Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009

'… Όλα σε μια μηχανή κιμά κι η κόκκινη κλωστή θα τα ενώσει …'

"..Κι είπε ο ημίθεος, σαν πέρασε η ζάλη της μέθης από το νέκταρ των Θεών :

broken-glass and blooda

‘.. Κι από το τάσι του χρόνου δε σώθηκε ούτε μια στάλα.. Μόνο γυαλιά σπασμένα,σπλάχνα χυμένα στο πάτωμα. Χειρονομία απέλπιδα και –εν δυνάμει- ματωμένη κάθε προσπάθεια να επιστρέψει η εντροπία τους στο ελάχιστο. Θα συμβιβαστεί .. Μ΄ ένα vitro κατά νου θα συμβιβαστεί .. Θα συμβιβάσει κάθε πρόθεση αναστροφής του χρόνου. Το ξέρει, μερικά πράγματα είναι πέρα των δεδηλωμένων προθέσεών του και πολύ περισσότερο πέραν των δυνατοτήτων του .. Μερικά πράγματα τον ξεπερνούν και αποκαλύπτεται. Κι η δυσκολία να το κατανοήσει αυτό, είναι ευθέως ανάλογη του ήθους που υπολείπεται αλλά και του ‘ήθους’ που επαίρεται ότι διαθέτει. Η μνήμη, –αν υποθέσουμε ότι δεν περιλαμβάνεται στο πακέτο προσφοράς οργάνων σώματός του σε αναξιοπαθούντες του 'είδους' του, ως πράξη ύστατης μέριμνας της υστεροφημίας του, ενδεχομένως και να έσωζε το ελάχιστο αξιοπρέπειας. Αλλά μάλλον εκεί, στη θύελλα αξιών και εννοιών μέσα στη στείρα φιλολογίζουσα καταιγίδα του εν κρανίω, μόνο σαν εργαλείο μνημονικών κανόνων για αποστήθιση και παπαγαλία λέξεων προς εντυπωσιασμό χρησιμοποιείται πλέον.. Τα μάτια.. Είναι τα μάτια πύλη σίγουρα για τον 'μέσα κόσμο' και μονοπάτι για το σκληρό πυρήνα της επικοινωνίας.. Υπό τη βασική προϋπόθεση να υπάρχει ‘μέσα κόσμος’ και βούληση επικοινωνίας. Τα μάτια αλλιώς, Δούρειος είναι ίππος και εισβολέας δόλιος προς άγρα θυμάτων και όργανα βασανισμού των ευπειθών. Κι ο λόγος.. πλάνος και στείρος και δυνάστης. Και ψεύτης γητευτής. Το ξέρει! Και τώρα, αναπολόγητος πια ας αναλογιστεί τη μοναξιά της θάλασσας μέσα στα μάτια του και μέσα από τη θύελλα ας μαζέψει τα κομμάτια του, vitro να κάνει στο αίμα του βαμμένα… καθώς σχεδία διαφυγής σε μυστικά τοπία της νύχτας και σε κήπους δε θα υπάρχει πια.

Λύπη.. Δεν έχω λύπη. Σιωπή μονάχα, σαν το τραγούδι της ανυποψίαστης γοητείας τις μέρες της πολιορκίας των κάστρων.. Μονάχα σιωπή. Και μια απορία κατευόδιου για την απομάκρυνση απ το ταμείο σαν εξοφλήσω τα οφειλόμενα της πλάνης …’

Κι έδωσε μια κλωτσιά στη ανέμη να βρει το μίτο της ματωμένης κόκκινης κλωστής ν΄ αρχίσει νέους μύθους να υφαίνει. Και σαν το Σίσυφο, αποφασισμένος άρχιζε να υπολογίζει του νέου βάρους την κατανομή στις πλάτες του, διαγράφοντας με τη ματιά την κλίση της νέας ανηφοριάς που απλώνονταν μπροστά του .."

..Στο τέλος των καλοκαιριών … Αφιερωμένο!

A^j^

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

'.. timeless need..'

'Before Treatment' (Rothko)

"..Es ist nicht die Notwendigkeit, Du kennst mich nicht gut, niemand kennt mich.
Komm nicht zurück, bitte mich um garnichts
Verschwen de mich nicht nur für eine Nacht
Ich geh in den Schatten
Das Licht blendet mich, die Wörter machen mich krank
Ich habe es satt.
Ich will nicht erklären, du musst dich entscheiden …”

Χ & P Katsimixas

".. Κι είναι η σοφία που την απόσταση υπαγορεύει.. Kι είναι η σιωπή που απ τη σοφία υπαγορεύεται .. Κι ο χρόνος αναλώνεται στη σιωπή και την απόσταση μακραίνει και μεταλλάσσει τη διάστασή του κι αλλάζει τους ρυθμούς καθώς στα δάχτυλα μετριέται.. Και καταργεί τα δάχτυλα.. επικαλούμενος στο νεύμα μιας θάλασσας το θάρρος και την κίνηση πέρα απ τον άνεμο, πέρα απ τα κοπάδια τ' απλωμένα στα λιβάδια της, τα τοπία του βυθού και τα θαλάμια της φυγής. Κι ο χρόνος αναλώνεται ελπίζοντας στο βλέμμα το ‘εντός’, στην προβολή της αίσθησης και του αισθήματος σε χρόνο αν-ύποπτο. (Μιας προσδοκίας άκρον άωτον ή μιας ανάγκης θώκος;) .. Και υποθέτω, σε μιας ανύποπτης ανάσας στρόβιλο μια σύμπτωση κέντρου με κέντρο, που περιφέρεια ελεύθερη να ορίζει. Κι έτσι ανεπαίσθητα στρόβιλους κλέβω απ΄του ύπνου σου την πιο μικρή ανάσα με το πτερύγιο της ακοής και με την άκρη του αγκώνα και με την άκρη του καρπού και με την άκρη των βλεφάρων. Και με του δέρματος το ανάγλυφο από του αίματος τους θρόμβους και των παλμών την αίσθηση. Και πάλλομαι, δονούμαι, συντονίζομαι σε μύχιες ιδιοσυχνότητες και σπάω και χωρίζουν τα κομμάτια μου και τόπο ψάχνω να χωρέσω σ ένα ψηφιδωτό αν(τ)οχής, πληρότητας και απουσίας. Να χωρέσω, να συγ-χωρέσω ό,τι ατίθασο ξεφεύγει φοβισμένο και φυγαδεύεται μέσα απ΄τα δάχτυλα, μέσα απ΄ τα βλέφαρα, πίσω απ΄ το βλέμμα .. Και όλα αντι-κείμενα, στέκονται εκεί, παρα-κείμενα μετέωρα και ασαφή υπο-κείμενα. Αδύναμα να βρουν μια θέση άλλη πέρα απ της μνήμης μου τη θέση κι απ΄ την αφή στης μνήμης σου τα ταμεία .. Και (εμ)μένω εκεί, εκστατική με τους αλγόριθμους, που μια συνήθεια συντηρεί ερήμιν του καθρέφτη σου και της αλήθειας της κεκτημένης σου το απόλυτο .. Και μένω εκεί, σ΄ αναμονή, τόπο να βρω για να χωρέσω σε μικρές όψιμες καλοκαιριές και σε στιγμές ά-χρονες μιας προσδοκίας. Σε περιθώρια διάκρισης ή .. ‘εκ του υστερήματος’ να βρω διάσταση και χώρο. Και περιγράφομαι και περιέχομαι και περιφέρομαι και συντονίζω την τροχιά με περιφέρεια αντικριστή , γρανάζι και τροχό κι ανάσα αναγκαία και ικανή όσο η απόσταση ασφαλείας μεταξύ τους .. με μιας ακτίνας διαδρομή κλεμμένη από έναν Ήλιο ευεργέτη ή ένα πορτοκαλί ποδήλατο δραπέτη από μνήμες έφηβες .. Ένα ποδήλατο έφηβο σε πτώση κατακόρυφη και κλίση κάθετη .. στη διαδρομή με απόλυτο 'δυικό αριθμό' και χρόνο ά-χρονο σκληρό παρελθόντα έως και αμετάκλητα Μέλλοντα .. τετελεσμένο .."

('..Εδώ, μ΄ ακούς; .. ακόμα και τη μέρα ψιθυρίζω σκέψεις και σαν σε νύχτα ακροπατώ με σεβασμό στου ύπνου σου την παράδοση και σε ταξίδια λογισμών, που αντιστρατεύονται την 'παρουσία' σου σε κάθε χρόνο μου Ενεστώτα ..
Εδώ, μ΄ ακούς; Μ’ ακούς που συλλαβίζω με φωνή (ποιός-θα-το-πίστευε) Ενεργητική καθώς Παθητική φωνή αρθρώνεις σε παύσεις και σιωπές, σε όνειρα κι εφιάλτες ανάμεσα, σε ώρες όψιμες μιας.. Καλημέρας ; Εδώ! .. μ’ ακούς που Ξενυ(χ)τεύομαι 'σιωπηλά' θεραπαινίδα της σοφίας για μιας ..Ξενιτεμένης Καλημέρας .. αντίδωρο ; ..)

.. Καλημέραα!



A^j^

Σάββατο 8 Αυγούστου 2009

.. μια δίνη, μια ελεγεία, μια επανάληψη




Επέστρεφε

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με --
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ' επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ' αισθάνονται τα χέρια σαν ν' αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται....


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1912)


"...Από το χέρι παίρνε με κι απ' τα κρατήματα της σκόνης και της λήθης ... Έλα και παίρνε με απ τα θαλάμια της συρρίκνωσης κι απ το λευκό κελί της πιο ανάδελφης μοναξιάς. Εκεί που τάχα φταίνε οι αποστάσεις και οι περισπασμοί της καθημερινής δαπάνης από το δάνειο του χρόνου ή εκεί που τάχα οι προθέσεις γυρεύουν άλλοθι για το 'ευτελές' τους. Έλα, έλα και παίρνε μέσα απ τα κύματα κι από τις δίνες της σκέψης και σαν σχεδία απ τις στιγμές του πανικού μ ανάσες δύσκολες και φειδωλές φυγάδευέ με. Μ΄ ανάσες, της ασφυξίας συμισακές φυγάδευέ με. Κι από τα λόγια που δεν τόλμησαν να γίνουν ήχοι, το νόημα πάρε, την αγωνία και την πνοή που δεν αξιώθηκαν να καταθέσουν στην εκφορά τους. Μακρύνομαι, νυχτώνομαι κι αγγίζω την ανάγλυφη υγρασία του όρθρου στα μέλη και στα βλέφαρα, που ξάγρυπνα μια προδοσία ομολογούν στην αγκαλιά του Μορφέα. Κι αχ! δε με ξέρεις. Και συ ακόμα δε με ξέρεις. Κι ίσως κάνεις, κανείς δε με υποψιάζεται, κανένα δεν αφήνω -ίσως από άμυνα να μη ραγίσω στο βάρος της παραδοχής ενός ανομολόγητου 'λίγου' ή ενός αβάσταχτου 'πολύ'. Ή του 'τεράστιου' της μοναξιάς ενός ανάδελφου 'εντός' .. Κι έτσι ακριβώς πλανιέται αντίστροφα η υποψία πως κανένα δε ξέρω κι εγώ. Υποψιάζομαι αυτή τη μοναξιά της απόστασης και της απουσίας παντού, ακόμα και μέσα στο πλήθος γύρω, στο πλήθος το εντός, στο πλήθος .. γενικά. Υποψιάζομαι.. Σκιάζομαι και παγώνω σαν το κρυφτό του Ήλιου σε μια έκλειψη.. Στις ώρες τις μικρές της μάταιης προσμονής και της ψευδαίσθησης μιας παρουσίας κι ενός ολογράμματος ιδεατού του κόσμου γύρω και της αγαπημένης μορφής, έξω απ΄ τον κόσμο σαν περιέρχομαι μες στα σκοτάδια τ αξημέρωτα ..έλα, στις ώρες αυτές τις ανύποπτες έλα και παίρνε με.. Μες τα σκοτάδια όλων των ωρών της μέρας. Και των μικρών της νύχτας. Και μουσικές υπέροχες και χρώματα και θεωρήματα και θεωρίες και αξιώματα και γενικώς πειθούς τεχνάσματα και σμύρνα και χρυσό και μύρα φέρε μου, να ξελογιάσεις τους δομημένους λογισμούς της άμυνας και των φόβων των αρχέγονων και της δικλείδας της ασφάλειας την παγίδα . Φέρε στις φούχτες γιατρικό και ίαμα για τα μάτια και για την 'όραση' εκείνη την 'εντός', που τα περί-Τεχνα αναζητά παντού και Τέχνης μορφώματα και πλάσματα της έκφρασης και της ανάγκης πλάθει. ΄Ιαμα στάλαξε στα μάτια τα 'εντός' ν' αντέχουν το σκοτάδι γύρω, μα και το φως το αλύπητο και το άπλετο κι εκείνο το απρόσιτο το κόκκινο βαθύ του δειλινού λίγο πριν το σκοτάδι, που σαν το βλέπεις μόνος τυφλώνει κι απαξιώνει κάθε ομορφιά. Κι εκείνη την ανατανάκλασή του στη θάλασσα, που σαν κοιτάς κόντρα, χάνεις τα περιθώρια, τα όρια, τον ορίζοντα ..τερματίζοντας το κοντέρ στην παραλιακή .. τερματίζοντας τη σκέψη -έστω σαν σκέψη εκεί, στο επίπεδο, στην ευθεία, στο σημείο .. στο σημείο Αιχμής ..στο σημείο Φυγής, στο σημείο Μηδέν. Κι η σκέψη να γυρίζει μυστικά κι αργά με εμμονή καρέ-καρέ τη 'Φαίδρα' μόνο για μια υποψία, μόνο για μια στιγμή, σε μια στροφή, σ΄ ένα crescento .. για ένα salto mortale.. Έλα! και παίρνε με όπως κι όσο κανείς κι όσο ποτέ.. Έλα, ξεγέλασέ με πάλι και αποπλάνησε τις άμυνες και κάθε ρίψασπη λογισμό παραίτησης. Μια αιτία κι ένα λόγο μηχανέψου ξανά να πείσεις, να ΜΕ πείσεις.. Να πλανευτώ, γι ακόμα μια φορά να σου δοθώ ... για ακόμα μια φορά ... και πάρε τη ματιά, τη σκέψη και τους λογισμούς από τη μέθη της ταχύτητας κι από την πλάνη της φυγής. Κι έλα ξανά και ΤΕΧΝΗέντως ΤέχνηΕΝΤΟΣ μ οδύνες γέννας αξίωσέ με και κάθε απέλπιδα παρόρμηση διασκέδασε και μάκρυνέ με απ τη σαγήνη των σειρήνων της. Κι έλα λοιπόν.. Έλα .. ΖΩΗ, και παίρνε με απ΄ το χέρι κι αιτίες δώσε και αφορμές να 'Είμαι' εδώ .. για 'τώρα' και για λίγο πιο 'μετά' ... Κι είναι αυτό μια πρόκληση ασήμαντη στο μέτρο μιας ασήμαντης περαστικής φιγούρας, όσο ένας κόκκος σκόνη στην πλάστιγγα του κόσμου. Και μια υπόθεση ανάλαφρης βαρύτητας μ αντίσταση στον άνεμο μηδαμινή σαν το μικρό φτερό απ το πετάρισμα μιας νιόβγαλτης Συλβίας ... μ΄ όλο τον ίλιγγο ενός ωκεανού να χάσκει κάτω σαν απειλή -ή σαν κατάληξη εφιάλτη, νωρίς ξημέρωμα Σαββάτου πριν η ψευδαίσθηση του Ήλιου σπρώξει και πάλι την κοτρώνα του Σίσυφου για ακόμα μια μέρα …





… Έλα και παίρνε με ..λοιπόν … αγαπημένη (ψευδ)αίσθηση. Ελπίδα φρούδα στ όνειρο του Σίσυφου, ξεγέλασέ με πάλι και ζώντας να ονειρεύομαι Ζωή .. 'αλλού' …"








A^j^

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

"... Πόσο μεγάλα ήταν όλα; ..."


(re-photographed)







"...
νυχτερίδες κρύβονται στην παιδική καρδιά
καθώς κατεβαίνεις τις σκάλες
κάτω απ' τον κισσό
φωλιάζουν οι λύπες και οι χαρές ξεχασμένες
άδειες ντουλάπες έρημες πόρτες
και η γυάλινη σφαίρα του κόσμου
αθώο χορτάρι ζωηρό ψηλό ανασαίνει
σκιασμένο απ' τον καιρό
κάτω από ξεχασμένες κληματαριές οι ίριδες
κι εσύ, μετά από χρόνια
εγώ, μετά από χρόνια
κι έχεις τη νυχτερίδα στα χέρια
τι διάφανα φτερά!
Πόσο μεγάλα ήταν όλα;
το πανηγύρι της ζωής
ο κορμός της χαρουπιάς
Τι θέλεις στην παιδική μου φωλιά;
μετά από χρόνια πατάς το χορτάρι μου
πλάσμα της νύχτας
άσχημο πλάσμα
τι διάφανα φτερά!
..."



(re-photographed)


"...
πάνω στα μάτια σου μια σκιά
και πίσω στους κροτάφους ένα σπήλαιο
και χέρια πολλά και πόδια ανακατεμένα
και απο τη λάσπη λουλούδια και σπέρματα
και μια σοφία φρικτή
ο ήλιος που χαίρεται σαν παιδί
ο ήλιος που πεθαίνει σα γέρος
..."


Ν.

Σάββατο 11 Ιουλίου 2009

Ξαφ-ΝΙΑΖΟΜΑΙ !

Σιώπα !
Και να θυμάσαι
με πόση δοκιμασία απόχτησες
την αρετή ν' αγαπάς.

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

«.. Λέξεις και λέξεις και λέξεις σμιλεύω. Kαι περι-Γράμματα με όρια. Κι ελάχιστα και μέγιστα και έννοιες ασύμπτωτες και φόβους επανάληψης ατέρμονης και μόνης. ..Κι ολομόναχης. Κι η μοναξιά της ανεξαρτησίας να κλείνει βράδυ την πόρτα και απαλά στο πόμολο να κρεμάει μιαν αρμαθιά κλειδιά σαν να προλάβει τάχατες μηχανικά στη μνήμη να περάσει κανόνες διαφυγής και αίσθηση-ψευδαίσθηση ασφάλειας κι υποκατάστατες-άστατες ελπίδες φρούδες, απέλπιδες σχεδόν. Κι ανοίγει η πόρτα σαν απ΄ τον άνεμο, σαν απ΄ τη δύναμη του νου. Το πόμολο γυρνά απαλά και εισβάλει ο δίσημος, ο αμφίσημος Ιανός και ρεύμα και σκοτάδι και πότε φως παραλλαγής και πότε αύρα απόγεια και πότε θαλάσσια, σαν οπτασία, σαν από πάντα αναμονή, σαν αίσθηση-παραίσθηση και σαν πραγμάτωση του ανέφικτου, σαν εμμονή κι ελπίδα ασύμπτωτη. Και πίσω βήματα να προκαλούν τα πέλματα να τα διαβούν, με απομάκρυνσης φορά, με πανικό και φόβο και καχυποψία. Μιας θεραπείας και μιας φυγής υπόθεση, που ακούσια έρχεται στη θέληση -σαν από πάντα πρόθεση, σαν από πάντα γνώση κι ενδοβολή ανεξέλεγκτη. Σαν από άμυνα -τη λέξη αυτή θα διάλεγες καλύτερα- να την καλέσεις σαν ασπίδα και σαν άλλοθι ..Και σπάνε οι άμυνες κι κώδικες σε κοίτη κοινή και πλεύση παράλληλη ν’ από-καλύπτει μύχιες πτυχές και ξάφνιασμα κι αταίριαστα ταιριάσματα μα, ταιριαχτά περί-Τεχνα και Τέχνης σπέρματα.. Κι η Τέχνη ΕΝΤΟΣ ξανά, αφ-ΟΡΜΗ ζωής και όχι .. ΤεχνηΕΝΤΩΣ..

.. Κι εκεί στο απέραντο βασίλειο της έλλειψης, στου απόλυτου δήθεν την επικράτεια, στη μονοκρατορία του πιο αυτάρεσκου εγώ. Εκεί είναι που τρομάζω το ‘πολύ’ μου και την αλήθεια μου. Εύθραυστη, κρυστάλλινη κι εμπιστευμένη στα παιδικά σου δάχτυλα και στη αμφισημία της παιδικής παλάμης σου. Κι απίστευτα τρομάζω μέχρι την εξαφάνιση της όρασης, της φυσικής μου όρασης ακόμα, που καταργείται κι εξαφανίζεται στην αντανάκλαση των πολλαπλών ειδώλων σου, σε κάτοπτρα κυρτά και κοίλα, τυραννικά παραμορφωτικά που απάνθρωπα με καταργούν και την αλήθεια μου αναιρούν στην πιο βαθειά μου ανάσα εκεί. Εκεί, ανάμεσα στη κοίτη του λαιμού και της κλείδας σου μέχρι το οροπέδιο που απλώνεται μακριά κάτω απ΄ του στέρνου την απλωμένη ξεγνοιασιά. Εκεί, που μάχης τόπος γίνεται κάθε ξημέρωμα που οι ακτίνες του Ήλιου μάχονται για της αφής σου την πρωτιά με των χεριών μου τη λαχτάρα, την πιο ακριβή αίσθηση στους γευστικούς μου κάλυκες, με την πρώτη καλημέρα στα βλέφαρα σου που τρεμοπαίζουν άπληστα ρουφώντας τον χρόνο της ξάγρυπνης αναμονής μου ...

.. Και ξέρεις! Το ξέρεις ήδη με τη σιγουριά του αίματος και των παλμών και τη σιγουριά της ευθείας του βλέμματος. Κι η θλίψη, κι αυτή ακόμα είναι ανάδελφη και μοναδική και λόγο δίνει μονάχα στις φυλακές της νύχτας και στις φυλακές τις εντός. Διογκωμένο, διογκωμένο δέρμα κόκκινο και λείο με αντανάκλαση παλμών και φθόγγων και πλέγματα χεριών και βλέμματος με μια υποψία θρήνου ή λυγμού ή έστω ενός χαμόγελου για το άγγιγμα του ανέφικτου. Αγγίζω τις άκρες των πληγών πάνω απ το δέρμα, πάνω απ της σάρκας τη θεραπευτική σπουδή με επι-θέματα στοργής. Αγγίζω τις πληγές και μεταλαμβάνω του αίματος τη σκουριά. Και στου χαμένου χρόνου το μετείκασμα μεταλαμβάνω την πίκρα των φωτεινών χρωμάτων μιας όψιμης ανατολής ανιχνεύοντας τις μέχρι εδώ διαδρομές του. Μεταλαμβάνω στο εύθραυστο των λεπτών αποχρώσεων την περιπέτεια και την έκπληξη στου φάσματος τις διαδρομές. Το κόκκινο νήμα - θυμάσαι που ψάχναμε το 'κόκκινο νήμα'; Σ΄ ανόμοια κι ανοίκεια ανάμεσα να βρούμε, να ενώσουμε το «όλον» σε «ένα». Ν΄ ανα-καλύψουμε στης λάσπης της ψηφίδες τις διεργασίες του χρόνου και της σιωπής. Την πρόοδο της γνώσης του σώματος και του αίματος. Και της πνοής τη μετάγγιση εκ του σύνεγγυς. Και πόσο αυθαίρετα ή απεγνωσμένα την κόκκινη γραμμή τραβάς ορίζοντας το ‘μέχρι-εδώ’ σου; Και τάχατες πότε η άμπωτη και πότε η παλίρροια ορίζουν τις πιο μύχιες πηγές μας;




- Πόσο μισώ αυτό το πρόσωπο του Ιανού, αυτή τη σύμβαση με το παράλογο που την αλήθεια μου αναιρεί και σε Μακραίνει, με Μικραίνει, σε Πλανεύει, με Παιδεύει …




- Τρίζω! μ' ακούς; Ίπταμαι, ποντίζομαι, βαθαίνω, υψώνομαι .. κι εσύ, ακόμα κι αυτή τη φράση την ξέρεις από πριν. Εσύ, στο χέρι που κρατάς σημαίνοντα και σημαινόμενα, αδιάφορα κι απλά και με σπουδή και με φροντίδα, κάθε σταγόνα ιδρώτα και χυμούς ζωής στραγγίζεις στο τάσι μεταλαμβάνοντας το στέαρ και το παχύ και το πολύτιμο με σποδό και περίσκεψη, με ταπεινωμένο το φρόνημα και με ευγνωμοσύνη για τη στιγμή της σύμπτωσης και της πλοκής των λέξεων. Των έξεων την περιπέτεια στο γεφύρωμα των άκρων με των ..’άωτων’ τον προσδιορισμό.. Κι η υποψία της νύχτας σκιάζει τη ματιά μου καθώς σε βλέπω φεύγοντας πρωί να ξαποσταίνεις στα στρωσίδια με βλέφαρα που ακόμα τρεμοπαίζουν αναποφάσιστα σ όνειρο ανάμεσα και καλημέρα. Κι αν είναι τάχα μιας ισορροπίας ταγός και ενός εφιάλτη φόβος , δύναμη κεντρομόλα θα επινοήσω, εδώ στο κέντρο να σταθούμε όμοροι και ισόρροποι και με τα μάτια στο ίδιο ύψος, κέντρο με κέντρο να ζυγιάζονται κι όλα τα αταίριαχτα, τα μύχια, τα διάφορα, τα ξένα συμπλήρωμα να γίνουν. Κομμάτι αναπόσπαστο και 'Ορισμα-προΟρισμός στο ανάδελφό μας ‘ΟΛΟΝ’..»


(.. dedicated ..)

A ^j^


Παρασκευή 3 Ιουλίου 2009

"... θα λυθούν τα γόνατα, τα χέρια και θα λυθούν τα μάγια της γης ..."





(rephotagraphed photograph)



"... 
Χωρίς ενοχλήσεις Άφησέ τον Να γράψει 
Ανέξοδα κάθεται η Μνήμη του 
Και Χαιδεύει τους μηρούς του 
Πριν απ' τον Ύπνο Σε θαυμάσιες κάμαρες  
Η Αντήχηση του εαυτού Αντιλαλεί
H φωνή σου Στις σπηλαιώδεις κοίτες 
Η κραυγή σου  Στη χαράδρα του Αχέρωντα ...



Έτσι φερμένα Όλα  



Κόσμος μετά από κόσμους Μέσα σε κόσμους 

Κοάζει το βατράχι Τρέχει το νερό 

Στο πόδι μου Ένας αφρός από σπλήνα και Έντερα 

Μια Ιστορία μουχλιασμένη Ένα νύχι κόκκορα 

Το ρετσίνι από μια Μυγδαλιά 



Ο Πατέρας μου Πεθαμένος 

Ένας Σωρός από ρούχα 

Μια φωτογραφία Παιδιού 





Πάνω Πάνω Από τη μία Η άλλη Οι στιγμές 
Κι έτσι κι ο τοίχος Το δέρμα μας Το βλέμμα μας 
Πάνω απ' τα μάτια μου Άλλα μάτια Άλλων ματιών 
Και η σύνθεση Θάβεται στις Ρίζες των φυτών
..."



Νήμα κόκκινο, νήμα του αέρα ακούγεται η σιωπή;
μπορείς να δεις αυτό που βλέπω;
Υπάρχουν λέξεις; υπάρχουν λέξεις για να πω την ιστορία μου;
Και μαζί την ιστορία των πραγμάτων;


(Robert Flynt)

Ν.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

"... Τι θα ήταν η ζωή αλλιώς, τι θα ήταν διαφορετικά παρά μια φρίκη, μια φυλακή αναπόδραστη ..."




"...
πάνω στο τραπέζι ένα σώμα αναλύεται
πάνω στο τραπέζι ένα σώμα αναρώνει

και πάμε εγώ και συ στο άδειο σπίτι σαν τους κλέφτες
ανεβαίνοντας τα πατώματα περνώντας τα σύμβολα στους ορόφους
τους πλατείς σταυρούς
αυτούς τους διεσταλμένους πίνακες
να δούμε τι έχει μείνει και να το αρπάξουμε σαν κλέφτες
ένα άδειο όνειρο
ένα μάτσο γραβάτες
ένα ξεχασμένο βιβλίο

κι έπειτα με τον ήλιο ψηλά, ένα τεντωμένο κορμί
το γέννημα της σαρκός σου
..."

Ν.




(Andres Serrano)

"κι αμέσως από την αρχή ως το τέλος περάσαμε
όπως όπως ακολουθώντας ένα λεπτό νήμα αέρα
κι ένα κομμάτι από σκοτάδι μες στις βλέννες"


"... όσο κρατάει ακόμα το μετείκασμα και αυτή η αντήχηση, ο αντίλαλος, η κραυγή, η ευχή σου, η κατάρα σου ..."


"...
Γυμνός στο διάδρομο διπλός εγώ κι η όραση, να κρατήσω ήθελα το παρελθόν
και χάθηκε,
δροσερό σκούρο μάρμαρο, ο καθρέπτης σαν πόρτα απατηλή
κι όπως αφήνει το ίχνος της η ζωή εμμένοντας για λίγο
ενώθηκε το πρόσωπο και άπιαστη η σάρκα του ονείρου
και χάθηκε
και ανεβαίνω ακόμα, πιο ψηλά απ' τον πέμπτο να βρώ τι;
μόνο ένα φάσμα υπνωτικό
τη νεότητά μου
το γήρας σου
όπως το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς
πολύ ψηλά σ' αυτό το αβέβαιο μπαλκόνι
κι από το ανύπαρκτο κορμί σου που σαν υδράργυρος κυλούσε
πάνω απ' τα πράγματα, μέσα στη βρωμιά,
έμεινε μονάχα ένας τρυφερός ψίθυρος και η ανήσυχη ροή του χρόνου
να χτυπάς με το πόδι σου την ώρα
και να τιμωρείς ή να τιμωρήσαι

...

Τι θέλω ακόμα εγώ σ' αυτό το μαυσωλείο
έτσι διεσταλμένος που έγινα
έτσι όπως μεγάλωσε ο κόσμος
νύχτα μέρα ζωή και θάνατος
έτσι διεσταλμένος που έγινα
νεότητα και καρκίνος
αφοσοίωση και εγκατάλειψη
ευχή και κατάρα
ο πέμπτος ο τέταρτος ο τρίτος ο δρόμος αυτό που βλέπουν τα μάτια μου
αυτό που χωρούν τα πλευρά μου
να περπατώ στους άθλιους δρόμους της Αθήνας
και κρώζει κρώζει η καμπάνα δαιμονισμένη
και φωνάζουν οι ζωντανοί σαν τους τρελούς πίσω απ' τους θάμνους
τους πεθαμένους
Τι θέλω ακόμα εγώ νεκρός μες τους νεκρούς απ' τη ΔΕΗ στο σουπερμάρκετ στο φαρμακείο με τα παυσίπονα ένα πλυντήριο και μια σκάλα του σκότους

Από τις άκρες της νύχτας το πρωινό όταν ο ήλιος φτάνει στον ύπνο σου πηγαίνεις εκεί
χωρίς να ξέρεις που πας και ανεβαίνοντας ψηλά θες να κατέβεις κάτω
να ξεσκεπάσεις το κρυφό να δεις το αόρατο
και την πηγή της ηδονής να ακουμπήσεις και πάλι
αυτή που με θάνατο μοιάζει
σάρκα σάρκα σάρκα η ώρα σου έχει έρθει
και όπως χτυπά η καρδιά οι πόρτες ανοίγουν να εισέλθεις
ή να βγεις κι ελεύθερη να πετάς στον αιθέρα, μια φτερούγα μια πλευρά να πεθαίνει και η άλλη να ζεί
ποιαν άλλη λύση να βρώ; ποιαν άλλη ανάσα;
..."

Ν.


(Andres Serrano)

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2009

"... πως θα το ξέρεις ποιαν εννοώ; ..."




(Joel Peter Witkin)


"...
κι αν άλλαζα τον κόσμο ή τα χέρια κι αν άλλαζα τα πρόσωπα, τα πόδια, το βλέμμα, το κάθισμα
ακόμα και τότε, από τη δυστυχία πως να απέχω, να χαθώ, να χάσω
αυτή τη σάρκα που ξεχειλίζει σαν ποταμός
κι αιχμαλωτίζει κι ανήσυχη περιφέρεται τις νύχτες στο σκοτάδι
όταν κανείς δεν την βλέπει
λεία λεία κόκκινη σάρκα φουσκωμένη με αίμα
ανήσυχη σάρκα ανήσυχα μάτια
κι έρχεσαι τόσο κοντά που μυρίζω το δέρμα
κι αναλύω τα κύτταρα και θαμπώνω τις τρίχες σου
και δύσμορφη η όραση απλώνεται στο πρόσωπο από τη μύτη στο λαιμό
και γεύομαι διογκωμένη τη θλίψη
όμως ποια απ' όλες; πως θα το ξέρεις ποιαν εννοώ; πλατιά; ψηλή; ή πλαδαρή;
έτσι όπως ξεχειλίζουν οι κοιλιές με μια χλωμάδα στα πλευρά μια κίτρινη λωρίδα στα πλευρά
και το κίτρινο του καπνού του απογεύματος, τη στιγμή ή την ώρα
που στα παράθυρα δύουν οι τελευταίες ακτίνες
κι ένα παντελόνι αναλύεται σ' αναφιλητά και βουρκώνει
κι ένα τραπέζι και μια καρέκλα τρίζουν τρίζουν σφυρίζοντας το βλέμμα μας
που χάνεται
..."

N.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009

"... οι λέξεις αυτές άψυχες θα κείτονται στο πάτωμα ... στα μάτια ενός καλοκαιριού νεογέννητου ..."


"...
κι έπειτα πίσω απ' τη σάρκα μας η όψη του θανάτου
κοιτάζει το πρόσωπό της
...
πρόσωπο με πρόσωπο
θάνατος με θάνατο
..."


(αυτοπροσωπογραφία σε T-shirt)

"... μέσα στη σάρκα κατοικείς 
τη σάρκα αυτή την ακαθόριστη 
τη σάρκα αυτή την αόρατη

όπως χτυπούν τα δευτερόλεπτα όλος ο κόσμος σύρεται
οι τοίχοι το πάτωμα το κρεβάτι η ανάσα σου

εδώ και τώρα εκεί και τώρα δίπλα
ένας γίγαντας ξεπατώνει το κορμί σου

και το σύρει και το πετά
και το περνά μέσα απ' τους τοίχους

στον άδειο χώρο να χωρέσει και στην όραση

και χάσκει η άβυσσος στα μάτια μου
όπως γυρίζεις κι όπως αναπνέεις

και πάλλεται η καρδιά σου 
και ματώνει

ένα λεπτό χρειάζεται
και πια δεν υπάρχεις ..."



(αυτοπροσωπογραφία σε T-shirt)

"... κι έπειτα όταν θα περάσει χρόνος πολύς
οι λέξεις αυτές - άλλοτε σαν λεπίδες επικίνδυνες
και φαρμακερές σαν δηλητήρια θανάτου -
άψυχες θα κείτονται στο πάτωμα
σαν καύκαλα λεπιδοπτέρων
στα μάτια ενός καλοκαιριού νεογέννητου ..."

Ν.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

"... home ..."





















"... σκάλα και πάτωμα εξαφανίζονται
και γέρνουν τα επίπεδα και κρέμονται
κι ήταν εδώ ένα πιθάρι μικρό με λάδι
και τυλιγμένο από αιώνες ένα πανί μιας εποχής χαμένης
δίπλα σ' ένα τσουκάλι κι έναν αργαλειό
όπου το φως σιγά σιγά κι η σκόνη υφάναν
κι από τη μέση δεν αντέξαν οι πέτρες κι ούτε τα ξύλα
τόσα βάθη τόσα σκοτάδια
και χυθήκαν όπως χύνομαι κι εγώ
να βγώ όπως όπως ν' αντέξω που ξεχειλίζουν τα πλευρά
και τρέμουν τα χέρια
που ξεχειλίζουν τα πλευρά και τρέμουν τα χέρια ..."

Ν.




















"... Τι ήθελες; και τώρα τι θέλεις;
Τα πρόβατα καλούν από ψηλά, ένα σκυλί ήρεμο ζωηρό γαυγίζει
οι κότες μυρηκάζουν σχεδόν μέσα στις λάσπες
ένας νεαρός στενάζει μ' ένα μηχανάκι
ένα αρνάκι μάλλον έχει χαθεί ή έστω ανησυχήσει
πολλές φωλιές πουλιών στα κεραμίδια
και λίγο παραπάνω άγριες ζουμερές μολόχες σχεδόν έκλεισαν το στενό
ένα ερειπωμένο παράθυρο κρέμεται από ψηλά
ο ψηλός τοίχος γέρνει
ο βράχος με τη μεγάλη φραγκοσυκιά γελάει μες στα γεράνια

Τα δάκτυλά μου μουδιάζουν
που θα τα βάλεις τόσα πράγματα;
τα όμορφα κρύσταλλα που λάμπουν στο ήλιο ..."

Ν.




















"... Ένα γυμνό όμορφο σώμα το άγγιξε το φως το όμορφο φως
και δίπλα του αργά αργά η σκόνη να φτερουγίζει
Ένα γυμνό σώμα ένα όμορφο σώμα το άγγιξε το φως ένα όμορφο φως
και πάνω του μια άχνα αργά αργά ανεβαίνει
και τώρα μέσα στο κορμί μια γλυκιά θέληση για απόλαυση
και η νάρκωση του ήλιου που δύει
Όλα ζητάνε να υπάρξουν να ριζώσουν
και ρουφούν ρουφούν τις στάλες του νερού τις στάλες του αέρα
και πλαταίνουν ..."

Ν.









































"... πάλι ήρθε
με της ασθένειας την ομορφιά και τη δύναμη
δυνατός και ζωηρός μες τις δυνάμεις του στήθους
που αναπνέει και πλαταίνει 
στον ανοιξιάτικο αέρα
λουλούδι παράξενο των κυττάρων
κι απορημένα κοιτάζουν όλα τα φυτά, τα ποώδη, τα σαρκώδη, οι κάκτοι
και στρέφουν το βλέμμα οι μέδουσες, και έπειτα πάλι κοιτούν τον ήλιο κατάματα
με ορθάνοιχτα στόματα και χέρια και πόδια απλωμένα
με βουβώνες ορθάνοιχτους χαίρονται
κι έπειτα όταν σκοτεινιάσει λιγάκι, ντρέπονται κι αρχίζουν να κρυώνουν
και ρίχνουν πάνω τους ένα λεπτό πέπλο, μες στο απόγευμα, μες στο σκοτάδι ..."

Ν.


Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009

".. κι οι χάρτες θα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους εκεί που ο νους μονοπάτια μηχανεύεται .."

ImaginationKnowledge_Einstein

«.. Οι άκρες των δαχτύλων μου, Κυκλωτικές διαδρομές μ ανάλαφρα ποδήλατα στα όρια του προσώπου σου. Στη γεωμετρία των γραμμών σου Εκεί, στο τρίγωνο που σμίγουν τα φρύδια, οι τεθλασμένες των ματιών και οι καμπύλες του χαμόγελου. Στις οξυγώνιες εκφράσεις των φόβων σου και στο αμβλύ μονοπάτι του τρυφερού ύπνου στα μάτια σου. Η θάλασσα μέσα μου, Η πάλη μέσα μου Κι η άμπωτη.. Μες την παλάμη μου ο Λίβας της ανάσας σου, στρόβιλος κι άνεμος και νηνεμία. Όταν αγγίζω με τ’ ακροδάχτυλα τις απολήξεις σου και το περίγραμμά σου σε περι-Έχω και περι-Έχομαι. Κι αυτό, το τόσο προβλέψιμο το τόσο πεπερασμένο ταξίδι όσο δε λέει να ξεκινήσει νοιώθω να μη τελειώνει πουθενά. Νάναι μακρύ χωρίς Ιθάκη Και δίχως λογισμούς. Με μιαν απόλυτη συνέπεια στο κέντρο μου, που ψάχνει ακόμα ψάχνει, μια περιφέρεια ανάδοχο να με περι-βάλει. Στο κέντρο μου να βάλλει, Εντός να με έχει, να με περι-έχει με τη στοργή μιας σκέψης μόνης κι ανάδελφης και σιωπηλά κρυμμένης Κι ακόμα ανώριμης να πλανηθεί σε πλέγματα λέξεων σε σχήματα ήχων, στον απαλό της μίσχο ακροβατώντας πάνω απ το δίχτυ ασφάλειας της τρυφερής ασάφειας του παιδικού σου βλέμματος. Οι αναπνοές σου, Κουκούτσια των καρπών της Άνοιξης στα δάχτυλα, σαν όστρακα ερμητικά κλεισμένα, Σαν πύλες απροσπέλαστες σε τείχη θεόρατα. Σαν τάφρος του ψηλού του Πύργου της γεωγραφίας σου, που σε μακραίνει, από την έκταση των χεριών μου και τις αναμονές στ ακροδάχτυλα απελπίζει κάθε που ξημερώνει αύριο. Λίγο πριν βγει ο Ήλιος - Λίγο μετά, σαν όνομα η μέρα αλλάξει, Θα σε φωνάξω πάλι. Θα σε φωνάξω πάλι με την αθώα ένταση της ξάγρυπνης πνοής, μέσα απ' του ύπνου τον ψίθυρο, μέσα απ τους μίσχους ώριμων σταχυών και μέσα απ του πυρήνα σου την άφεση στα ακροδάχτυλα μου, που άπειρα ν αγγίξουν τ άπειρο τόλμησαν μ έμπνευση κι έγνοια κι όχι από γνώση κι όχι από μνήμες και τριβές, μα με προσάναμμα στης νύχτας την προοπτική την παρουσία του χρόνου σου στο ρεύμα, στους αρμούς και στα σπασμένα μέλη μου, που αιώνες χάσκουν στο κενό και τώρα στο καινό ισορροπούν στις παύσεις και στις σιωπές σου ανάμεσα ..»

A^j^

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

"... Και έτσι με το φώς του ήλιου ..."


αι έτσι με το φώς του ήλιου καθώς ζεσταίνει ο καιρός
ακούγοντας τον πρωινό και το μεσημεριανό άνεμο
αναπολούμε και αναζητάμε το παρελθόν και το μέλλον
χαμένες παιδικές φωνές, θαμένα σώματα, πνεύματα κατεστραμμένα
σπίτια θεόρατα με κρεβάτια φιδιών και βωμούς από αξημέρωτες νύχτες
"ζωντανά αγάλματα" σωμάτων
 τα πέτρινα δάχτυλα
και τα πτερύγια της ανοησίας ...

άνοιξε άνοιξε το σώμα σου στα δυό ..."
























"...
Πήγες λίγο πιο πέρα, πήγες πιο πέρα το χέρι, το αόρατο δάκτυλο
το μεγαλείο παραπέρα, πιο πέρα, 
ένα μαυσωλείο, ένα σπήλαιο
κι έπειτα από την κορυφή κύλισες κάτω
στρέφοντας το κορμί, στρέφοντας το νου
κι ο αέρας σε μια στιγμή
άλλαξε
κι όλο το ψέμα έγινε αλήθεια, όλη η αλήθεια έγινε ψέμα
ψέμα - αλήθεια, αλήθεια - ψέμα, ξανά και ξανά κι έπειτα
ο χρόνος περνά κι από το χνάρι του σώματος τινάζονται ψηλά
κραυγές ελατήρια λυγμοί λέξεις
κι ένα σιδερένιο καρφί που ματώνει και χτυπά
(ματώνει την καρδιά ματώνει την ψυχή)
και το φως συσπάται και θλίβεται το φως
κι απο τους αναπαλμούς μια μάσκα θανάτου φαίνεται
κι ανοίγουν τα στόματα οι μοίρες γερασμένες
κι από τον τάφο ακροπετά στα κυπαρίσια η μητέρα ...
Γλυκό είναι το αεράκι του απογεύματος
και η ώρα τώρα που χορεύει η φαντασία απροσάρμοστη
και συσπάται
Λίγο πιο πέρα κρύβονται τα μυστικά
λίγο πιο πέρα χάνεσαι
και μικροί οι μεγάλοι καθρέπτες εμφανίζονται
όπου μέσα στη λάσπη σέρνονται τα σωθικά σου
όπως σκουλίκια της ηδονής
και είναι λέει ένα χέρι είναι μια αγκαλιά που σαν πούπουλο μυρηκάζει
στις τρίχες σου
και τρυφερή χαϊδεύει την κοιλιά σου στον αιώνα
και έρχονται γλυστερά παιδιά μες τις ποδιές μας
και αγκαλιάζουν τα μάγουλά μας
και τρίβουν τα χέρια μας, απ' την κοιλιά μας γεννήματα
και στις πολυθρόνες μας σήπτονται οι μηροί
τα παντελόνια και χάσκουν, οι πρωινές παπαρούνες
που ντροπαλές κατεβάζουν το κεφάλι στην αισχυμοσύνη ...
Σαν έλασμα, όπως ελατήριο
σαν έλασμα τινάχτηκε κι αστόχησε το βέλος
κι ο στόχος - αδύνατος - πιο πέρα
πιο πέρα απ' το χέρι, το αόρατο δάκτυλο
ένας νους μισός φεγγαρόφωτος
κι έπειτα εσύ
εσύ κι εγώ που από την κορυφή κύλησες και βρέθηκα κάτω
άδειος ..."

Ν.



Παρασκευή 22 Μαΐου 2009

"..κι αυτός ο καθρέφτης μιλούσε αληθινά, κραυγάζοντας φάλτσα .."

".. Η Σιωπή μου .. Εδώ, ριζωμένη ποιός θα κρατήσει τη Σιωπή που γλιστρά απ τα δάχτυλα σαν χρόνος άπιαστος ποιός θα κρατήσει τα κάρβουνα της σιωπής μου στα χέρια; Αέρας, φεύγω σαν ήχος σιωπηλά σκορπίζω κύκλους ομόκεντρους. "Δεν έχω ήχο, Δεν έχω ήχο, Δεν έχω Η-Η-Ήχο!!!" Μονάχα μια κλεψύδρα σιωπής Ανεστραμμένη. Και άμμο. Ο αέρας σκορπίζει τ αποφάγια του χρόνου. Ο αέρας μαζεύει ξερά φύλλα Στους στρόβιλους της παραζάλης. Δεν έχω πια ήχο. Μόνο η σιωπή ενδιαφέρει την άμμο. Μόνο η άμμος ενδιαφέρει Την κλεψύδρα. Δεν έχω ΣΙΩΠΗ πιά. Μόνο μια άδεια κλεψύδρα... κι ένα καθρέφτη φάλτσο .. "


sans famille ...

(..Αγαπημένη μου, Δε θα μ ακούσεις ποτέ μ αυτή την ήσυχη συνείδηση. Κραυγάζει τόσο αυτάρεσκα Στον καθρέφτη σου Που δε χωράει ο λυγμός μου. Δε θα πιστέψεις ποτέ Τη θνησιγένεια της μνήμης μου, Τις συγγενείς προδοσίες μου. Φωνάζει τόσο ο λογισμός σου Το δίκιο διαλαλώντας Που δε χωράει η συνδιαλλαγή μου με το θάνατο .. Δε θα μ ακούσεις ποτέ Γιατί δεν έχω Ήχο πια. Μόνο Σιωπή Που τελειώνει σαν τη διαδρομή μου .. Μονάχα, να θυμάσαι τις ίδιες αφ-ορμές του αίματος, την ίδια βρύση και το χρόνο που στάλαζε παράλληλα στις φούχτες μας ..) "


A^j^

Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

Α2Ν : 14 "..λιμνάζει η αναμονή .. κι αποστραγγίζει τ απομεσήμερα που ξεχειλίζει η απουσία σου .."


"... και τώρα, ακόμα λίγο να μπορούσα του προσώπου την άκρη να πιάσω ..." Ν.

«..Η απόσταση κι η ανάγκη
σταλάζουν μέσα μου.
Κι ο χρόνος
κι ο χώρος
σπουδάζουν την απορία μου.
Σταλάζουν μέσα μου
ερήμην σου
και υγραίνουν μ αγωνία
τα δάχτυλα της μνήμης
Και ψηλαφώ τη σιωπή.
Και ψηλαφώ 'εντός'
ακυρώνοντας την ευεργεσία
της παρουσίας σου..
Σταλάζει κι η σκιά σου
σ όλες τις διαφυγές μου.
Κι από τις φράσεις
και από τους φθόγγους
των φόβων,
που γλίστρησαν
απ το πεζούλι της φρίκης μου
στην τρυφερή παλάμη σου,
λιμνάζει η αναμονή
στην αντίστροφη ανάγνωση του χρόνου ..
Και ψιθυρίζει το μονότονο
τραγούδι μου.
Κι αποστραγγίζει ..
κι αποστραγγίζει
τ' απομεσήμερα
που ξεχειλίζει
η απουσία σου ..»

@N. : ".. θα πλεύσεις, θ΄απογειωθείς σ' ένα διάδρομο προσγείωσης. Σε μιά επιστροφή .. θα πλεύσεις.. ξανά σε μεσημέρια παρουσίας θα κουρνιάσεις .."



A^j^

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

"... και τώρα, ακόμα λίγο να μπορούσα του προσώπου την άκρη να πιάσω ..."



(rephotographed photograph)

"... κι έπειτα εσύ
εσύ κι εγώ, που από την κορυφή κύλησες και βρέθηκα κάτω
άδειος
χωρίς πνοή χωρίς ζωή
και άκληροι πεθαίνουμε πλάι πλάι και μόνοι
και είναι που δεν έμαθα να ανοίγω τα μάτια ν' αναπνέω
ή να φυλάω σκοπιά
ή που τα χέρια τυλίσσω γύρω γύρω
κι είναι που σιγά σιγά εξαφανίζεσαι
και θολώνεις και δεν βλέπω καλά την κοιλιά σου ή το κορμί
και το ξανθό χαμόγελο
και μαζεύω τις στάλες, κι απ' το στόμα όταν κυλούν
και με το πόδι κουτσό ανοίγω το φως το σβήνω
και ζεσταίνω νερό, κι ο ήλιος κλαίει
και πλένω τα χέρια μου ξυρίζομαι
και μεγαλώνω
και τώρα, ακόμα λίγο να μπορούσα του προσώπου την άκρη να πιάσω
και νεκρά τα χείλη να πετούν
και να δακρύσουν οι τοίχοι
έρχονται νομίζω όταν καλείς και πάλλονται όπως οι φλεγόμενες βάτοι
και συναθροίζονται διαμελισμένα τα μέλη μας
και αγγίζονται
όπως όταν κοιμόμαστε γλυκά κάποια αιώνια μεσημέρια
που σταμάτησε η καρδιά
και ακίνητο το δέρμα στέκει σαν τύμπανο
με την αύρα της νίκης ..."

Ν.

"... Τι θα ήμουν; τώρα που κοιμάσαι να ξύπναγα κι ανήσυχος την ανάσα σου να φυλούσα κρατώντας τη δική μου; ..."




"... Να αφουκράζομαι σχεδόν Τη ζωή των πραγμάτων Τη δική μου Την άψυχη ζωή Αυτό το μυρηκασμό Που αναμοχλεύει την τροφή μου Αυτό το δηλητήριο Που πικραίνει το αίμα μου Κι αυτή την τρομακτική πυκνότητα Του εδώ Αυτή τη μεταλλική λάμψη Κάπου σ' ένα χρόνο παλιό Σ' ένα τόπο μακρυνό Ένας παραδίνεται στον ύπνο Κι εγώ ανάκατος Μια λάσπη από αίμα Να τιμήσω θέλω Τους τράγους Στο σκοτάδι των βουνών Το σύρσιμο μέσα στα δέντρα Τα ακανθωτά Τα πλευρά Τα οστά γυμνωμένα πια Μια γυναίκα που έπεσε στη θάλασσα Μια άλλη που χάνονταν Στη νύχτα και στη μέρα Ένα γέρο που πέθανε ήσυχα με μια λάμψη Ένα γέρο που πέθανε πικρά Ένα αγόρι Έναν άντρα Που παριστάνει τον Πάνα Κάτω απ' τις βαλανιδιές Ένα στόμα Το χνώτο Το μουσούδι ενός κατσικιού Στο σκοτάδι Τους ανθρώπους τους τυφλούς Τις πηγές που στερεύουν Τις αισθήσεις που χάνονται Αυτή τη χειρουργική της αναισθησίας Και τους βρυχηθμούς των μηχανών Που κουβαλούν τα εντόσθιά μας Το χώμα που μας καταπίνει Και τη βαθιά σκοτεινιά του μυαλού μας Όπου μια ξεχασμένη φωνή ηχεί ακόμα Και μια οθόνη Τρεμοπαίζει Μια φλόγα Τρεμοσβήνει ..."

"Πόσο κοντά να πας στο σκοτεινό ήλιο; ..."

Ν.