Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009

".. κι οι χάρτες θα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους εκεί που ο νους μονοπάτια μηχανεύεται .."

ImaginationKnowledge_Einstein

«.. Οι άκρες των δαχτύλων μου, Κυκλωτικές διαδρομές μ ανάλαφρα ποδήλατα στα όρια του προσώπου σου. Στη γεωμετρία των γραμμών σου Εκεί, στο τρίγωνο που σμίγουν τα φρύδια, οι τεθλασμένες των ματιών και οι καμπύλες του χαμόγελου. Στις οξυγώνιες εκφράσεις των φόβων σου και στο αμβλύ μονοπάτι του τρυφερού ύπνου στα μάτια σου. Η θάλασσα μέσα μου, Η πάλη μέσα μου Κι η άμπωτη.. Μες την παλάμη μου ο Λίβας της ανάσας σου, στρόβιλος κι άνεμος και νηνεμία. Όταν αγγίζω με τ’ ακροδάχτυλα τις απολήξεις σου και το περίγραμμά σου σε περι-Έχω και περι-Έχομαι. Κι αυτό, το τόσο προβλέψιμο το τόσο πεπερασμένο ταξίδι όσο δε λέει να ξεκινήσει νοιώθω να μη τελειώνει πουθενά. Νάναι μακρύ χωρίς Ιθάκη Και δίχως λογισμούς. Με μιαν απόλυτη συνέπεια στο κέντρο μου, που ψάχνει ακόμα ψάχνει, μια περιφέρεια ανάδοχο να με περι-βάλει. Στο κέντρο μου να βάλλει, Εντός να με έχει, να με περι-έχει με τη στοργή μιας σκέψης μόνης κι ανάδελφης και σιωπηλά κρυμμένης Κι ακόμα ανώριμης να πλανηθεί σε πλέγματα λέξεων σε σχήματα ήχων, στον απαλό της μίσχο ακροβατώντας πάνω απ το δίχτυ ασφάλειας της τρυφερής ασάφειας του παιδικού σου βλέμματος. Οι αναπνοές σου, Κουκούτσια των καρπών της Άνοιξης στα δάχτυλα, σαν όστρακα ερμητικά κλεισμένα, Σαν πύλες απροσπέλαστες σε τείχη θεόρατα. Σαν τάφρος του ψηλού του Πύργου της γεωγραφίας σου, που σε μακραίνει, από την έκταση των χεριών μου και τις αναμονές στ ακροδάχτυλα απελπίζει κάθε που ξημερώνει αύριο. Λίγο πριν βγει ο Ήλιος - Λίγο μετά, σαν όνομα η μέρα αλλάξει, Θα σε φωνάξω πάλι. Θα σε φωνάξω πάλι με την αθώα ένταση της ξάγρυπνης πνοής, μέσα απ' του ύπνου τον ψίθυρο, μέσα απ τους μίσχους ώριμων σταχυών και μέσα απ του πυρήνα σου την άφεση στα ακροδάχτυλα μου, που άπειρα ν αγγίξουν τ άπειρο τόλμησαν μ έμπνευση κι έγνοια κι όχι από γνώση κι όχι από μνήμες και τριβές, μα με προσάναμμα στης νύχτας την προοπτική την παρουσία του χρόνου σου στο ρεύμα, στους αρμούς και στα σπασμένα μέλη μου, που αιώνες χάσκουν στο κενό και τώρα στο καινό ισορροπούν στις παύσεις και στις σιωπές σου ανάμεσα ..»

A^j^

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

"... Και έτσι με το φώς του ήλιου ..."


αι έτσι με το φώς του ήλιου καθώς ζεσταίνει ο καιρός
ακούγοντας τον πρωινό και το μεσημεριανό άνεμο
αναπολούμε και αναζητάμε το παρελθόν και το μέλλον
χαμένες παιδικές φωνές, θαμένα σώματα, πνεύματα κατεστραμμένα
σπίτια θεόρατα με κρεβάτια φιδιών και βωμούς από αξημέρωτες νύχτες
"ζωντανά αγάλματα" σωμάτων
 τα πέτρινα δάχτυλα
και τα πτερύγια της ανοησίας ...

άνοιξε άνοιξε το σώμα σου στα δυό ..."
























"...
Πήγες λίγο πιο πέρα, πήγες πιο πέρα το χέρι, το αόρατο δάκτυλο
το μεγαλείο παραπέρα, πιο πέρα, 
ένα μαυσωλείο, ένα σπήλαιο
κι έπειτα από την κορυφή κύλισες κάτω
στρέφοντας το κορμί, στρέφοντας το νου
κι ο αέρας σε μια στιγμή
άλλαξε
κι όλο το ψέμα έγινε αλήθεια, όλη η αλήθεια έγινε ψέμα
ψέμα - αλήθεια, αλήθεια - ψέμα, ξανά και ξανά κι έπειτα
ο χρόνος περνά κι από το χνάρι του σώματος τινάζονται ψηλά
κραυγές ελατήρια λυγμοί λέξεις
κι ένα σιδερένιο καρφί που ματώνει και χτυπά
(ματώνει την καρδιά ματώνει την ψυχή)
και το φως συσπάται και θλίβεται το φως
κι απο τους αναπαλμούς μια μάσκα θανάτου φαίνεται
κι ανοίγουν τα στόματα οι μοίρες γερασμένες
κι από τον τάφο ακροπετά στα κυπαρίσια η μητέρα ...
Γλυκό είναι το αεράκι του απογεύματος
και η ώρα τώρα που χορεύει η φαντασία απροσάρμοστη
και συσπάται
Λίγο πιο πέρα κρύβονται τα μυστικά
λίγο πιο πέρα χάνεσαι
και μικροί οι μεγάλοι καθρέπτες εμφανίζονται
όπου μέσα στη λάσπη σέρνονται τα σωθικά σου
όπως σκουλίκια της ηδονής
και είναι λέει ένα χέρι είναι μια αγκαλιά που σαν πούπουλο μυρηκάζει
στις τρίχες σου
και τρυφερή χαϊδεύει την κοιλιά σου στον αιώνα
και έρχονται γλυστερά παιδιά μες τις ποδιές μας
και αγκαλιάζουν τα μάγουλά μας
και τρίβουν τα χέρια μας, απ' την κοιλιά μας γεννήματα
και στις πολυθρόνες μας σήπτονται οι μηροί
τα παντελόνια και χάσκουν, οι πρωινές παπαρούνες
που ντροπαλές κατεβάζουν το κεφάλι στην αισχυμοσύνη ...
Σαν έλασμα, όπως ελατήριο
σαν έλασμα τινάχτηκε κι αστόχησε το βέλος
κι ο στόχος - αδύνατος - πιο πέρα
πιο πέρα απ' το χέρι, το αόρατο δάκτυλο
ένας νους μισός φεγγαρόφωτος
κι έπειτα εσύ
εσύ κι εγώ που από την κορυφή κύλησες και βρέθηκα κάτω
άδειος ..."

Ν.



Παρασκευή 22 Μαΐου 2009

"..κι αυτός ο καθρέφτης μιλούσε αληθινά, κραυγάζοντας φάλτσα .."

".. Η Σιωπή μου .. Εδώ, ριζωμένη ποιός θα κρατήσει τη Σιωπή που γλιστρά απ τα δάχτυλα σαν χρόνος άπιαστος ποιός θα κρατήσει τα κάρβουνα της σιωπής μου στα χέρια; Αέρας, φεύγω σαν ήχος σιωπηλά σκορπίζω κύκλους ομόκεντρους. "Δεν έχω ήχο, Δεν έχω ήχο, Δεν έχω Η-Η-Ήχο!!!" Μονάχα μια κλεψύδρα σιωπής Ανεστραμμένη. Και άμμο. Ο αέρας σκορπίζει τ αποφάγια του χρόνου. Ο αέρας μαζεύει ξερά φύλλα Στους στρόβιλους της παραζάλης. Δεν έχω πια ήχο. Μόνο η σιωπή ενδιαφέρει την άμμο. Μόνο η άμμος ενδιαφέρει Την κλεψύδρα. Δεν έχω ΣΙΩΠΗ πιά. Μόνο μια άδεια κλεψύδρα... κι ένα καθρέφτη φάλτσο .. "


sans famille ...

(..Αγαπημένη μου, Δε θα μ ακούσεις ποτέ μ αυτή την ήσυχη συνείδηση. Κραυγάζει τόσο αυτάρεσκα Στον καθρέφτη σου Που δε χωράει ο λυγμός μου. Δε θα πιστέψεις ποτέ Τη θνησιγένεια της μνήμης μου, Τις συγγενείς προδοσίες μου. Φωνάζει τόσο ο λογισμός σου Το δίκιο διαλαλώντας Που δε χωράει η συνδιαλλαγή μου με το θάνατο .. Δε θα μ ακούσεις ποτέ Γιατί δεν έχω Ήχο πια. Μόνο Σιωπή Που τελειώνει σαν τη διαδρομή μου .. Μονάχα, να θυμάσαι τις ίδιες αφ-ορμές του αίματος, την ίδια βρύση και το χρόνο που στάλαζε παράλληλα στις φούχτες μας ..) "


A^j^

Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

Α2Ν : 14 "..λιμνάζει η αναμονή .. κι αποστραγγίζει τ απομεσήμερα που ξεχειλίζει η απουσία σου .."


"... και τώρα, ακόμα λίγο να μπορούσα του προσώπου την άκρη να πιάσω ..." Ν.

«..Η απόσταση κι η ανάγκη
σταλάζουν μέσα μου.
Κι ο χρόνος
κι ο χώρος
σπουδάζουν την απορία μου.
Σταλάζουν μέσα μου
ερήμην σου
και υγραίνουν μ αγωνία
τα δάχτυλα της μνήμης
Και ψηλαφώ τη σιωπή.
Και ψηλαφώ 'εντός'
ακυρώνοντας την ευεργεσία
της παρουσίας σου..
Σταλάζει κι η σκιά σου
σ όλες τις διαφυγές μου.
Κι από τις φράσεις
και από τους φθόγγους
των φόβων,
που γλίστρησαν
απ το πεζούλι της φρίκης μου
στην τρυφερή παλάμη σου,
λιμνάζει η αναμονή
στην αντίστροφη ανάγνωση του χρόνου ..
Και ψιθυρίζει το μονότονο
τραγούδι μου.
Κι αποστραγγίζει ..
κι αποστραγγίζει
τ' απομεσήμερα
που ξεχειλίζει
η απουσία σου ..»

@N. : ".. θα πλεύσεις, θ΄απογειωθείς σ' ένα διάδρομο προσγείωσης. Σε μιά επιστροφή .. θα πλεύσεις.. ξανά σε μεσημέρια παρουσίας θα κουρνιάσεις .."



A^j^

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

"... και τώρα, ακόμα λίγο να μπορούσα του προσώπου την άκρη να πιάσω ..."



(rephotographed photograph)

"... κι έπειτα εσύ
εσύ κι εγώ, που από την κορυφή κύλησες και βρέθηκα κάτω
άδειος
χωρίς πνοή χωρίς ζωή
και άκληροι πεθαίνουμε πλάι πλάι και μόνοι
και είναι που δεν έμαθα να ανοίγω τα μάτια ν' αναπνέω
ή να φυλάω σκοπιά
ή που τα χέρια τυλίσσω γύρω γύρω
κι είναι που σιγά σιγά εξαφανίζεσαι
και θολώνεις και δεν βλέπω καλά την κοιλιά σου ή το κορμί
και το ξανθό χαμόγελο
και μαζεύω τις στάλες, κι απ' το στόμα όταν κυλούν
και με το πόδι κουτσό ανοίγω το φως το σβήνω
και ζεσταίνω νερό, κι ο ήλιος κλαίει
και πλένω τα χέρια μου ξυρίζομαι
και μεγαλώνω
και τώρα, ακόμα λίγο να μπορούσα του προσώπου την άκρη να πιάσω
και νεκρά τα χείλη να πετούν
και να δακρύσουν οι τοίχοι
έρχονται νομίζω όταν καλείς και πάλλονται όπως οι φλεγόμενες βάτοι
και συναθροίζονται διαμελισμένα τα μέλη μας
και αγγίζονται
όπως όταν κοιμόμαστε γλυκά κάποια αιώνια μεσημέρια
που σταμάτησε η καρδιά
και ακίνητο το δέρμα στέκει σαν τύμπανο
με την αύρα της νίκης ..."

Ν.

"... Τι θα ήμουν; τώρα που κοιμάσαι να ξύπναγα κι ανήσυχος την ανάσα σου να φυλούσα κρατώντας τη δική μου; ..."




"... Να αφουκράζομαι σχεδόν Τη ζωή των πραγμάτων Τη δική μου Την άψυχη ζωή Αυτό το μυρηκασμό Που αναμοχλεύει την τροφή μου Αυτό το δηλητήριο Που πικραίνει το αίμα μου Κι αυτή την τρομακτική πυκνότητα Του εδώ Αυτή τη μεταλλική λάμψη Κάπου σ' ένα χρόνο παλιό Σ' ένα τόπο μακρυνό Ένας παραδίνεται στον ύπνο Κι εγώ ανάκατος Μια λάσπη από αίμα Να τιμήσω θέλω Τους τράγους Στο σκοτάδι των βουνών Το σύρσιμο μέσα στα δέντρα Τα ακανθωτά Τα πλευρά Τα οστά γυμνωμένα πια Μια γυναίκα που έπεσε στη θάλασσα Μια άλλη που χάνονταν Στη νύχτα και στη μέρα Ένα γέρο που πέθανε ήσυχα με μια λάμψη Ένα γέρο που πέθανε πικρά Ένα αγόρι Έναν άντρα Που παριστάνει τον Πάνα Κάτω απ' τις βαλανιδιές Ένα στόμα Το χνώτο Το μουσούδι ενός κατσικιού Στο σκοτάδι Τους ανθρώπους τους τυφλούς Τις πηγές που στερεύουν Τις αισθήσεις που χάνονται Αυτή τη χειρουργική της αναισθησίας Και τους βρυχηθμούς των μηχανών Που κουβαλούν τα εντόσθιά μας Το χώμα που μας καταπίνει Και τη βαθιά σκοτεινιά του μυαλού μας Όπου μια ξεχασμένη φωνή ηχεί ακόμα Και μια οθόνη Τρεμοπαίζει Μια φλόγα Τρεμοσβήνει ..."

"Πόσο κοντά να πας στο σκοτεινό ήλιο; ..."

Ν.

Σάββατο 9 Μαΐου 2009

"... ένα βουνό να χωρέσει στην παλάμη μου ..."




"... Έτσι έρχομαι κι εγώ διπλά εστιασμένος κι ανεστίαστος
ανέστιος ανοίκειος
να ζητήσω "ελεημοσύνη απο τον ουρανό"
να ζητιανέψω απ' τον κόσμο
να ζητιανέψω ..."

Ν.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

A2N : 13 "..Are you there? Where are you?.."

Max Ernst- Are You In There?Max Ernst- Are You In There-1

"..Θα ονόμαζα την έμπνευση Ρυθμό τυμπάνων Και μουσική της καρδιάς Κάτι συμβολικό μονάχα Και χαρούμενο Αυτό που θέλεις να πεις Θα το 'λεγα αλλιώς Χωρίς να το πω Και έτσι μέσα στην απουσία Σαν μήνυμα κενό Θα αναδίδει την κενότητα.. Έτσι έρχεται η έμπνευση Έτσι φεύγει η ζωή Ακροπατώντας .." Ν.

Απών 'Εσύ', μα νάσαι 'Εκεί', να χωράς, να βρίσκεσαι, να περιέχεσαι ερήμην μου στο χώρο που μου παραχωρείς με πράξη δωρεάς και μεγαλόψυχης απόστασης ασφαλείας... Να τον γεμίσεις με σένα, μ’ όσο αντέχει ένα 'κενό' την παρουσία του να δηλώνει, ν' απλώνει, να ξεδιπλώνει ερήμην μου.. Να περιέχει 'όλα όσα..'. Ν' αφήνει έξω 'άλλα τόσα'.. Σα μήνυμα κενό, θ'αναδίδει τη μελωδία και το άρωμα της ανεξαρτησίας των αποσιωπητικών σου. Ένα μονάχα μήνυμα, σε μπουκάλι κενό περιεχομένου -κι όχι κενό ΑΝΕΥ περιεχομένου.. Σ΄ όλη αυτή τη διαδρομή της μοναξιάς και της απόκοσμης σοφίας, της ακοινώνητης σοφίας της σιωπής σου, να φανταστώ μονάχα, να υποθέσω ένα χέρι, κι έναν καρπό χυμών και δάχτυλα και αίμα να θροΐζει σε γαλάζιες ανάγλυφες αρτηρίες και φλέβες αίματος επιστροφής και νάναι 'εκεί' για πράξεις, για υποδοχές και για επιφυλάξεις και μες στη φούχτα να φυλακίζει αυτό που χάνεται απ' τα μάτια κι από τα ρίγη του δέρματος εξατμίζεται και σαν χαρμόσυνο ή σαν απεγνωσμένο στη μνήμη να φυγαδεύει το μέλλον σου. Σ΄ όλη αυτή τη διαδρομή της απόστασης, της σύμπτωσης, της αφής, της επαφής, της σχέσης, της ανάσχεσης.. Σ΄ όλη αυτή τη διαδρομή, στο δρόμο αφήνω τελείες αποσιωπητικών και εσύ, μονάχα εσύ, που κλείδωσες το νόημα θ' αποφασίσεις την τελευταία. Μονάχα εσύ, που από τα πρώτα κλάσματα του χρόνου πρώτο σ΄ αξίωσε η σκέψη να τη φωνάξεις ''Εμ-πνευση'..

.. Την παύλα όμως, θα στη χαρίσω εγώ.. ψιθυρίζοντας ένα τραγούδι που σου χάρισε η 'απορία' ενός αποχωρισμού ή ..το παράπονο μιας ανατροπής :

'Give me your hand give me your blood give me a proof of the life we have lived
Are you there?
Where are you?' Ν.

A^j^

Σάββατο 2 Μαΐου 2009

"... Everything is fear ..."




(ξερά κλαριά, κερί, φύλλο, ipecavom)

'Ακούμπησε το χέρι μου, τι είναι μεγαλύτερο; ο θάνατος ή η ζωή;
Ποιος θα με συντροφέψει στο ταξίδι;
Πως να βαστάξω τόση απουσία;'

"... Θα ονόμαζα την έμπνευση Ρυθμό τυμπάνων Και μουσική της καρδιάς Κάτι συμβολικό μονάχα Και χαρούμενο Αυτό που θέλεις να πεις Θα το 'λεγα αλλιώς Χωρίς να το πω Και έτσι μέσα στην απουσία Σαν μήνυμα κενό Θα αναδίδει την κενότητα Θα έπερνα τα πρόσωπα που είδες Στοιβαγμένα το ένα στο άλλο Έτσι με τον ανθρώπινο σωρό Έρχεται η έμπνευση Σώμα με το σώμα Πρόσωπο με πρόσωπο Ρωγμή τη ρωγμή Θα έπερνα τα πράγματα που ακούμπησες Ένα και ένα Όλα μαζί τα ίχνη Κι έπειτα τα βήματα Τα ρούχα που φοράς Αυτά που φόρεσες Έτσι έρχεται η έμπνευση Έτσι φεύγει η ζωή Ακροπατώντας ..."

'Give me your hand give me your blood give me a proof of the life we have lived
Are you there?
Where are you?'

N.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

"... Πέφτουμε απ' τα βουνά αγκαλιασμένοι ... Πέφτουμε απ' τα βουνά που αγκαλιάσαμε ..."




'Μ' αγαπάς;'
'Ποιος είσαι;'
'Ποιος ήμουνα;'
'Που πάω;'
'Δώσε μου τα μέλη σου'
'Μη φύγεις'
'Μη χαθείς'
'Πάρε με μαζί σου'


"...
Πως αλλιώς; Πως αλλιώς; Όλα μεσ' στο κεφάλι σου Θάνατος και σήψη Θάνατος και σήψη

Σε πιάνει Σε κρατά καλά Κουλουριασμένη στην κοιλιά Γεννάει τα αυγά της  Και αναδεύεται Στο φως Στο σκοτάδι

Είδες;

Όλα μες στο μυαλό σου όπως το φως Έτσι και το σκοτάδι Όλα μες στο μυαλό σου...

Στην πόρτα στο διάδρομο στον τοίχο Λίγα και απλά τα σύννεφα στο μέτωπο Λίγες σκληρές γραμμές, οξείες αιχμές Οι αριθμοί Οι αριθμοί Ο κόσμος Τα πέρατα του κόσμου στο μικροσκόπιο Θα θελα να φύγω Να χαθώ ...

'Ο θάνατος ή η ζωή είναι μεγαλύτερος;'
'Ποιος θα με συντροφέψει στο ταξίδι;'
'Κράτα το χέρι μου, πως να βαστάξω τόση απουσία;'

Στους βουβώνες γεννιέται η ζωή;

Εκεί;

Τα μάτια μου πετούν, τα μάτια μου χάνονται...

Ποιος ν' αναδεύεται στους θάμνους με του θανάτου την ένταση; ..."

N.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

"... Home ..."




"... και τα ρούχα αυτά σιγά σιγά τα φορέσαμε σ' αυτά τα σώματα
κι απλώνονται τώρα με το χαρακτήρα του αναπάντεχου
όπου καιρό έχει το φως να αναλυθεί και να αναλύσει
έτσι καθώς αγκαλιάζει σχεδόν αμέτοχο ..."

"... αχ κλείνω τα μάτια και μόνο το κενό αντικρύζω
ένα μαύρο κενό με διάστικτες τιποτένιες εκλάμψεις
κι από το ναό σου δεν περνώ πια
γιατί δε σε πιστεύω ..."

Ν.

Τρίτη 28 Απριλίου 2009

'Mal du depart'

"..I will stay always an ideal and worthless lover of distant travels and blue seas, and I will die one night as all the other nights, without threading the misty line of the horizons..." Ν.Καββαδίας

oil on wood (1955) Mario Deluigi

".. Λόγια μεγάλα πάλι και πάλι λόγια, ατόπημα και ενοχή και κάθαρση. –Την άλλη κιόλας τη στιγμή μετανοώ και επανέρχομαι. Και πάλι πίσω, επαίτης στην τυραννία των 'θέλω'!. Συνισταμένες ψεύτικες(;) πάλι θα με πλανέψουν, σαν πρόκληση και σαν υπόσχεση απατηλή για μια ισορροπία επισφαλή κι εφήμερη και άνεμος περαστικός και Λίβας.. Κι αλήθεια -αυτή η 'αλήθεια' σου, προορισμός της διαφυγής μου και καύμα της ερήμου κι αντικατοπτρισμός και χίμαιρα.. Κι εδώ, της νύχτας η ορθογραφία και οι συλλαβές, οι ανορθόγραφες και οι άτονες, χωρίς χροιά. Στο δέρμα το εντός μου, καύματα και ξεσκίσματα και των ονείρων ράκη και πλέγμα των χεριών αμήχανο κάτω απ το προσκέφαλο. Η παράλυση των αρθρώσεων και η άρθρωση των φθόγγων, γραμμές στη σκόνη και κύκλοι ομόκεντροι -χοροί κυκλωτικοί και παραζάλη. Στις λασπωμένες, στις λασπωμένες τις λακκούβες, όμορφα σχήματα εφήμερα σε υπνοβασίας βήματα. Θα καταλήξουμε εκεί που η απορία δε θάχει λόγο πια. Εκεί θα καταλήξουμε με μάτια έκπληκτα ψηλαφίζοντας με τ ακροδάχτυλα στην ασάφεια του μουχρώματος. Το αίμα, το αίμα μου που φέρω, θα μεταφέρω στα μάτια να δει την όψη της αλήθειας και της απορίας σου. Και απόδειξη να γίνει η παρουσία των ρανίδων στα μάτια μου. Απόδειξη σύμπτωσης στην ίδια κοίτη, της μνήμης των πόνων σου και των φόβων της μνήμης μου.. Κι ακολουθία πρώτων αριθμών, μοναχικών και μόνων σε νύχτες και σε σκοτεινά δωμάτια της περισυλλογής ή της διάχυσης σε σύμπαντα αδιάφορα και ξένα σαν σώματα μιαρά. Απλές φωτογραφίες είμαστε, χάρτινες, σε αδιάβροχες κορνίζες σαν όλες τις ζωές που πέρασαν σκυφτές κάτω απ τις νεραντζιές με τα λουλούδια και τα φορτωμένα κλαριά, να κλέψουν λίγο άρωμα, να βάλουν, να τρυπώσουν στα πνευμόνια λίγη γύρη, να κάνουν τα νυχτέρια τ ανέλπιδα υποφερτά και κατευόδιο.. Κι εκεί, κοντά στους ανεμόμυλους, ιδανικοί και ανάξιοι εραστές των πόντων, των ψηφίδων και των όστρακων θα μείνουμε, σε βάθη απίθανα και υπέροχα και απρόσιτα μα, πάντα δύσκολα να πιστευτούν όταν εικόνες τους και είδωλα φλογίζουνε τα μάτια μας και ξεπηδούν σ επίρρωση των λόγων μας μιλώντας. Και πάντα στη σκιά, στο μούχρωμα σαν όλες τις χαμένες ψηφίδες, περνάμε και χανόμαστε ανύποπτοι. Εμείς, αυτόχειρες ιδανικοί, στων ποντισμένων 'άπιαστων' ονείρων μας να δίνουμε 'παρόν', σε μιας αιωνιότητας καρτέρεμα για μιας στιγμής προσέγγιση αιωνιότητας .."

A^j^

Σάββατο 25 Απριλίου 2009

"... από τα χέρια μου, η βελόνα και η μοίρα, α! ανάμεσα στα σιδερένια πόδια, κομμένη πεταμένη, κι εγώ, σταγόνα σταγόνα ..."



"... Σήμερα, τώρα, από το πρωί ως το βράδυ, έξυσα το δέρμα μου, έσκαψα το δέρμα μου, ξύρισα το δέρμα μου
άναψα όλα τα φώτα
κι έτσι, με τον τρόπο αυτό, περιμένοντας ολόκληρη τη ζωή μου, από το πρωί ως το βράδυ
πέρασε η ζωή
γεμάτη λυρισμούς και φόβο
μικρή ζωή όσο το πέταγμα μιας μέλισσας
χωρίς μελίσσι
και θα χρειαζόταν ένας ωκεανός, ένας ωκεανός ύπνου
να ταξιδέψω στις όχθες μου
και ε'ιναι μια χοάνη, μια δίνη βουνών
που απλώνεται ψηλά και ψηλότερα και ψηλότερα
για να δω το χρόνο, το χρόνο το δικό μου ..."

Ν.

Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

"..Et l’obscuritè tout entière pour me rappeler tout cela .."

DSC00450a

Χαλκίδα 20-04-09

“.. Trois allumettes une à une allumées dans la nuit
-La premiére pour voir ton visage tout entier
-La seconde pour voir tes yeux
-La dernière pour voir ta bouche

Et l’obscuritè tout entière pour me rappeler tout cela .
En te serrant dans mes bras ..”

Jacques Prevert

“.. Μαλακά να σβήνουμε τη μέρα μας /κοιτάζοντας τα μάτια /υγρά να κατοπτρίζουν τις φλόγες του κόκκινου /του τρίλυχνου κεριού. /Και μια ησυχία, φλύαρη αισθήματος, /να ισορροπεί σα σχοινοβάτης στην ευθεία /-που νήμα αόρατο ενώνει τις ματιές /και καταργεί το θόρυβο /τριγύρω των ανθρώπων- /Καθώς η θάλασσα ονειρεύεται ένα πέλαγο. /Καθώς η θάλασσα ονειρεύεται έναν ωκεανό. /Καθώς η θάλασσα απλώνει τα μανιασμένα της κοπάδια. /Καθώς η θάλασσα ταπεινή απλώνεται . /Έξω, ακριβώς μια δρασκελιά /απ τ ανοιχτό παράθυρο..

/..Στ' αλήθεια, στ' αλήθεια είμαστε οι ίδιοι στο σκοτάδι; /Η μήπως μέσα σε καθρέφτες αντανάκλασης /αυτή η μορφή ταιριάζει πιότερο /στις σκέψεις /-ή στις προθέσεις μας; /Ή τάχα σταματά στα μάτια μας, /εκεί, που η Άβυσσος καλεί να ποντιστούμε; /Εκεί, που ξέρεις πως δε βγάζει πουθενά, /ούτε ακόμα εκεί, /στις αλυκές με το πικρό τ αλάτι; ..”

"..A bit of Abyss in a glass, a bit of Abyss in clouds of smoke, a bit of Abyss always dark, hungry and unfulfilled. .." sybiris

A^j^

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

"... κι ευτυχώς η σάρκα μας σάρκα γέννησε, που ανθίζει μέσα σε μιαν άνοιξη ..."




"... φύλλα φύλλα η σάρκα μας, βιβλίο που το ξεφυλίζει ο άνεμος
κι από το ορατό, το αόρατο είναι που απλώνεται και κάθεται
μέσα κι έξω
και ακούω λες όλες τις κραυγές τους
δέκα άνθρωποι δέκα γενιές πίσω δέκα πεθαμένοι κάθονται στην πόρτα μου
δέκα πεθαμένοι για τη ζωή που ντύθηκαν τη νύχτα
κι απλώνουν τα χέρια μέσα στα χέρια μου
και ουρλιάζουν οι ζωές τους σαν άρματα μάχης ή σαν πουλιά
και βομβούν οι φλέβες τους όπως η ώρα που περνά
από σένα έχω ένα ψίχουλο κι από σένα ένα κουρέλι λίγες σελίδες μουχλιασμένες
το χειμώνα, ένα δερμάτινο παπούτσι θαμμένο στο χώμα
ένα μελανοδοχείο σκονισμένο και άδειο
ένα λαβύρινθο από βλέννες και κόπρανα
μια στοά από λασπωμένες λέξεις
ένα εμπόριο αίμματος κρυφού
ένα μέλλον πολύκροτο και απρόβλεπτο, όπου μέσα στο ρίγος εξαφανίζεσαι
μαζί με τη γή μαζί με την απόσταση
και σαν ψέμα ακούω τη φωνή σου, απίστευτη κι άπιαστη
μες στο σκοτάδι των ημερών ..."

N.

Κυριακή 19 Απριλίου 2009

A2N : 12 “..pain is the most necessary illusion..”

“..Όποιος πόνεσε μέσα στη ζωή, όποιος έκλαψε σαν μικρό παιδί
τώρα τίποτα πια δε σου ζητά μόνο στ' όνειρο θα σ' αναζητά.
Άσπρο περιστέρι μες τη συννεφιά ..”
Ν.Γκάτσος /Μ.Χατζηδάκις

pain is the most necessary illusion-46589556_0cd6ee3d04_m«..Στο χρόνο το δικό σου αποφασίζεις.. Κι απ τους πυλώνες μου περνάς και εισβάλλεις σαν τη Θάλασσα. Σαν θάλασσα, σαν κύμα από σεισμό φερμένο και σαν άνεμος κυκλωτικός και στρόβιλος. Και στο μυαλό παράλυση και στους νευρώνες μέγγενη και στους αρμούς αγκύλωση και καύμα των μυών. Κι ώσπου ν αντέχω, κι ώσπου να 'είμαι', εσύ σφιχτά θα με κρατάς να μου ορίζεις όρια. Και στην ανάσα μου θα ορίζεις περιθώρια κι ακόμα και σ αυτούς τους λογισμούς κι επικυρίαρχος και πορθητής και αλαζόνας θα μένεις φορτικά και θα εμμένεις κέρβερος και απειλή και πείσμων. Κι ώσπου ν αντέχω, αγαπημένος και παιδί μικρό, σφιχτά απ το χέρι με κρατάς. Κι υστέρα, κι ύστερα το χέρι δίνεις, το χέρι μου το δίνεις στους εχθρούς. Στο Φόβο, εσύ με παραδίνεις θύμα, θυσία, διαφυγή ή ευεργεσία. Κι έρχεσαι αντίπαλος και δάσκαλος και γνώστης και σοφός. Σινιάλο θύελλας ερήμιν και χαμού και τέλους προάγγελος και προστασίας άγγελος και τιμωρός μαζί. Στο δέρμα και στα κόκκαλα και στους αρμούς εισβάλλεις και κάθε σπιθαμή μου ληστεμένη και γυμνή και τετραχιλισμένη νερό και χώμα στα χέρια τα δικά σου αφήνει ταπεινά. Κι από τους δρόμους της ανάσας μου περνάς κι απ τα τοιχώματα, που στρόβιλοι του αίματος περνούν κι ίχνη χαράζουν και περάσματα και διαδρομές με το ρυθμό των παλμών και με του πάθους και των πόθων τους ρυθμούς και στο crescendo κάθε φόβου, ακόλουθος και αυλικός και κόλακας στο χρώμα της χολής και μισερός προδότης. Και στο κατόπι παίρνεις την ανάσα και την πνοή και στους μυκτήρες απολήγεις στεναγμός και καύμα της ψυχής στα χέρια σου, που πάσχει. Και ήχος βογγητών και σπάραγμα βουβό και ψίθυρος και ικεσία των σπλάχνων και των εγκάτων κάθε λογισμού της λογικής και της καρδιάς των πληγωμάτων της αγάπης. Το ίχνος και η μνήμη σου μαύρες γραμμές, διαδρομές φωτιάς στα κίτρινα χωράφια με τις θημωνιές και τα θερίσματα -συγκομιδή των χρόνων και των λόγων και της βαθιάς της πεθυμιάς της ξεχασμένης κι εκείνης που δεν έστερξε τόπο να βρει κι αέρα και τρόπο και φωνή, να δώσει το παρόν στο κάλεσμα και στ όνομά της να φωνάξει: ‘Είμαι !’. Σε είπαν δαίμονα και ερινύας αυλικό. Σε είπαν δύναμη ανάσχεσης και πλήγωμα και γνώση και προστάτη. Σε είπαν αίσθηση του χρόνου που διαρκείς και της φθοράς παραίσθηση και αναπόφευκτη στροφή πριν απ το τέλος της διαδρομής μέχρι το φτάσιμο για ‘'κει’ .. Σε είπαν κόλασης ιδέα και προάγγελο και παραδείσου τίμημα και οφειλή κι αντάλλαγμα και δάνειο ζωής κι υστέρημα και πίκρα .. Μα εγώ σε νιώθω μέσα μου. Και πάνω μου. Και γύρω μου. Και εκτός .. και σε φωνάζω ΠΟΝΟ ..»

A^j^

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

“..rien ne va plus ..”

red light“..Πέρασε, πέρασε ο Αχέροντας, πάγος νερό και νύχτα κρύα, γύρω στις τέσσερεις που αλλάζει βάρδια ο ύπνος ή που γυρίζει άσκοπα πλευρό στα νέα του αδιέξοδα… Τα νέα ψέματα να ντύσει με προσχήματα και να ντυθεί με των ονείρων τις προβιές , εφιάλτης πάντα πλάνος και πανέξυπνος μα πάντα εφιάλτης κι όνειρο ποτέ ... Και με δύο χέρια και δύο μάτια μάρτυρες και φράχτες των ενδότερων και φύλακες και Κέρβεροι και φοβεροί. Πέρασε, πέρασε η κοιλάδα η κίτρινη των ώριμων σταχυών με τις πελώριες θημωνιές -τόπος γι απόσταμα στο καύμα των μεσημεριών, τόπος που μύριζε το φρέσκο χώμα κι η υγρασία. Κι η απέραντη η θάλασσα και ο Βυθός.. Ο Βυθός που ανεξερεύνητος στοιχειώνεται μες στα καρτέρια των βράχων τ’ απροσπέλαστα.. Και αποχαιρέτα πάλι μιαν Αλεξάνδρεια και τους Βαρβάρους της μαζί -τους τιμητές της. Και τόπο κι αίσθηση -(ου)τόπο και (ψευδ)αίσθηση- αποχαιρέτα, μέσα στη νύχτα που εφευρίσκουν διαφυγές και αποδράσεις, ξωπίσω κροταλίζοντας σαν ντενεκέδια μ’ ένα παράξενο σκοινί σε θορυβώδη εξάτμιση πιασμένα. Κι ο θόρυβος και οι σιωπές κι παύσεις και η στίξη και οι ορίζοντες και όλο το φάσμα χρωμάτων και αποχρώσεων. Και οι ήχοι με τις χροιές και τις ιδιοσυχνότητες και τις λεπτές εκφάνσεις τις ανύποπτες για τους ανυποψίαστους.. Πρόλαβε, πρόλαβε κρύψ’ τα κι άστα εκεί.. Σιωπή και πάλι.. κι άστα εκεί, για κει που αντέχει νόημα και λόγος και διάκριση. Όπως τους πρέπει, όταν κι αν και όποτε θα γίνει μπορετό για ένα Βυθό ν’ αξίζει μια Ιθάκη -ή μιας Ιθάκης άρνηση ν αξίζει ένας ..Βυθός ..”

A^j^

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

“.. ποτέ, κανείς, ..υπεράνω τελικά (;) ”

“..Πάντα τους είχες μέσα σου κι όμως αυτάρεσκος, κρυψίνους, φειδωλός.. πλανεύεις το κενό να σε φωνάξει,'περιεχόμενο'.
Κοίτα τη σκόνη, μας περιέχει στον κουρνιαχτό.
Σύρε το βήμα ν αφήσεις ίχνη στην υστεροφημία σου ..”

(..το σχόλιο)

La Virgen dando una azotaina al Niño-detail -Max Ernst

A^j^

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Δευτέρα 6 Απριλίου 2009