Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

".. silence between us .. "


¨"..Πόσο φτωχές οι λέξεις; Πόσο φτωχές οι λέξεις μας και ύβρις, όταν η 'Σιωπή' κοινός παρονομαστής κι απόλυτη τιμή ορίζει το 'όλον' των λογισμών και περιέχει το 'ανείπωτο'; Και Μας περιέχει πεπερασμένους και μικρούς και λίγους, να τη 'γεμίζουμε' με τα κουρέλια των φθόγγων μας και με τα ψίχουλα του χρόνου μας. Την κατανόηση των αποσιωπητικών της να υποθέτουμε ... -Πόσο μικρός να υποθέτω τη σιωπή και πόσο τάχα αφελής να την αγγίζω κιόλας !

.. Όλες οι μνήμες κι όλες οι αφές -οι επαφές, καλούν τις άκρες του Νήματος να μας τυλίξουν. Να πλέξουν γύρω μας όψεις και υποψίες και στο λαβύρινθο των αποσιωπητικών της Σιωπής να γίνουν μίτος και φως διαφυγής στην άκρη του τούνελ.. -Ή έστω τουλάχιστον, ένα μετείκασμα πιο ελπιδοφόρο σ΄ αντίστιξη του τρόμου των λογισμών μας. Κι αν ήδη ένα όνομα φοράς, αυτό το ‘λίγο’, το πεπερασμένο της δύναμής μου να το ελέγξω, κατάλοιπο του συγγενούς μου εγωισμού, με κάνει και σου απευθύνω λόγο και σκέψεις έτσι, σαν σε ένα Αφηρημένο δεύτερο πρόσωπο / απρόσωπο, μ όλη τη στέρηση του Α ζητούμενο και σύμβολο και άκρο άωτο της κατανόησης του όλου και της απάρνησης του περιττού.

.. Η 'ιστορία των πραγμάτων' υπο-κείμενων, αντι-κείμενων, παρα-κείμενων. Τροχιά καμπύλη κι ασύμπτωτη. Ποιος τάχα την ορίζει και ποιόν με νήμα κόκκινο διαπερνά; Ποιος τάχα ορίζει 'εαυτόν΄ και ποιος τον 'έτερον'; -Εγώ; -Εσύ; -Εμείς; Και να, που καταλήγουμε στο τέλος αντωνυμίες προσωπικές και κτητικά επίθετα. Τύποι ρηματικοί και αμφίρροποι μεταξύ ενεργητικής και φωνής παθητικής … Μικραίνουμε στη μοναξιά του Ενικού και περισσεύουμε στα όρια απρόσωπων πληθυντικών. Κι ο Δυϊκός αριθμός, θεός από μηχανής και πόλη καταφυγίου για το ‘εγώ’ και το ‘εσύ’ μας. Και στη Σιωπή και στην απάντηση που υφαίνω στο μυαλό, γίνεται αντίδοτο στη φρίκη και στην απόσταση γιατρειά… Και οι λογισμοί μου, πάντα χαμηλόφωνοι, για ν΄ αντιστέκομαι στην πρόβλεψη που με στερεί και στη στατιστική ως πιθανότητα ανατροπής. Και σαν απόκριση στων άκρατων κριτών, που ανάξια κοάζουν, τη φλυαρία…

..Και τι θα μείνει, αν όχι άνεμος ανάμεσα στις λέξεις μας; Και τι θα μείνει, αν όχι μνήμης ψήγματα στη λήθη; Και τι θα μείνει, αν όχι υγρασία σε άδειες παλάμες; Και τι θα μείνει αν όχι η βέβαιη αίσθηση σ΄ αντίστιξη της ξιπασμένης γνώσης; Και τι θα μείνει απ τις αντωνυμίες ανάμεσά μας, αν όχι τα ουσιαστικά τα επιούσια; Κι από τα κτητικά μας ‘αποσιωπητικά’ τι θ΄ απομείνει αν όχι το αν-είπωτο περιεχόμενο της Σιωπής που μας περιέχει;

Της Σιωπής, που ιστό συνδετικό ανάμεσά μας τη μεταβόλισε ο Χρόνος …! ..”

Α ^j^

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

".. κι ο Ευκλείδης (μου) σε mobius ring ελέω .. Herr Riemann ! .."










«… Όλα ρευστά σαν χρόνος, σαν νερό! Νερό που γίνεται ατμός και άνεμος και σύννεφο και πάλι σαν νερό γίνεται χρόνος ..

Κι απ’ των ματιών τις φυλακές κι απ' τα ταμεία των συνειρμών ο κόσμος γύρω δίδυμος, διπλός. Και δυό μορφές. Καθρέφτες λαμπεροί κι οξειδωμένοι, παλιοί κι ακόμα χτεσινοί. Στρεβλά τα είδωλα. Μορφώματα αστόχαστα και πλάνα, στα μάτια με λογχίζουν και περνούν. Κι αυτό που εντός πηγάζει σημαδεύω, με μιαν εμβέλεια άχρονη κι ακόμα αγενεαλόγητη. Κι απ τις γωνιές των δρόμων κι από τους παραστάτες, τ’ αρχαία βήματα ξαφνιάζονται για την κατάληξη τους. -Σαν μιαν Ιθάκη απρόβλεπτη να βρήκαν ξαφνικά... Τα πόδια μου σκονίζει ο κουρνιαχτός και μπλέκει της πυξίδας μου την όψη. Κι αλλάζει ρότα στη φορά των μύθων των δικών μου, των απ' αρχής και των επίκτητων προσωπικών θεωρημάτων απορίας. Και μένω εδώ, σημείο μοναχό σε μιαν ευθεία αντίκρυ. Στη νέα γεωμετρία ελπίζοντας, που καμπυλώνει ο χώρος κι ο χρόνος ‘σχετικός’ νεάζει. Και όλα τέμνονται και τίποτα παράλληλο κι ανέγγιχτο δε μένει πιά…

Και μένω εδώ, σε ατέρμονη διαδρομή επιστροφής κι εκκίνησης μαζί, εγκλωβισμένη ... »






Α ^j^





Κυριακή 16 Μαΐου 2010

"... όλα προχωρούσανε προς το θάνατο ..."






















Τριάνταέξι χρόνια είμαι φυλακισμένος χωρίς έγκλημα
μέσα σ' αυτά τα χρόνια πολλοί άνθρωποι μας επισκέφθηκαν
άλλοι να πάρουν φωτογραφίες, άλλοι από φιλολογική άποψη
να δούνε ένα είδος ανθρώπων αλλιώτικους
Πολλοί πήραν και ταινίες κηνιματογραφικές
αλλοίμονο, μέχρις σήμερον, όλοι μας εξηπάτησαν
κανένας δεν εφρόντισε αυτά που θέλαμε και αυτά που υπεσχέθειν
ότι θα δείξει στον κόσμον
στο τέλος μια απάτη μια φωτογραφία κι αποκάτω μια λεζάντα
που αλλοίωνε τις υποσχέσεις
και μας εξαπατούσε
και μας πλήγωνε ...

γιατί άλλοι θέλαν να μας δείξουν την απέχθεια και άλλοι τη συμπόνια
εμείς όμως δεν θέλομε ούτε να μας απεχθάνονται ούτε να μας συμπονούνε
εμείς έχομε ανάγκη από το ωραίο αίσθημα, την αγάπη, αγάπη
σαν συνάνθρωπο όπου έπαθε ένα ατύχημα και όχι ότι αποτελεί ένα φαινόμενο,
ένα αλλοιώτικο είδος ανθρώπου
γιατί, κι εμείς, είμεθα άνθρωποι
έχομε κάνει τα ίδια αισθήματα, τα ίδια ιδανικά
και δεν θέλομε να μας φτάσουν σε κάποιο άλλο κόσμο ξεχωριστό ...

Δεν ξέρω τι θα γίνει, δεν ξέρω ...

Αμφιβάλλω αν κι εσείς που είστε και ξένοι και πηγαίνετε πολύ μακρυά
αν θα αποδόσετε την αλήθεια ή θα γαρνίρετε με ψέμα ό,τι έχετε πάρει
για να τη μεταχειριστείτε, τις οίδε για ποιους σκοπούς
τις οίδε για τι σκέψεις και ιδέες
εμείς εδώ θα μείνομε με την αμφιβολία
έως ότου αποδειχθεί ότι εσείς είστε ειλικρινείς ...


Ο θάνατος, μέσα στη Σπιναλόγκα όλα προχωρούσανε προς το θάνατο
γιατί το πνεύμα της δημιουργίας δεν υπήρχε
μέναμε στη Σπιναλόγκα με σκοπό να πεθάνουμε εκεί
χωρίς καμμιά ελπίδα


Γι' αυτό σιγά σιγά συνηθίζαμε αλλιώτικα από τους άλλους ανθρώπους
που αποβλέπανε για τα παιδιά τους, για την απόκτηση περιουσίας
εμείς ζητάγαμε να ετοιμαζόμεθα περισσότερο για το θάνατο
γι' αυτό είχε παγώσει η ψυχή μας
κι όπως η γλώσσα μας εκεί μέσα, λέγαμε, λέγαμε "πέθανε ο τάδε"
"ξεκουράστηκε", λέγαμε ...

Βέβαια η συμβίωσις και ο έγγαμος βίος που ήταν στους περισσότερους
ο χωρισμός, έφερνε θλίψη και κλάματα που παρέσυραν και όλους εμάς
όπως γίνεται και σε σας τους υγιείς
όμως (ογλήγορα) απόφαση γιατί ήξερε ο σύζυγος ή η σύζυγος (εκείνου) που πέθαινε
ότι είχε πάρει τη σειρά του
και περίμενε τη δική (ν)του σειρά για να πεθάνει ...

Αντίθετα με τη Σπιναλόγκα που είμαστε νοικοκύρηδες όλοι μας
και ρυθμίζαμε τα του εαυτού μας ...

Απηγορεύετο να ψηφίζουνε και χάναν τα δικαιώματά τους ...

Με είχα(ν) διαγράψει ... οι άρρωστοι ... μόλιςπάθαινε κανείς την αρρώστια
διεγράφετο από τα μητρώα του χωριού του
και εμένα τον ίδιο με είχαν διαγράψει ...

Η στάση των συγγενών, η αγωνία του ενός, του πάσχοντος, ξέφευγε
και αποτελούσε ένα σεισμό για όλη την οικογέννεια και του τετάρτου βαθμού ακόμη ...

Θα σας πω λίγα πράγματα για να νιώσετε τι ακριβώς συνέβαινε
Ένα πελώριο τείχος συκοφαντίας εις βάρος μας υψώνετο στη Σπιναλόγκα
ώστε να μας θεωρούν οι άλλοι άνθρωποι σαν κάτι αλλιώτικο
από τους άλλους ανθρώπους
τόσο πολύ θέλανε να έχουνε τη φωνή μας σφραγισμένη ώστε το '38, ο βιομήχανος Παπαστράτος
μας χάρισε ένα τηλέφωνο, ε(...) να το πάρουν
για να μην το αφήσουν να μπεί στη Σπιναλόγκα, και η φωνή μας να μένει κλειστή
ξεχασμένη, γιατί ήτανε γεμάτη αγανάκτηση για την αδικία που γινότανε ...

Καλύτερα να είμαστε στη Σπιναλόγκα παρά να ζούμε εδώ
και να βλέπομε τη ... το χάλι να πούμε, τη ... των ανθρώπων που αγαπούμε ...








































Σεις σε λίγο θα μαζέψετε τις μηχανές σας και θα φύγετε
εμείς όμως εδώ θα μείνομε
ίσως μέσα σας να γενούνται τα αισθήματα της λύπης
μας λυπάστε για την αρρώστια, όμως νομίζω ότι εμείς
πρέπει να λυπούμεθα για σας
γιατί εάν εμάς μια μάντρα ένα τείχος χωρίζει, μας χωρίζει
από τη ζούγκλα της ζωής, όμως βρήκαμε το στόχο
και το σκοπό της ζωής μέσα εδώ στο καμίνι της αρρώστιας
και της απομονώσεως ...

"Τι θέλετε;"
Εμείς κι εγώ προσωπικά μάλιστα είπα "Τίποτε ... ένα μόνο"
"να φύγομε ζωντανοί και πεθαμένοι από 'δώ"

Σταματήστε
τώρα που είναι ακόμη καιρός
γιατί αύριο θα είναι αργά
(... soulevez ...) όλοι κι ο καθένας χωριστά να παίξει το ρόλο του
σ' αυτό το σκληρό παιχνίδι που λέγεται ζωή που είναι
χωρίς έλεος σήμερο
Σταματήστε, τώρα που είναι καιρός, σταματήστε ...

... και μια μέρα θα γίνεται κι εσείς νέοι ... απορρυπαντικά
και θα μείνετε μέσα στα σκουπίδια ...

... και βαδίζετε κατευθείαν στην καταστροφή
σας λυπούμεθα, ειλικρινά σας το λέω, για το κατάντημά σας
για την αδιαφορία σας, για το πείσμα σας ...



















Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης (λεπρός)
L' ordre (J. D. Pollet, M. Born, M. Aguettant)




















(στο τέλος μια απάτη μια φωτογραφία κι αποκάτω μια λεζάντα
που αλλοίωνε τις υποσχέσεις
και μας εξαπατούσε
και μας πλήγωνε ...)

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Details


ψυχρά όταν θα με καλέσεις κι απόλυτα/βοή θα ξεχυθεί και βόγκος απ' τα ερείπια του χρόνου/τα δάχτυλά μου θ' ανοίξω όπως της αράχνης ο ιστός/να ξεπλύνω τα σχέδια να τινάξω τις μορφές/κι ο αντίλαλος του φωτός από κορφή σε κορφή θα χτυπήσει




















Μες στη ζωή σου πεθαίνω/έτσι βίαια που μ' αποσπά και με τρυπά το βλέμμα σου/η φωνή σου, το ρολόι του τοίχου/οι μικρές δονήσεις του πατώματος, οι μικρές δονήσεις του αέρα/η διάθλαση της ύλης, αυτή η ταχύτητα του φωτός/το φάσμα της αθωότητάς σου/το πέπλο του σπέρματος/το νερό στην κοιλιά σου/το φουσκωμένο ερπετό/που αιμάσσει και φτύνει/και βογκά/ζωή και θάνατε μαζί/τι θα πάρω από σένα;/τα μαύρα σου μαλλιά/μια τούφα στο ξανθό καλοκαίρι/την όψη την πτερωτή/ή την κορυφή του βουνού;/κι εσύ; εσύ βδέλυγμα και αποφορά/εσύ κρούστα διαβολική των ματιών/τι θ' απογίνεις;









































Ο θάνατός μου διαρκεί κι επαναλαμβάνεται/και ο πόνος μου μαζί και η πίκρα και η χολή/και αυτές οι λάμψεις/οι καμπάνες που ηχούν/τα λευκά τριαντάφυλλα/με το λεπτό τους άρωμα/η σήψη/η αποφορά/ένα βλέμμα στο άπειρο/οι μορφές και το δέρμα σου, εσύ σε ανατομικό τραπέζι/μια χορωδία από κρωγμούς/τ' αγκάθια των βράχων/του Σεβαστιανού τα βέλη/του πειρασμού ο Αντώνιος/ένα βλέμμα στο άπειρο/εσύ/εσύ που πίσω θα μείνεις/στο κατόπι του πόνου μου/το κρέας το θρασύ/η ουρήθρα της θλίψης/ένα καρκίνωμα από ίριδες/το απαύγασμα από εκκλησιές και από τάφους/ο θάνατος σου ο ίδιος/ή η θέληση, αν θέληση υπάρχει/ή το κενό, αυτό το αδιάλυτο πηχτό κενό του χώρου/οι τέσσερις γωνιές/οι τέσσερις πόρτες/οι τέσσερις μέρες/οι μορφές και το δέρμα σου/εσύ σε ανατομικό τραπέζι/μια χορωδία από κρωγμούς/τ' αγκάθια των βράχων/εσύ που πίσω θα μείνεις/ένα φύλλο από ένα κισσό/ένας κισσός από φύλλα/
τα πέταλα της άνοιξης/
ή το ποτάμι του βάθους/
μια σκοτεινή πηγή νεκρών και αγίων/
μιας αγιογραφίας τα μάτια/της μυρωδιάς το λεμόνι/το κρέας το θρασύ/ή η ουρήθρα της θλίψης/ένα κρύσταλλο ή ένα πανί/από το στήθος σου η οσμή/ή το ρούχο των δακρύων/αυτό το πτώμα που σκληραίνει στον ήλιο/τα πόδια και τα χέρια τα μάτια τα χείλη του παππού/τη μέση του πατέρα το στήθος της μαμάς/ένα φύλλο από ένα κισσό/έναν κισσό από φύλλα/τα πέταλα της άνοιξης/ή το ποτάμι του βάθους/τι απ' όλα να είσαι;/τι να διαλέξεις;/τι να κρατήσεις απ' τον κόσμο;/ένα κρύσταλλο ή ένα πανί;/φωνάζουν τα πράγματα και μιλούν με χίλιες γλώσσες/ελαφρά στον ύπνο πέσε άνυδρο σώμα/ως εδώ είδες, όχι πιο πέρα/στα χέρια μου κρατούσα την καρδιά μου/στα δέντρα πάνω/κι οι άνθρωποι πετούσαν στον αέρα/όταν κατρακυλούσαν οι βράχοι που μας θάβουν/









































Στα γόνατα πέσε/και διάβασε ξανά αυτό αυτό τούτο/πως επιφάνεια πιο λεία πιο στιλπνή δεν θα βρεις ποτέ/πως τούτη η αποφορά είναι η ζωή/και ζέχνει/πως στα δέντρα πάνω κρύβεται η γνώση/κι η ομορφιά/κι οι άνθρωποι πετούν στον αέρα ένα δυό φορές μονάχα/όταν κατρακυλούν οι βράχοι που μας θάβουν/κι απ' τη ζωή πιο 'κει, πιο πέρα απ' τη θλίψη τι να 'ναι;/μια μαύρη στέρνα και πράσινο νερό;/ένα πηγάδι λάσπη μέχρι το λαιμό;/ένα άγαλμα αθάνατο, μια κοιλιά ανοιχτή;/άφησε το όραμα, το θάνατο άφησε κάτω, στα γόνατα πέσε/
κι ας πεθαίνω εγώ, κι αν εγώ πεθαίνω/
στο κατόπι του πόνου μου, ένα να ξέρεις/

πως για σένα πεθαίνω/

από σένα πεθαίνω/

ο θάνατός μου είσαι εσύ/

ο θάνατος είναι για σένα/

ο θάνατός μου είναι για σένα/

εσύ πεθαίνεις κι ας πεθαίνω εγώ/

γιατί αυτό να είναι τόσο ακατάληπτο;/


ο θάνατός μου διαρκεί και επαναλαμβάνεται/
μες στη ζωή σου πεθαίνω/
ζωή και θάνατε μαζί/
στον τάφο μου από σένα τι θα πάρω;/
κι εσύ εσύ βδέλυγμα κι αποφορά/
εσύ κρούστα διαβολική των ματιών τι θ' απογίνεις;/

Ν.
(σχέδια του Ν.)



















Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

".. διπλή ματιά, διπλή γραφή.. διπλή λεπίδα η νύχτα .."



(Νίκος Εγγονόπουλος /Ο ποιητής και η μούσα β)

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ
1889-1966

Η ΜΟΥΣΑ

" ..Τον ερχομό σου μες στη νύχτα καρτερώ
σε μια κλωστή θαρρώ κρέμεται η ζωή μου
νιότη, ελευθερία, δόξα, ας πάνε στο καλό.
Αγαπημένη εσύ, πλησίασε, έλα με τη φλογέρα
να την, που πέταξε το πέπλο της.
Στα μάτια με κοιτά προσεχτικά: Ρωτώ:
«Του Δάντη τις σελίδες υπαγόρεψες εσύ;
τους στίχους για την κόλαση;»
και απαντά : Εγώ!
"


μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου






«.. Δε θα σ αφήσω πλέγματα και ιστούς ν απλώσεις, που πότε θαλπωρής επίφαση και πότε ασφυξίας τριχιά, γεμίζεις το ποτήρι μου της μέθης και πύλες της διαφυγής διάπλατες τάζεις στο μυαλό κι ολόγραμμα και σύννεφο και οπτασία με ξενιτεύει από τη Γή κι από του πόθου και της καρδιάς το υστέρημα ξεκλέβει. Από τις άκρες θα πιαστώ μιας κόλασης, από της φλόγας την ανάγκη κι απ τις ορμές κι απ τις εικόνες και τους ήχους, που τόσο μοιάζουν μα τόσο απόλυτα αποκλίνουν, σύμφωνα με το μάτι του μυαλού ή με το μάτι της καρδιάς ανάλογα ιδωμένες. Και Οδυσσέας ταλαίπωρος εγώ, δεμένος στο κατάρτι, αυτή η πληγή η ανοιγμένη χρόνια στο νόστο της Ιθάκης μου ταγμένη, όμηρο με κρατά και προστασία στέκεται στον ήχο της Σειρήνας..


..Αγαπημένη μου, του πνεύματος η υπεροχή κρατάει το δοξάρι κι όλα τα κάνει μπορετά μονάχα σαν την πείνα του τυφλή, πρώτο βιολί δε βάζει κι ούτε πυξίδα άλογη, τυφλή και ξιπασμένη να τυραννάει το λογισμό και να λογχίζει την καρδιά. Και τα σπουδαία της ζωής, τα πιο σπουδαία, όμορφη μελωδία γλυκά να μας τραβάει στη μέρα σαν ξημερώνει και εξημερώνει την καρδιά του άκαρδου θηρίου του ‘εντός’, που υφαίνει μοναξιά και υψώνει τείχη γύρω. Κι απ΄το προσκέφαλό σου, μ΄ αγκάθι μισερό ξηλώνει όνειρα απ το γερμένο πάνω σου πλευρό μου. Θλιμμένος Ίκαρος λοιπόν, χρόνια στη νύχτα ικέτης, χωρίς φτερά, μονάχα μ ένα όνειρο πετώ. Κι ό ήλιος, ο τεράστιος, ο άτρωτος κι ο δυνατός, φόβο κι επιβουλή το ταπεινό πετάρισμα λογίζει. Και τα φτερά, που νύχτες άντεξαν και πέλαγα και καύμα πόνου και υστέρημα πνοής και παγετώνες χρόνων, αφήνουν το κερί προσάναμμα στου Ήλιου τη θυσία. Για μια σταγόνα θαλπωρή, για μια ματιά, για ένα άγγιγμα τυχαίο του χεριού, που η δίψα της ψυχής η συγγενής και η απ αρχής των λογισμών, χάδι το νιώθει και στοργής φωνή και πρόθεση κι αγάπη το λογίζει..


.. Αγαπημένη μου εσύ, σ΄ όσες σελίδες κι αν κρυφτείς, την κόλαση μου υφαίνεις. Και ξετυλίγεις λογισμούς σαν πέπλα και σαν φλόγες και με το καύμα της ψυχής λογχίζεις την καρδιά και της κρυφής μου πεθυμιάς τραγούδι γίνεσαι. Και άνεμος Αντάρτης. Άνεμος άναρχος κι οξύς κι εγώ φτερό σπασμένο σαν σκόνη αφήνομαι κι αυτός, αλόγιστα και πάλι στον Ήλιο μ ανεβάζει.. να καώ ..»





A ^j^

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

".. καθώς η φαντασία ερήμην ολογράφει τα μελλούμενα .."


Julius von Ehren (1864 - 1944) Möwen an der Alster, um 1905© Julius von Ehren Erben Hamburger Kunsthalle /bpk



".. Πύκνωσαν οι φωνές και τα κομμάτια πάνω στο ακέραιο σώμα του κρυστάλλου μου διαχωρίζονται κι αποχωρίζονται από τους λώρους τους ομφάλιους κι από το νόημα της συνοχής μου με μακραίνουν. Κι απ τα σκορπίσματα της θάλασσας και απ΄ τα περάσματα της πλημμυρίδας και της άμπωτης νωπά ακόμα τα κομμάτια των ναυαγίων. Των ναυαγίων μου στην άμμο τη θορυβημένη. Την άμμο την ακόμα νωπή με ίχνη διαδρομών κύλισης και βημάτων σπαρμένη και πύργων φιλόδοξων και ματαιόδοξων γραφών και σχημάτων με βότσαλα και σπασμένα καλάμια από την απειλή των ανέμων κι απ το μετείκασμα της λάμψης των αστέρων -των χτεσινών αγαπημένων που ξεμάκρυναν αλλάζοντας τροχιές κι απομακρύνθηκαν. Των χτεσινών αγαπημένων, που τη φυγή τους μαρτυρούν τα κόκκινα τα χνάρια τους στο φάσμα του φωτός τους. Και μάχες και στιγμές και πανικούς μεταλαμβάνω. Κι όλο πανιά απλώνω των προθέσεων, να βρω διευθύνσεις οριζόντιες και κάθετες. Να βρω συντεταγμένες, να ορίσω στίγμα, ν ακολουθήσω γι αλλού. Για το ‘αλλού’ το αφηρημένο, των πληγωμένων αποστροφών, των υπερβατικών αποστρόφων, των κομματιών των διπλωμένων και των ανέγγιχτων στις μύχιες τις κρυψώνες ταμιευμένων.
Που είσαι; Πώς να γεμίσω της διασποράς μου τα σκορπίσματα, τα λόγια, τα σημάδια της αφής; Και της απόστασης τ΄ αποσιωπητικά και τα υπονοούμενα; Στις υποθέσεις, που ανοίγουν κι εγκαταλείπονται πλάνητες επαίτες και πλανημένοι ορφανοί πώς ν απολογηθώ και πώς ν αναχαιτίσω το πετάρισμα της ελεύθερης σκέψης σε ουρανούς ανυποψίαστους κι ατρόμητους σε μπόρες και σε κατακτητές των αιθέρων αλαζόνες; Το άρωμα μονάχα, το άρωμα της μνήμης και του ίχνους σου μέσα μου, σαν άλλοθι αρχέγονο, στους υγρούς μου μυκτήρες θα εμφυσήσω. Να μη φοβάμαι την ασφυξία των υποθέσεων και των λογισμών. Το φόβο και τον τρόμο της άλογης υποψίας και της παράλογης επιβουλής θα διασκεδάσω, με το απόλυτο των πιο διάφανων προθέσεων και του αισθήματος την άδολη ματιά. Και θα επιμένω, Αστρολάβος εκεί στο βυθό να λογίζομαι και με το όνομα αυτό στα καλέσματα ν απαντώ των στιγμών των απρόσκλητων. Μακριά απ τη συνάφεια κι από τον πόνο, τον εξ αγχιστείας, που ταιριάζει, που φωνάζει, που ελίσσεται και εξελίσσεται παράλληλα κι ασύμπτωτα κι ανάλγητα και που ανάδελφος δεν είναι και τον ξέρω και με ξέρει. Δίχως μάχες και θόρυβο και όπλων κλαγές και αίμα σταγμένο στα λόγια και στα ίχνη στη μέση των δρόμων. Στα περιθώρια των σελίδων και στον καπνό που ορίζει νέφη μελανά και σήματα κι ανάλεκτα μηνύματα και βέλη πυρωμένα.
Που είσαι; πρόκληση γίνεσαι στην απουσία πνεύματος και η άνευ πνεύματος παρουσία σου με τιμωρεί και μ΄ ατιμάζει καταργώντας με σαν πνεύμα και σαν παρουσία. Και η ανάγκη της ταυτόχρονης συνύπαρξης, που έταξα τη ζωή μου ουραγό, να με πουλά όσο όσο με διαδικασίες συνοπτικές στους αργυραμοιβούς, στους γύπες και στις Ερινύες. Να με εκδίδει στου κάθε εφιάλτη μου τους πρωταγωνιστές και τους κομπάρσους, που μαστιγώνουν και με πονούν ..

Κι εγώ στην κόλαση μου συρρικνώνομαι ...

... καθώς η φαντασία, ερήμην φευ, ολογράφει τα μελλούμενα … "

A ^j^




Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

"... Φως φως φως κομμάτια από φως κομμάτια από σάρκα ..."




«και ήξερα πως ακουμπούσα ένα νεκρό

πως είμαστε πληγές, αιμάσουσες πληγές

πως δεν έχει αυγή η νύχτα
πως βουλιάζουμε και πως πνιγόμαστε μ’ ένα χάδι

και μ’ ένα φιλί πως σαπίζουμε

και λιώνουμε και μυρίζει η σάρκα μας ρημαγμένη»


























«βότσαλα της θάλασσας
οι γωνιές του σπιτιού και τα θεμέλια

η γέννα μου και η ταφή μου

ένα κυπαρίσσι και ένα πεύκο αδελφωμένα

η καμπάνα και το καμπαναριό

τα ρούχα τα παπούτσια μου

το στρώμα που κοιμάμαι

η στάση που στέκεις και των μαλλιών ο θύσανος

τα ανίερα στήθη και το δέρμα του φιδιού

οι ασημένιες πόρπες της κοιλιάς σου

και τα δοχεία τα δοχεία των πτυέλων

η τρίτη σου θηλή
η τέταρτη διάσταση»





















μάτια, μάτια εξαϋλωμένα
κι από το στόμα στάζουν
οι μέρες και τα χρόνια
μες σε λυγμούς
και το φως το φως!
πόσο ήθελα να το κάνω να σωπάσει!
που πέτρωνε κι έπειτα έσπαζε σαν κερί και γέμιζε
τη σκηνή, τη ζωή, την όψη, με κραυγές και αγωνία
κομμάτια από χαρτί, ευχές και αγγελτήρια
ποινές, εκτελέσεις, θανάτους
τομές, σίδερα, βέργες
σκοτεινές σπηλιές, σκοτεινούς τάφους

που μ’ έλουζε με μια θανατερή ματιά
και σ’ έλουζε με σάβανα αισχρά
κι έπειτα ο χρόνος
αυτός ο τύραννος
με τα σφυριά και με τα δόκανα
που ερχόταν κι έφευγε
και τυραννούσε τη ζωή

η θλίψη
ένα ένα τα πήρε όλα και τα ρήμαξε
τα πέταξε …
































Τι είμαι; τι είμαι άλλο; από ανόητες ορμές,
άλλο, άλλο από τίποτα
ήττες
συντριπτικές ήττες
τι είμαι; που φτάνει το πόδι μου; μισό μέτρο πάνω απ’ τη γη
πάνω απ’ το χώμα μισό μέτρο
και δίπλα, στη σειρά, πίσω και μπρος,
μια θάλασσα από σάρκα,
καταβόθρα ,
όπου αναβλύζει το φως,
αναβλύζει το σκοτάδι,
και από τα παράθυρα η συγκίνηση,
η συγκίνηση, η συγκίνηση …
και από τα παράθυρα η συγκίνηση κυλά
στόμα πληγιασμένο,
δόντια σαθρά, όλα ένα γύρω πονούν,
ματωμένη συγκίνηση,
η συγκίνηση, η συγκίνηση …
τι είμαι; τι άλλο είμαι;
τις μέρες όλες και τις νύχτες,
που γυρνάς από μακριά, και στρίβεις την πλάτη,
που γυρνάς από μακριά, και ολόκληρος ο κόσμος παγώνει,
και αδειάζει η κοιλιά, η ράχη, σκαλιά σκαλιά οι άδειες πλατείες,
ο σπλήνας,
και φοβάμαι …
που γίνομαι κουβάρι και πάλλομαι,
την ανάσα σου φοβάμαι, άλλο δεν θέλω να υπάρχω,
όπως μεγαλώνει η σκέψη με νήματα και πονά το κεφάλι …
ήσυχη ζωή που είσαι;
εγώ δεν είμαι από σάρκα δεν θέλω να είμαι από σάρκα
κι ο πόνος μου μόνος να στέκει σ’ ένα αστερισμό του εγκεφάλου …

ανυπέρβλητος είναι,
ο θάνατός σου,
ο θάνατος,
κι ο πόνος,
αυτό το μοιραίο εισιτήριο, το μοιραίο εισιτήριο …
κι ανοίγει το μυαλό σ’ αυτή την άναρχη δυνατότητα
σ’ αυτές τις δυνατότητες
και γεμίζω με φρίκη
φρίκη
σάρκες κομμένες
σώματα γδαρμένα
φωτιά …

και δεν μπορώ να αλλάξω αυτό που είναι
αυτό που είναι
αυτό που είναι
αυτό που κοιτώ
αυτό που ζητώ
αυτό που κοιτώ
αυτό που φοβάμαι
αυτό που πιστεύω
αυτό που είναι
αυτό που είναι ότι είναι
αυτό που πιστεύω ότι είναι
αυτό
αργά αργά όπως μεγαλώνει η σκέψη με νήματα
και πονά το κεφάλι …

Ήσυχη ζωή που είσαι;
Εγώ δεν είμαι από σάρκα
Εγώ δεν θέλω να είμαι από σάρκα
Και ο πόνος μου να στέκει μόνος
σ’ έναν αστερισμό του εγκεφάλου

Φως φως φως κομμάτια από φως κομμάτια από σάρκα
Η σάρκα σου στο στόμα μου οι σάρκες σου στο σώμα μου
Οι σάρκες μου στο φώς και λάμψεις λάμψεις οι δομές των κοκκάλων
Και τώρα πάλι χωρίς φωνή
Χωρίς μνήμη το φως
Και στα μάτια σου πάνω η στάχτη του κόσμου
Η έκρηξη του βουνού η φωνή του γρύλου
Η πέτρα και η βροχή κατρακυλούν στη νύχτα
Και στην όψη σου πέταλα πέταλα οι εγκοπές οι οπές τα εγκαύματα
Και οι εκκωφαντικές κραυγές οι θλιβερές κραυγές
Οι κραυγές τους
Σώματα γυμνά
Σώματα γυμνά
Σώματα γδαρμένα
















































«Δώσε μου δύναμη
να αρχίζω

να ξαναρχίζω

να ξαναρχίσω,

δώσε μου δύναμη

να τελειώνω

να τελειώνω

να τελειώσω εδώ,

του θανάτου τη δύναμη,

τη δύναμη του χρόνου,


τη δύναμη,
το θάρρος,

δώσε μου


το φόβο από πάνω μου πάρε,

από πάνω μου
τη δαιμονική φρίκη,
τα φτερά του ιλίγγου,

το καθρέπτισμα του βάθους,

τον αχό, τον αχό του βάθους,

αυτή τη συρτή βοή,

που περνά απ’ την πόρτα,

και σέρνεται στο πάτωμα,


πάρε
τα λόγια τα σιγανά,
το ψιθύρισμα του τάφου,

τη νύχτα,

του νου τη νύχτα,

τα ρυθμικά ουρλιαχτά,


από πάνω μου πάρε

του φόνου, του θανάτου το χάρισμα,

την πολυπόθητη αυγή,

την παγωμένη ανάσα,

των κυμάτων την ορμή


λύτρωσέ με απ’ την ώρα

απ’ τη φωνή,

τη λαλιά,

απ’ όλες τις λέξεις του κόσμου,


στάζουν αίμα
και χάνονται
στο σκοτάδι σβησμένα
του σφάγιου τα μάτια


τα μάτια μου

δώσε μου

και τη λήθη

τη δροσερή λήθη στην καρδιά του πυρός

τη δροσιά του ανέφελου ύπνου


πονούν τα μάτια μου

φεύγουν, ξεφεύγουν

και ψηλά κοιτώ και χαμηλά και χάνομαι

τα ανίερα, τα ιερά,
τις βδελυρές άκρες

και σφυρίζει η κραυγή

και η κόλαση χάσκει»


Ν.










































Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

" ... manmachine ..."





η όψη τους σα μηχανή έτσι σκληρή και βαριά
με κλειστά μάτια
και τη σκόνη των δρόμων στις άκρες
και τη μαυρίλα



όρθιοι στα πενήντα
ευδιάθετοι
μάτια λαμπερά
μια ηλιαχτίδα του απογεύματος στην τσέπη

τα παιδιά τους

και στις μασχάλες δυο φωνές
μια ανάσα
άπλυτα ρούχα
στην αποθήκη
μια ζεστή φωλιά το καλοκαίρι
μακριά απ’ όλους
και στην κοιλιά μια σύσπαση του γκρίζου

όταν τα έργα ανοίγονται στο χρόνο
σαν αυλές πατρικές και χαμόγελα







η βάση του λαιμού
ξανθιά και κόκκινη κρούστα
τύρφη και σκόνη
επικονίαση και σπορά
ανθοφορία και βλάστηση
με τους ήχους των μελισσών στο μακρύ χειμώνα
κι ένα μυρμήγκιασμα λεπτό από σειρές σειρές ακροδακτύλων

ελαιόφυτα στήθη και στέρνο
που αγριέψαν το περσινό καλοκαίρι
και άκρες ξερές στα κλαδιά των μαλλιών
γκρίζα και ασημένια φύλλα που ανακατεύονται στον άνεμο

ένα σκαθάρι που τρυγάει και σκάβει
ένα δάχτυλο παιδιού και μια ανάσα στης αράχνης το δίχτυ

κι όπως ένας μοχλός ή μια εσοχή το στόμα
τα μπουλόνια
οι ακτίνες
το μεταλλικό σώμα
η πλατιά βάση
τα ελατήρια
η σύσπαση των μυών
η μυρωδιά της βενζίνης
το λάδι

μυστηριώδεις χυμοί
και πάνω στο κάθισμα
ψίχουλα ή αποφάγια
μιας άλλης μέρας
ανήσυχα πόδια και κάλτσες
σακούλες πλαστικές κουβάρι
και ένα ξεχασμένο μολύβι
χαρτιά ξεθωριασμένα
μια απόδειξη ή κάτι κολλώδες
ένα σαπισμένο λάστιχο
ένα νόμισμα ευτελές
ο καθρέπτης
μ’ ένα στρώμα λεπτής σκόνης
αδιόρατης θλίψης
το βλέμμα του ήλιου του απογεύματος στο μάγουλο
λεκέδες στο ύφασμα
κύτταρα δέρματος
ή σταγόνες της βροχής
λάσπη και τρίχες απ’ τα μαλλιά και σήματα
σήματα πολλά
αγώνες δρόμου, δρόμοι αγωνίας
δρόμοι ταχύτητας, συγκρούσεις τρομακτικές
βία
βιασύνη
μια ανοικτή πληγή στα δέκα μέτρα
κάτω απ’ τον πήχη
κάτω απ’ τη μασχάλη
κάτω απ’ την κοιλιά
ένας σωλήνας παλιός αδιέξοδος
μια ξοδεμένη μέρα
η εξάτμιση που στάζει
μια ξοδεμένη ζωή
και η ράχη
γραμμές και καμπύλες
ρινίσματα σκουριάς
ρωγμές
το χρώμα
το βάρος
η ανάταση
η συστολή
η μεταφορά
ο καπνός
σταγόνα σταγόνα
μια εξάτμιση πικρή
με λυγμούς
ένας άξονας τρύπιος
ρούχα άπλυτα
κιτρινισμένα λευκά μεσοφόρια
οι σταγόνες απ’ τη βρύση του μπάνιου
το επίχρισμα του γιαουρτιού
το μπλε σου σακάκι
κομμάτια κεριού στις παλάμες
στους ώμους
ένα νεύμα ματαιωμένο
ή μια λάμψη στα μάτια
σα σπίθα
αυτός ο σκληρός μοχλός
που δύσκολα γυρνά
ξερές πευκοβελόνες
γράμματα της βροχής
φύλλα ευκαλύπτων
δάση καμένα
πληγωμένοι κορμοί
ομιλία λευκή και παχύρευστη
τι είπες,
τι θα πεις
ή που δάκρυσες
τα χέρια σου της αφής
ή τα χέρια του πόνου
οι ασφάλειες
οι μονώσεις
το κεντρικό κλείδωμα
το τσάι
ο τρόπος που βάζεις το ένα πόδι
πάνω στ’ άλλο
το τρίγωνο της κοιλιάς,
το τετράγωνο
η σόλα των παπουτσιών
η οσμή σου
τα μάτια και η καρδιά
της μάνας σου
το ψέμα
του πατέρα
η φοβέρα του κόσμου

όλα

δίπλα στο τιμόνι
το φλας
οι ενδείξεις
ο τρόπος που κρατάς το μήλο
ο τρόπος που κρατάς την έριδα
η ξαφνική ροή
οι συσπάσεις και οι διαστολές της γέννας
στην άθλια τούτη κάμαρη
η συντροφιά του τοίχου
η αγάπη του πατώματος
το πέταγμα της μύγας
η βουβή κραυγή
το βουβό και ψυχρό σύμπαν
οι εκρήξεις του θάρρους και οι ηρωισμοί




όλα

ρυάκια και ρωγμές
χείλη και δάχτυλα
δάκρυα
χρώμα
χτύπημα

όλα

τα ευαίσθητα βλέφαρα
ατσάλι
μέταλλο
ρινίσματα
σκόνη
μηχανή
λωτός
νούφαρα
στάχτη
ο τρόπος να είσαι
ο τρόπος να κοιτάς
ο τρόπος να είσαι
βαθιά μέσα στον τοίχο
τα συρμάτινα νήματα
η απουσία
το σκοτάδι

βαθιά μέσα στο σίδηρο
το χέρι φυλακίζεται

η αόρατη καρδιά του μετάλλου


(photos by Robert Flynt)

αυτός ο τρόμος στη θέα της σάρκας η μυρωδιά από τα ρούχα που γδύθηκες και το φάσμα του σώματος που ξεθωριάζει

N.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

"... αδύναμο κορμί αδύναμη ζωή ... κι εσύ μες στο θολό κόσμο ...".












... τρίμματα από την περσινή σου καρδιά

υπολείμματα
απ’ τις βλέννες της περσινής γέννας
τα έμμηνα
το γαστρικό υγρό
οι νύχτες του έρωτα
η λάσπη του έρωτα ...


... μάτια πλημμυρισμένα

τα δάκρυα των κεριών

το τυχαίο το απαλό φιλί στο μάγουλό σου

μια πεταλούδα σα σκιά στο σβέρκο σου

και η άνοδος, η πτώση

η γραμμή του ουρανού στον καθρέπτη ...





















εσύ που κρατούσες στα χέρια σου και στην κοιλιά
τις τύχες του κόσμου
σαν σπαρταριστό πουλί
σαν καρδιά από πέτρα
πάνω στο τραπέζι απλωμένος
με μια δράκαινα στην κοιλιά
με τις κοπριές των αλόγων
και τις μύγες του απογεύματος να ψέλνουν





























που πήγε η ατσάλινη μέση
αυτή η πνοή η συντροφική
στο αυτί το ψιθύρισμα της αγάπης
το λουλούδι του κόσμου και του φωτός
η χλόη της ευτυχίας
η σιωπηλή πνοή των αγοριών που μεγαλώνουν
τα γλυκά γλυκά μάτια των κοριτσιών
που μυρίζουν τα ρόδα




















... όλες αυτές οι χαμένες λέξεις

η γέννηση
η τροφή
η απόλαυση
και η σήψη

τα άγνωστα σώματα
και οι παράλληλες μέρες

για πάντα άγνωστες και ξένες

η θρυαλλίδα απ’ το γόνατο
ο ιδρώτας στην παλάμη

το δασωτό στήθος
η κουρασμένη γλώσσα

οι φλογισμένες σπηλιές
οι γλιστερές κατηφόρες

αυτές οι συραγγώδεις διαστάσεις
οι συσπάσεις της καρδιάς σου

και οι μορφασμοί στον καθρέπτη

αυτός ο διψασμένος δαίμονας του τάφου
και ο σκώληξ της σαρκός
που ριγά κάτω απ’ τη γνάθο σας ...


Ν.


Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

"... Γερμανία : faschismus ..."

"... δάκρυα θέλουν να βγούν, το κορμί φουσκώνει κι ανατριχιάζει
όπως όταν έρχεται η συγκίνηση ζεστή που στάζει
και φυσάει ένα ζεστό σύννεφο από εικόνες κι αισθήσεις
όπως τότε που άφηνες την πόρτα ανοιχτή
και μπήκε ξαφνικά ο νοτιάς φυσώντας
το σπίτι
φουσκώνοντας τη ζωή, γεμίζοντας τους πνεύμονες
κι έτσι με τη θαλπωρή κύλησε το βράδυ
όπως ένας κουρασμένος άγιος
ένας άγνωστος τόπος
που ήρθε με κρίνα ..."




























(renzo vespignani: si arrende)





"... η πλάτη σου, η ράχη σου που ριγά
μια δίψα για θάνατο
μια ανάσα κουρασμένη
τα χέρια μας να τρέμουν μαζί
κι ό,τι κι αν ήθελα άλλο δεν πάει να θέλω
αυτά τα μακρυνά τοπία του απέραντου
όπου σα μάρμαρο ο εαυτός επιπλέει
κι αυτές τις εκτυφλωτικές σιωπές του φωτός
με το κελάιδισμα του νερού
και το φτερό του κοτσυφιού
με το διάφανο φύλλο
πράσινο να πεταρίζει
και να λυγά
όπως το χνούδι του βαμβακιού ένα σκληρό καλοκαίρι ..."

Ν.

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

" Μούσα πολύτροπος .."

(Μούσα: 1996 – 21/10/2009)

Μούσα πολύτροπε, τραγούδησέ μου στις συγχορδίες των κλαδιών και στις σιωπές του δάσους πλάι στη θάλασσα.. Την ώρα που θα ξημερώνει, η αύρα θάρχεται στο προσκέφαλό μου, θ ακροπατά στο χνάρι των βημάτων σου και παρουσία θα γίνεται στα μαλλιά, στον ώμο, στην πλάτη, στην παλάμη μου..

Μούσα πολύτροπε.. Στη μνήμη σκήνωνε κι επέστρεφε, κάθε που πόλη καταφυγίου επαίτης διψασμένος για ένα χάδι σου αναζητώ..

Μούσα της καρδιάς.. Ό,τι κοινό αγαπήσαμε πολύ κι ό,τι κοινό, πολύ σ αγάπησε, μας δένει..

Μούσα της μνήμης -κι όχι της λήθης.. Θα είσαι πάντα ‘εκεί’. ‘Εκεί’, που πάντα ήσουν.. Ανάμεσά μας !

(Αφιερωμένο στη Μούσα και σ΄ ό,τι 'κοινά' πολύ αγαπήσαμε)


A ^j^

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

" .. Αντέχει η αριθμητική σου ένα ακόμα δύσκολο πεπερασμένο ; .."

Λεωφόρος Αχαρνών 395 - 14/10/09


".. και οι καθρέφτες του απογεύματος στη λίμνη του Νάρκισσου, πόσα κομμάτια γίνονται με την Πανσέληνο ; Κι απ το βυθό, το ανάποδο καθρέφτισμα στην επιφάνεια πόσα κομμάτια γίνεται για μια ανάσα αέρα ; "



".. Την έκπληξή μου θα κρύψω κάτω απ΄ τα νούφαρα της λίμνης σου και από τα φύλλα του κισσού κι από τον ήχο των φυσαλίδων που ανεβαίνουν με τη θερμοκρασία στην επιφάνεια. Και μέσα από την πράσινη και τη σταχτιά γλίτσα των φύλλων σε αποσύνθεση, θα ανασύρω μνήμες των νεαρών βλαστών, που αμέριμνοι φωτοπολυμέριζαν τη χλωροφύλλη τους την επιούσια σε κάθε βάρδια του Ήλιου, με τη συνέπεια της νομοτέλειας και της ανάγκης του να επιβάλλεται ηγέτης και αρχηγός και βασιλιάς και άρχοντας της μέρας και των καλοκαιριών.. Πώς να κρατήσω του εφήμερου την απάτη, την προσμονή και την ελπίδα μιας επιφάνειας και του βυθού την προστασία; Και πως ν απλώσω τη μορφή και τα κομμάτια μου στην επιφάνειά σου και την αφάνεια άλλοθι νάχω και διαφυγή; Την έκπληξή μου θα κρατήσω στη φούχτα, φυλαχτό και όπλο μυστικό και απλή απάντηση και άφωνη αποδοχή. Και θάχω απέναντι στην άμεση, την προφανή και την απάντησή μου την πιο επιθυμητή τη μάχη την άνιση να δώσω με κάθε εξάρτησης και πάθους και εθισμού ανάσχεση. Κι ανάμεσα σ ανάσες αλκοολικές και δάκρυα νικοτίνης φτωχός κι αδύναμος επαίτης των κυττάρων σου θα στέκομαι σε μια γωνιά να ζητιανεύω σταγόνες κλεμμένης ζωής από τη φοβική στατιστική του επέκεινα. Και ποιά απάντηση επιθυμητή χώρο και χρόνο βρίσκει ν' απλώσει την αλήθεια της στη δύναμη την άνιση της συνήθειας των χρόνων πίσω και στην υπεροχή του σεβασμού και της αποδοχής του 'γίγνεσθαι' και του 'είναι' του αλλότριου και του αγαπημένου; Την παγωμένη ώρα, λίγο πριν ξημερώσει, πνίγομαι στην αλήθεια μου και άλλοθι βρίσκω στα όνειρα που αρχίζουν ή που τελειώνουν πριν τερματίσει ο ύπνος τη βάρδια της νύχτας και πριν φορέσω τη στολή παραλλαγής .. Πόσα κομμάτια θα μετρήσω ως την αλήθεια μου;.. Πόσα κομμάτια περισσεύουν απ΄ την αλήθεια μου και πόσα ακόμα κρύβονται στου χρόνου τις πτυχές; Λόγια, λόγια και σκέψεις άδηλες και σιωπηλές.. Σαν ξημερώνει, το σκοτάδι είναι ακόμα πυκνό. Και κάνει κρύο. Αυτή την ώρα γυρεύω στων σπλάχνων σου τη θαλπωρή και στο ρυθμό του αίματος, νήμα και νόημα για το λαβύρινθο και για την απορία. Γυρεύω απ την ανάγκη σου να σπλαχνιστεί την αγωνία μου και στο crescento των παλμών σου αναζητώ μια επιβεβαίωση, μια επαλήθευση στην πράξη της δύσκολης αφαίρεσης του περιττού 'Είμαι' και της διαίρεσης του ακέραιου 'Εγώ'. Να κάνει την ανατροπή προσθέτοντας.. Και μια υπέρβαση, πολλαπλασιάζοντας ό,τι πολύτιμο κι ό,τι δυσθεώρητο κι ό,τι ελάχιστο κι ό,τι κρυμμένο ή ό,τι ανομολόγητα κατακτημένο πέρα από κάθε προσδοκία ή δεδομένο σύμβασης.. (Και μένω 'Εδώ' κι εμμένω ''Δον Κιχώτης' αμετανόητος, νάχω με ανεμόμυλους να μάχομαι χωρίς απάντηση προφανή σε όποια ερώτηση. Και μόνο εσύ γνωρίζεις τις κερκόπορτες κι ορίζεις καί της άλωσης καί της πολιορκίας τις στρατηγικές.. )

-Σαν ξημερώσει, αν είσαι 'Εκεί', όμορφα ο Ήλιος θ΄ ανατρέψει φόβους με την ψευδαίσθηση της θαλπωρής και την υπόσχεση μιας επανάληψης.. "



A^j^

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009

'… Όλα σε μια μηχανή κιμά κι η κόκκινη κλωστή θα τα ενώσει …'

"..Κι είπε ο ημίθεος, σαν πέρασε η ζάλη της μέθης από το νέκταρ των Θεών :

broken-glass and blooda

‘.. Κι από το τάσι του χρόνου δε σώθηκε ούτε μια στάλα.. Μόνο γυαλιά σπασμένα,σπλάχνα χυμένα στο πάτωμα. Χειρονομία απέλπιδα και –εν δυνάμει- ματωμένη κάθε προσπάθεια να επιστρέψει η εντροπία τους στο ελάχιστο. Θα συμβιβαστεί .. Μ΄ ένα vitro κατά νου θα συμβιβαστεί .. Θα συμβιβάσει κάθε πρόθεση αναστροφής του χρόνου. Το ξέρει, μερικά πράγματα είναι πέρα των δεδηλωμένων προθέσεών του και πολύ περισσότερο πέραν των δυνατοτήτων του .. Μερικά πράγματα τον ξεπερνούν και αποκαλύπτεται. Κι η δυσκολία να το κατανοήσει αυτό, είναι ευθέως ανάλογη του ήθους που υπολείπεται αλλά και του ‘ήθους’ που επαίρεται ότι διαθέτει. Η μνήμη, –αν υποθέσουμε ότι δεν περιλαμβάνεται στο πακέτο προσφοράς οργάνων σώματός του σε αναξιοπαθούντες του 'είδους' του, ως πράξη ύστατης μέριμνας της υστεροφημίας του, ενδεχομένως και να έσωζε το ελάχιστο αξιοπρέπειας. Αλλά μάλλον εκεί, στη θύελλα αξιών και εννοιών μέσα στη στείρα φιλολογίζουσα καταιγίδα του εν κρανίω, μόνο σαν εργαλείο μνημονικών κανόνων για αποστήθιση και παπαγαλία λέξεων προς εντυπωσιασμό χρησιμοποιείται πλέον.. Τα μάτια.. Είναι τα μάτια πύλη σίγουρα για τον 'μέσα κόσμο' και μονοπάτι για το σκληρό πυρήνα της επικοινωνίας.. Υπό τη βασική προϋπόθεση να υπάρχει ‘μέσα κόσμος’ και βούληση επικοινωνίας. Τα μάτια αλλιώς, Δούρειος είναι ίππος και εισβολέας δόλιος προς άγρα θυμάτων και όργανα βασανισμού των ευπειθών. Κι ο λόγος.. πλάνος και στείρος και δυνάστης. Και ψεύτης γητευτής. Το ξέρει! Και τώρα, αναπολόγητος πια ας αναλογιστεί τη μοναξιά της θάλασσας μέσα στα μάτια του και μέσα από τη θύελλα ας μαζέψει τα κομμάτια του, vitro να κάνει στο αίμα του βαμμένα… καθώς σχεδία διαφυγής σε μυστικά τοπία της νύχτας και σε κήπους δε θα υπάρχει πια.

Λύπη.. Δεν έχω λύπη. Σιωπή μονάχα, σαν το τραγούδι της ανυποψίαστης γοητείας τις μέρες της πολιορκίας των κάστρων.. Μονάχα σιωπή. Και μια απορία κατευόδιου για την απομάκρυνση απ το ταμείο σαν εξοφλήσω τα οφειλόμενα της πλάνης …’

Κι έδωσε μια κλωτσιά στη ανέμη να βρει το μίτο της ματωμένης κόκκινης κλωστής ν΄ αρχίσει νέους μύθους να υφαίνει. Και σαν το Σίσυφο, αποφασισμένος άρχιζε να υπολογίζει του νέου βάρους την κατανομή στις πλάτες του, διαγράφοντας με τη ματιά την κλίση της νέας ανηφοριάς που απλώνονταν μπροστά του .."

..Στο τέλος των καλοκαιριών … Αφιερωμένο!

A^j^

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

'.. timeless need..'

'Before Treatment' (Rothko)

"..Es ist nicht die Notwendigkeit, Du kennst mich nicht gut, niemand kennt mich.
Komm nicht zurück, bitte mich um garnichts
Verschwen de mich nicht nur für eine Nacht
Ich geh in den Schatten
Das Licht blendet mich, die Wörter machen mich krank
Ich habe es satt.
Ich will nicht erklären, du musst dich entscheiden …”

Χ & P Katsimixas

".. Κι είναι η σοφία που την απόσταση υπαγορεύει.. Kι είναι η σιωπή που απ τη σοφία υπαγορεύεται .. Κι ο χρόνος αναλώνεται στη σιωπή και την απόσταση μακραίνει και μεταλλάσσει τη διάστασή του κι αλλάζει τους ρυθμούς καθώς στα δάχτυλα μετριέται.. Και καταργεί τα δάχτυλα.. επικαλούμενος στο νεύμα μιας θάλασσας το θάρρος και την κίνηση πέρα απ τον άνεμο, πέρα απ τα κοπάδια τ' απλωμένα στα λιβάδια της, τα τοπία του βυθού και τα θαλάμια της φυγής. Κι ο χρόνος αναλώνεται ελπίζοντας στο βλέμμα το ‘εντός’, στην προβολή της αίσθησης και του αισθήματος σε χρόνο αν-ύποπτο. (Μιας προσδοκίας άκρον άωτον ή μιας ανάγκης θώκος;) .. Και υποθέτω, σε μιας ανύποπτης ανάσας στρόβιλο μια σύμπτωση κέντρου με κέντρο, που περιφέρεια ελεύθερη να ορίζει. Κι έτσι ανεπαίσθητα στρόβιλους κλέβω απ΄του ύπνου σου την πιο μικρή ανάσα με το πτερύγιο της ακοής και με την άκρη του αγκώνα και με την άκρη του καρπού και με την άκρη των βλεφάρων. Και με του δέρματος το ανάγλυφο από του αίματος τους θρόμβους και των παλμών την αίσθηση. Και πάλλομαι, δονούμαι, συντονίζομαι σε μύχιες ιδιοσυχνότητες και σπάω και χωρίζουν τα κομμάτια μου και τόπο ψάχνω να χωρέσω σ ένα ψηφιδωτό αν(τ)οχής, πληρότητας και απουσίας. Να χωρέσω, να συγ-χωρέσω ό,τι ατίθασο ξεφεύγει φοβισμένο και φυγαδεύεται μέσα απ΄τα δάχτυλα, μέσα απ΄ τα βλέφαρα, πίσω απ΄ το βλέμμα .. Και όλα αντι-κείμενα, στέκονται εκεί, παρα-κείμενα μετέωρα και ασαφή υπο-κείμενα. Αδύναμα να βρουν μια θέση άλλη πέρα απ της μνήμης μου τη θέση κι απ΄ την αφή στης μνήμης σου τα ταμεία .. Και (εμ)μένω εκεί, εκστατική με τους αλγόριθμους, που μια συνήθεια συντηρεί ερήμιν του καθρέφτη σου και της αλήθειας της κεκτημένης σου το απόλυτο .. Και μένω εκεί, σ΄ αναμονή, τόπο να βρω για να χωρέσω σε μικρές όψιμες καλοκαιριές και σε στιγμές ά-χρονες μιας προσδοκίας. Σε περιθώρια διάκρισης ή .. ‘εκ του υστερήματος’ να βρω διάσταση και χώρο. Και περιγράφομαι και περιέχομαι και περιφέρομαι και συντονίζω την τροχιά με περιφέρεια αντικριστή , γρανάζι και τροχό κι ανάσα αναγκαία και ικανή όσο η απόσταση ασφαλείας μεταξύ τους .. με μιας ακτίνας διαδρομή κλεμμένη από έναν Ήλιο ευεργέτη ή ένα πορτοκαλί ποδήλατο δραπέτη από μνήμες έφηβες .. Ένα ποδήλατο έφηβο σε πτώση κατακόρυφη και κλίση κάθετη .. στη διαδρομή με απόλυτο 'δυικό αριθμό' και χρόνο ά-χρονο σκληρό παρελθόντα έως και αμετάκλητα Μέλλοντα .. τετελεσμένο .."

('..Εδώ, μ΄ ακούς; .. ακόμα και τη μέρα ψιθυρίζω σκέψεις και σαν σε νύχτα ακροπατώ με σεβασμό στου ύπνου σου την παράδοση και σε ταξίδια λογισμών, που αντιστρατεύονται την 'παρουσία' σου σε κάθε χρόνο μου Ενεστώτα ..
Εδώ, μ΄ ακούς; Μ’ ακούς που συλλαβίζω με φωνή (ποιός-θα-το-πίστευε) Ενεργητική καθώς Παθητική φωνή αρθρώνεις σε παύσεις και σιωπές, σε όνειρα κι εφιάλτες ανάμεσα, σε ώρες όψιμες μιας.. Καλημέρας ; Εδώ! .. μ’ ακούς που Ξενυ(χ)τεύομαι 'σιωπηλά' θεραπαινίδα της σοφίας για μιας ..Ξενιτεμένης Καλημέρας .. αντίδωρο ; ..)

.. Καλημέραα!



A^j^

Σάββατο 8 Αυγούστου 2009

.. μια δίνη, μια ελεγεία, μια επανάληψη




Επέστρεφε

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με --
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ' επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ' αισθάνονται τα χέρια σαν ν' αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται....


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1912)


"...Από το χέρι παίρνε με κι απ' τα κρατήματα της σκόνης και της λήθης ... Έλα και παίρνε με απ τα θαλάμια της συρρίκνωσης κι απ το λευκό κελί της πιο ανάδελφης μοναξιάς. Εκεί που τάχα φταίνε οι αποστάσεις και οι περισπασμοί της καθημερινής δαπάνης από το δάνειο του χρόνου ή εκεί που τάχα οι προθέσεις γυρεύουν άλλοθι για το 'ευτελές' τους. Έλα, έλα και παίρνε μέσα απ τα κύματα κι από τις δίνες της σκέψης και σαν σχεδία απ τις στιγμές του πανικού μ ανάσες δύσκολες και φειδωλές φυγάδευέ με. Μ΄ ανάσες, της ασφυξίας συμισακές φυγάδευέ με. Κι από τα λόγια που δεν τόλμησαν να γίνουν ήχοι, το νόημα πάρε, την αγωνία και την πνοή που δεν αξιώθηκαν να καταθέσουν στην εκφορά τους. Μακρύνομαι, νυχτώνομαι κι αγγίζω την ανάγλυφη υγρασία του όρθρου στα μέλη και στα βλέφαρα, που ξάγρυπνα μια προδοσία ομολογούν στην αγκαλιά του Μορφέα. Κι αχ! δε με ξέρεις. Και συ ακόμα δε με ξέρεις. Κι ίσως κάνεις, κανείς δε με υποψιάζεται, κανένα δεν αφήνω -ίσως από άμυνα να μη ραγίσω στο βάρος της παραδοχής ενός ανομολόγητου 'λίγου' ή ενός αβάσταχτου 'πολύ'. Ή του 'τεράστιου' της μοναξιάς ενός ανάδελφου 'εντός' .. Κι έτσι ακριβώς πλανιέται αντίστροφα η υποψία πως κανένα δε ξέρω κι εγώ. Υποψιάζομαι αυτή τη μοναξιά της απόστασης και της απουσίας παντού, ακόμα και μέσα στο πλήθος γύρω, στο πλήθος το εντός, στο πλήθος .. γενικά. Υποψιάζομαι.. Σκιάζομαι και παγώνω σαν το κρυφτό του Ήλιου σε μια έκλειψη.. Στις ώρες τις μικρές της μάταιης προσμονής και της ψευδαίσθησης μιας παρουσίας κι ενός ολογράμματος ιδεατού του κόσμου γύρω και της αγαπημένης μορφής, έξω απ΄ τον κόσμο σαν περιέρχομαι μες στα σκοτάδια τ αξημέρωτα ..έλα, στις ώρες αυτές τις ανύποπτες έλα και παίρνε με.. Μες τα σκοτάδια όλων των ωρών της μέρας. Και των μικρών της νύχτας. Και μουσικές υπέροχες και χρώματα και θεωρήματα και θεωρίες και αξιώματα και γενικώς πειθούς τεχνάσματα και σμύρνα και χρυσό και μύρα φέρε μου, να ξελογιάσεις τους δομημένους λογισμούς της άμυνας και των φόβων των αρχέγονων και της δικλείδας της ασφάλειας την παγίδα . Φέρε στις φούχτες γιατρικό και ίαμα για τα μάτια και για την 'όραση' εκείνη την 'εντός', που τα περί-Τεχνα αναζητά παντού και Τέχνης μορφώματα και πλάσματα της έκφρασης και της ανάγκης πλάθει. ΄Ιαμα στάλαξε στα μάτια τα 'εντός' ν' αντέχουν το σκοτάδι γύρω, μα και το φως το αλύπητο και το άπλετο κι εκείνο το απρόσιτο το κόκκινο βαθύ του δειλινού λίγο πριν το σκοτάδι, που σαν το βλέπεις μόνος τυφλώνει κι απαξιώνει κάθε ομορφιά. Κι εκείνη την ανατανάκλασή του στη θάλασσα, που σαν κοιτάς κόντρα, χάνεις τα περιθώρια, τα όρια, τον ορίζοντα ..τερματίζοντας το κοντέρ στην παραλιακή .. τερματίζοντας τη σκέψη -έστω σαν σκέψη εκεί, στο επίπεδο, στην ευθεία, στο σημείο .. στο σημείο Αιχμής ..στο σημείο Φυγής, στο σημείο Μηδέν. Κι η σκέψη να γυρίζει μυστικά κι αργά με εμμονή καρέ-καρέ τη 'Φαίδρα' μόνο για μια υποψία, μόνο για μια στιγμή, σε μια στροφή, σ΄ ένα crescento .. για ένα salto mortale.. Έλα! και παίρνε με όπως κι όσο κανείς κι όσο ποτέ.. Έλα, ξεγέλασέ με πάλι και αποπλάνησε τις άμυνες και κάθε ρίψασπη λογισμό παραίτησης. Μια αιτία κι ένα λόγο μηχανέψου ξανά να πείσεις, να ΜΕ πείσεις.. Να πλανευτώ, γι ακόμα μια φορά να σου δοθώ ... για ακόμα μια φορά ... και πάρε τη ματιά, τη σκέψη και τους λογισμούς από τη μέθη της ταχύτητας κι από την πλάνη της φυγής. Κι έλα ξανά και ΤΕΧΝΗέντως ΤέχνηΕΝΤΟΣ μ οδύνες γέννας αξίωσέ με και κάθε απέλπιδα παρόρμηση διασκέδασε και μάκρυνέ με απ τη σαγήνη των σειρήνων της. Κι έλα λοιπόν.. Έλα .. ΖΩΗ, και παίρνε με απ΄ το χέρι κι αιτίες δώσε και αφορμές να 'Είμαι' εδώ .. για 'τώρα' και για λίγο πιο 'μετά' ... Κι είναι αυτό μια πρόκληση ασήμαντη στο μέτρο μιας ασήμαντης περαστικής φιγούρας, όσο ένας κόκκος σκόνη στην πλάστιγγα του κόσμου. Και μια υπόθεση ανάλαφρης βαρύτητας μ αντίσταση στον άνεμο μηδαμινή σαν το μικρό φτερό απ το πετάρισμα μιας νιόβγαλτης Συλβίας ... μ΄ όλο τον ίλιγγο ενός ωκεανού να χάσκει κάτω σαν απειλή -ή σαν κατάληξη εφιάλτη, νωρίς ξημέρωμα Σαββάτου πριν η ψευδαίσθηση του Ήλιου σπρώξει και πάλι την κοτρώνα του Σίσυφου για ακόμα μια μέρα …





… Έλα και παίρνε με ..λοιπόν … αγαπημένη (ψευδ)αίσθηση. Ελπίδα φρούδα στ όνειρο του Σίσυφου, ξεγέλασέ με πάλι και ζώντας να ονειρεύομαι Ζωή .. 'αλλού' …"








A^j^

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

"... Πόσο μεγάλα ήταν όλα; ..."


(re-photographed)







"...
νυχτερίδες κρύβονται στην παιδική καρδιά
καθώς κατεβαίνεις τις σκάλες
κάτω απ' τον κισσό
φωλιάζουν οι λύπες και οι χαρές ξεχασμένες
άδειες ντουλάπες έρημες πόρτες
και η γυάλινη σφαίρα του κόσμου
αθώο χορτάρι ζωηρό ψηλό ανασαίνει
σκιασμένο απ' τον καιρό
κάτω από ξεχασμένες κληματαριές οι ίριδες
κι εσύ, μετά από χρόνια
εγώ, μετά από χρόνια
κι έχεις τη νυχτερίδα στα χέρια
τι διάφανα φτερά!
Πόσο μεγάλα ήταν όλα;
το πανηγύρι της ζωής
ο κορμός της χαρουπιάς
Τι θέλεις στην παιδική μου φωλιά;
μετά από χρόνια πατάς το χορτάρι μου
πλάσμα της νύχτας
άσχημο πλάσμα
τι διάφανα φτερά!
..."



(re-photographed)


"...
πάνω στα μάτια σου μια σκιά
και πίσω στους κροτάφους ένα σπήλαιο
και χέρια πολλά και πόδια ανακατεμένα
και απο τη λάσπη λουλούδια και σπέρματα
και μια σοφία φρικτή
ο ήλιος που χαίρεται σαν παιδί
ο ήλιος που πεθαίνει σα γέρος
..."


Ν.

Σάββατο 11 Ιουλίου 2009

Ξαφ-ΝΙΑΖΟΜΑΙ !

Σιώπα !
Και να θυμάσαι
με πόση δοκιμασία απόχτησες
την αρετή ν' αγαπάς.

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

«.. Λέξεις και λέξεις και λέξεις σμιλεύω. Kαι περι-Γράμματα με όρια. Κι ελάχιστα και μέγιστα και έννοιες ασύμπτωτες και φόβους επανάληψης ατέρμονης και μόνης. ..Κι ολομόναχης. Κι η μοναξιά της ανεξαρτησίας να κλείνει βράδυ την πόρτα και απαλά στο πόμολο να κρεμάει μιαν αρμαθιά κλειδιά σαν να προλάβει τάχατες μηχανικά στη μνήμη να περάσει κανόνες διαφυγής και αίσθηση-ψευδαίσθηση ασφάλειας κι υποκατάστατες-άστατες ελπίδες φρούδες, απέλπιδες σχεδόν. Κι ανοίγει η πόρτα σαν απ΄ τον άνεμο, σαν απ΄ τη δύναμη του νου. Το πόμολο γυρνά απαλά και εισβάλει ο δίσημος, ο αμφίσημος Ιανός και ρεύμα και σκοτάδι και πότε φως παραλλαγής και πότε αύρα απόγεια και πότε θαλάσσια, σαν οπτασία, σαν από πάντα αναμονή, σαν αίσθηση-παραίσθηση και σαν πραγμάτωση του ανέφικτου, σαν εμμονή κι ελπίδα ασύμπτωτη. Και πίσω βήματα να προκαλούν τα πέλματα να τα διαβούν, με απομάκρυνσης φορά, με πανικό και φόβο και καχυποψία. Μιας θεραπείας και μιας φυγής υπόθεση, που ακούσια έρχεται στη θέληση -σαν από πάντα πρόθεση, σαν από πάντα γνώση κι ενδοβολή ανεξέλεγκτη. Σαν από άμυνα -τη λέξη αυτή θα διάλεγες καλύτερα- να την καλέσεις σαν ασπίδα και σαν άλλοθι ..Και σπάνε οι άμυνες κι κώδικες σε κοίτη κοινή και πλεύση παράλληλη ν’ από-καλύπτει μύχιες πτυχές και ξάφνιασμα κι αταίριαστα ταιριάσματα μα, ταιριαχτά περί-Τεχνα και Τέχνης σπέρματα.. Κι η Τέχνη ΕΝΤΟΣ ξανά, αφ-ΟΡΜΗ ζωής και όχι .. ΤεχνηΕΝΤΩΣ..

.. Κι εκεί στο απέραντο βασίλειο της έλλειψης, στου απόλυτου δήθεν την επικράτεια, στη μονοκρατορία του πιο αυτάρεσκου εγώ. Εκεί είναι που τρομάζω το ‘πολύ’ μου και την αλήθεια μου. Εύθραυστη, κρυστάλλινη κι εμπιστευμένη στα παιδικά σου δάχτυλα και στη αμφισημία της παιδικής παλάμης σου. Κι απίστευτα τρομάζω μέχρι την εξαφάνιση της όρασης, της φυσικής μου όρασης ακόμα, που καταργείται κι εξαφανίζεται στην αντανάκλαση των πολλαπλών ειδώλων σου, σε κάτοπτρα κυρτά και κοίλα, τυραννικά παραμορφωτικά που απάνθρωπα με καταργούν και την αλήθεια μου αναιρούν στην πιο βαθειά μου ανάσα εκεί. Εκεί, ανάμεσα στη κοίτη του λαιμού και της κλείδας σου μέχρι το οροπέδιο που απλώνεται μακριά κάτω απ΄ του στέρνου την απλωμένη ξεγνοιασιά. Εκεί, που μάχης τόπος γίνεται κάθε ξημέρωμα που οι ακτίνες του Ήλιου μάχονται για της αφής σου την πρωτιά με των χεριών μου τη λαχτάρα, την πιο ακριβή αίσθηση στους γευστικούς μου κάλυκες, με την πρώτη καλημέρα στα βλέφαρα σου που τρεμοπαίζουν άπληστα ρουφώντας τον χρόνο της ξάγρυπνης αναμονής μου ...

.. Και ξέρεις! Το ξέρεις ήδη με τη σιγουριά του αίματος και των παλμών και τη σιγουριά της ευθείας του βλέμματος. Κι η θλίψη, κι αυτή ακόμα είναι ανάδελφη και μοναδική και λόγο δίνει μονάχα στις φυλακές της νύχτας και στις φυλακές τις εντός. Διογκωμένο, διογκωμένο δέρμα κόκκινο και λείο με αντανάκλαση παλμών και φθόγγων και πλέγματα χεριών και βλέμματος με μια υποψία θρήνου ή λυγμού ή έστω ενός χαμόγελου για το άγγιγμα του ανέφικτου. Αγγίζω τις άκρες των πληγών πάνω απ το δέρμα, πάνω απ της σάρκας τη θεραπευτική σπουδή με επι-θέματα στοργής. Αγγίζω τις πληγές και μεταλαμβάνω του αίματος τη σκουριά. Και στου χαμένου χρόνου το μετείκασμα μεταλαμβάνω την πίκρα των φωτεινών χρωμάτων μιας όψιμης ανατολής ανιχνεύοντας τις μέχρι εδώ διαδρομές του. Μεταλαμβάνω στο εύθραυστο των λεπτών αποχρώσεων την περιπέτεια και την έκπληξη στου φάσματος τις διαδρομές. Το κόκκινο νήμα - θυμάσαι που ψάχναμε το 'κόκκινο νήμα'; Σ΄ ανόμοια κι ανοίκεια ανάμεσα να βρούμε, να ενώσουμε το «όλον» σε «ένα». Ν΄ ανα-καλύψουμε στης λάσπης της ψηφίδες τις διεργασίες του χρόνου και της σιωπής. Την πρόοδο της γνώσης του σώματος και του αίματος. Και της πνοής τη μετάγγιση εκ του σύνεγγυς. Και πόσο αυθαίρετα ή απεγνωσμένα την κόκκινη γραμμή τραβάς ορίζοντας το ‘μέχρι-εδώ’ σου; Και τάχατες πότε η άμπωτη και πότε η παλίρροια ορίζουν τις πιο μύχιες πηγές μας;




- Πόσο μισώ αυτό το πρόσωπο του Ιανού, αυτή τη σύμβαση με το παράλογο που την αλήθεια μου αναιρεί και σε Μακραίνει, με Μικραίνει, σε Πλανεύει, με Παιδεύει …




- Τρίζω! μ' ακούς; Ίπταμαι, ποντίζομαι, βαθαίνω, υψώνομαι .. κι εσύ, ακόμα κι αυτή τη φράση την ξέρεις από πριν. Εσύ, στο χέρι που κρατάς σημαίνοντα και σημαινόμενα, αδιάφορα κι απλά και με σπουδή και με φροντίδα, κάθε σταγόνα ιδρώτα και χυμούς ζωής στραγγίζεις στο τάσι μεταλαμβάνοντας το στέαρ και το παχύ και το πολύτιμο με σποδό και περίσκεψη, με ταπεινωμένο το φρόνημα και με ευγνωμοσύνη για τη στιγμή της σύμπτωσης και της πλοκής των λέξεων. Των έξεων την περιπέτεια στο γεφύρωμα των άκρων με των ..’άωτων’ τον προσδιορισμό.. Κι η υποψία της νύχτας σκιάζει τη ματιά μου καθώς σε βλέπω φεύγοντας πρωί να ξαποσταίνεις στα στρωσίδια με βλέφαρα που ακόμα τρεμοπαίζουν αναποφάσιστα σ όνειρο ανάμεσα και καλημέρα. Κι αν είναι τάχα μιας ισορροπίας ταγός και ενός εφιάλτη φόβος , δύναμη κεντρομόλα θα επινοήσω, εδώ στο κέντρο να σταθούμε όμοροι και ισόρροποι και με τα μάτια στο ίδιο ύψος, κέντρο με κέντρο να ζυγιάζονται κι όλα τα αταίριαχτα, τα μύχια, τα διάφορα, τα ξένα συμπλήρωμα να γίνουν. Κομμάτι αναπόσπαστο και 'Ορισμα-προΟρισμός στο ανάδελφό μας ‘ΟΛΟΝ’..»


(.. dedicated ..)

A ^j^