποχαιρέτα, μέσα στη νύχτα που εφευρίσκουν διαφυγές και αποδράσεις, ξωπίσω κροταλίζοντας σαν ντενεκέδια μ’ ένα παράξενο σκοινί σε θορυβώδη εξάτμιση πιασμένα. Κι ο θόρυβος και οι σιωπές κι παύσεις και η στίξη και οι ορίζοντες και όλο το φάσμα χρωμάτων και αποχρώσεων. Και οι ήχοι με τις χροιές και τις ιδιοσυχνότητες και τις λεπτές εκφάνσεις τις ανύποπτες για τους ανυποψίαστους.. Πρόλαβε, πρόλαβε κρύψ’ τα κι άστα εκεί.. Σιωπή και πάλι.. κι άστα εκεί, για κει που αντέχει νόημα και λόγος και διάκριση. Όπως τους πρέπει, όταν κι αν και όποτε θα γίνει μπορετό για ένα Βυθό ν’ αξίζει μια Ιθάκη -ή μιας Ιθάκης άρνηση ν αξίζει ένας ..Βυθός ..”
A^j^
“..Πάντα τους είχες μέσα σου κι όμως αυτάρεσκος, κρυψίνους, φειδωλός.. πλανεύεις το κενό να σε φωνάξει,'περιεχόμενο'.
Κοίτα τη σκόνη, μας περιέχει στον κουρνιαχτό. Σύρε το βήμα ν αφήσεις ίχνη στην υστεροφημία σου ..”
(..το σχόλιο)
La Virgen dando una azotaina al Niño-detail -Max Ernst
A^j^