Σάββατο 14 Μαΐου 2011
Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011
Έλα ...



Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011
Ένα δοχείο ...
Ένα δοχείο, μια διαφορετική σειρά, ένα τρέμισμα στη φωνή
αυτό το αδιόρατο άλφα, το ωμέγα των ημερών όπως υπερκαλύπτονται
στον αιθέρα με τις γραμμές της εξώσφαιρας
αυτή η πεπλατυσμένη καμάρα των ποδιών και των χεριών
το μεσόφυλλο πλάτωμα, η χίμαιρα των ασθενικών χειμώνων ...

Ένα τραπέζι και τα πόδια διπλωμένα στα δυό, ή τα χέρια
σαν στηρίγματα,
μια σύνδεση ή η συγγένεια με τις σπηλαιώδεις
ηδονές
κι έτσι, απ' τον καναπέ, πάνω στο ύφασμα, με τις μακρινές λεπτές
απολήξεις
το απόβραδο πέρασε της σάρκας
διεθλασμένο σε χιλιάδες στόματα,
ένα θηλυκό έρεβος
και μια προσμονή μέσα στη λάσπη ...
Ν.
Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010
".. Το πάντα, το ποτέ και το ερωτηματικό του 'πότε ;' .."
.
.'..και φεύγουν οι μνήμες σαν θρύψαλα, αυτά τα μεγαλεία της σάρκας..' Ν. Κυπριωτάκης
'
।
.
Ο χρόνος
-το ενδιάμεσο κενό
Το καινό των λογισμών
Το κενό
σαν τρέχεις
στη φορά του χρόνου
κι όλα ξεμένουν πίσω
πια
Με τέχνη
και αισθήματος σπουδή
μεταβιβάζουμε
τα υγρά μας κύτταρα
Πότε σαν πρόφαση γενετική
και πότε σαν επιθυμίας επίφαση ...
και πάντα η Μνήμη
η μνήμη της αφής
πάνω στο δέρμα
φυλάει Θερμοπύλες της σάρκας
πριν
ξεπροβάλλει ο Εφιάλτης
κι αυτομολήσουν τα υγρά
στο χώμα
Και πριν
μεταλλαχθούν
οι στρατιές της οσφύος σου
σ’ απλά στοιχεία
αναζητώντας
δοχεία συγκοινωνούντα
της αγωνίας σου
πριν
γίνεις μνήμη
και αέρας
και ανατριχίλας θρόισμα
ανάμεσα σε μάρμαρα σιωπής.
.
.
Α^j^Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010
Primary key at second hand
(ξεχειλωμένο πουλόβερ
μ΄αγκώνες τριμμένους
A^j^
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Γλώσσα

ο κορμός, τα πονηρά μάγουλα, στο στέρνο τα επίθετα μάτια και το στόμα,
η γραμματική του ελέγχου και του χρόνου
ή η δομή και η σύνταξη της αντανάκλασης της ύλης, μια λαμπερή ουσία,
Στο λαιμό μια κατάποση πικρή, στα σπλάχνα η φουσκωμένη θλιβερή βλέννα, και είτε στο φως είτε στο σκοτάδι, αυτή η γκρίζα παρελθούσα ύλη της όρασης, το σώμα σου ή τα ρούχα σου, πενήντα χρόνων ξεθωριασμένα αντικείμενα, χέρια και σάρκα ξεθωριασμένες
και το μυστικό ακόμα ή το ημερολόγιο του πρωινού στο δελτίο του σώματος ή ο ήχος του ρολογιού ή η ανάσα της μέρας εκείνης.
Έτσι ολόκληρος λέξη τη λέξη, ένας κορμός από βιαστές και βιασμένους, ένα κουτάλι, ένα άρθρο στη φωνή ή πίσω απ' το βλέμμα ή πίσω απ' τη σκέψη, μια καθυστερημένη, άγονη ιδέα, μια αντωνυμία απ' την τηλεόραση, που προεκτείνεται, ή μια γραμμή ανοξείδωτη του ραδιοφώνου, τότε που η λάξευση ή η οπή, δίνεται στα χείλια, στα χείλια και η άτολμη θλίψη. Κι έτσι με το θλιβερό χαμόγελο της λέξης υπήρξα, τα χέρια ψηλά που με ληστεύουν, ή τα χέρια που ασελγούν, κι εγώ ένα ημερολόγιο άδειο, οι φονικές αδιάλειπτες σειρές των γραμμάτων, στη φωνή ένα σίδερο ή ένας σουγιάς, στο στήθος είχα το όνομά μου, στην κοιλιά τον επικήδειο ασπασμό του, κι αυτή τη λέξη που ξυπνά μ' ένα λάκτισμα με μια γερή κλωτσιά στην κοιλιά, απότομα, ή στους γελοίους κροτάφους, και πετούν στον αέρα τα αντικείμενα, τα τηλέφωνα, τα μολύβια πάνω απ' το χάσμα και σκάνε στη γη έπειτα με τον ήχο της διάλυσης ή της καταστροφής, σπασμένα πρωινά όνειρα, ένας άνθρωπος γάτα πίσω απo ένα κλειδί δεμένο σε κλωστή, μια ομάδα από ζωόμορφα μέλη, κι εσύ κι εγώ στην έπαυλη με τα πολυτελή αγάλματα και τα μαξιλάρια.
Ολόκληρος κορμός σφιχτός, κι αυτή ηπίεση των εικόνων λέξεων, σ' ένα σύμπαν κι ένα δίχτυ από παλλόμενες γλώσσες. Στο στόμα μια ρίζα κόκκινη που ξεδιπλώνεται στο χώρο και σπαθίζει το χώρο, που πλαταγίζει μ' ένα σύρσιμο παχύρευστης οράσεως, μ' ένα είδος αχλής από όνειρα της ηδονής ή της ιστορίας του χρόνου, παθητική φωνή ή ενεργητική, απλωμένη στα σκαλοπάτια με την κοιλιά ή τη ράχη, από εκείνη τη στιγμή της αφηγήσεως, ή όταν εκείνη άνοιξε την πόρτα και βγήκε, θολές εικόνες σ' ένα απομεσήμερο της σάρκας, λέξεις ραβδιά που τρυπούν την ουρά μου, κι έτσι μες στο αέρα των κοφτερών ρημάτων, κύλησα κυνηγημένος ως ένας σταυρός στο μονοπάτι και πέρα απ' την πόρτα και τα θαμνωτά περιβόλια τα θαμπά φώτα της κίνησης στο δρόμο κι ένας στρατός από ντυμένες θλιβερές όψεις, το βάρος τους και η βαρύτητα της γης που επέστρεψε άγονη ή φθονερή, λαξεύοντας διχαλωτές παλάμες ή αγαπώντας να τρυπά τη συνείδηση με αυτή τη δύναμη του σώματος που υποφέρει, και να κρεμά τις απολήξεις τους ανάποδα ψηλά σ' ένα συρμό των υδάτων των υπογείων.


Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010
Αρχείο της αχρειότητας
Έτσι ακριβώς με ένα νεύμα στο μέτωπο
ψηλά
μ' ένα νεύμα ψηλά σε μια χώρα του αοράτου, με τις ανάσες των στίχων
και τις ιαχές,
Ο νους και η γη του πυρός, ο αχρείος ο σάκος, αυτό το πηγάδι
της δίψας, τα κλειδιά της κόλασης, η πυγμή και το αίμμα
Αν ζούσα πάλι και ίσως μισός τότε, να άνοιγα τα φτερά μου ξανά
στους πορφυρούς αέρηδες, τα μακρινά τοπία των μηρών και των βράχων
Ω! εσύ ξανθή περιστέρα της θλίψης, το ποτήρι το νερό στο χάδι του ήλιου
το χώμα το στέρφο και το άγονο, η ξανθιά τρίχα της κορυφογραμμής
η κοιλάδα των κοπράνων
με τις μέρες αυτές θα ξεπλύνω τα κρίματα
Είναι στιγμές που η ολότητα αποκαλύπτεται, στιγμές που η ολότητα του κόσμου μοιάζει ν' αποκαλύπτεται
όλος, καρπός, σώμα, καμάρες, δύο μεριά από λύμφη και σάρκα, δυο πόδια της ζωής και της γέννησης, δυό στήθη
οι σκιές στα παράθυρα, το γέρικο ερηπωμένο σπίτι ξεχασμένο, παππούς, γιαγιά
και αυτοί με τους ασπρισμένους τοίχους, με τους ασπρισμένους αγκώνες
και έτσι μια ταλάντευση ακινησίας, τα άσπρα γόνατα, η απουσία που σέρνεται, μια οστέινη πλάκα πάνω στη γη
η προτομή του θανάτου, αυτό το βλέμμα που γλιστρά μες στο δικό μου
Έτσι είναι φορές που μοιάζει η ολότητα ν' αποκαλύπτεται, η ολότητα ν' αποκαλύπτεται, να καλύπτεται
όλες οι αισχρές μνήμες, αυτά τα βράδια και τα μεσημέρια μέσα στον κόπρο και τη βλέννα
τα πρωϊνά μέσα στο βούρκο
και αυτή η σωρός, η μεγάλη σωρός των ανθρωπίνων μελών
τα σκυλιά που αλυχτάνε, ένα ατέλειωτο αυγουστιάτικο καλοκαίρι του κινδύνου
η σύσπαση της μήτρας
και αυτό το βέλασμα το βέλασμα των στιλπνών εντοσθίων
ή το υπόκωφο, το σπογγώδες θρόϊσμα του στήθους
Ολότητα από σίδερο, στον αιθέρα ένα κρίνο που λάμπει στον ήλιο
μια μέλισσα καταδικασμένη στο φως
η αιχμή του βουνού, ένα πούπουλο ή μια λεπίδα
ένα ποτάμι ξέγνοιαστο, ένα σκυμμένο κεφάλι
Ω! ανυπόφορη είναι η σάρκα, αυτή η πρησμένη κραυγή, ο ασκός και ο σωλήνας της πικρίας
Όλον, όλον
ένα ένοχο βλέμμα, τα μάτια στη γη
αυτή η σκληρή καταδίκη
Το αίμμα που ξεπηδάει αίφνης μαζί με το σεισμό
ή το μηδέν,
και φεύγουν οι μνήμες σαν θρύψαλα, αυτά τα μεγαλεία της σάρκας
Ν.

(σχέδιο-μινιατούρα, από τον Ν.)
Τρίτη 20 Ιουλίου 2010
Rome

"Η οικειότητα με μια ζώνη αγνωσίας συνιστά μία καθημερινή μυστικιστική πρακτική, όπου το Εγώ, στο πλαίσιο κάποιου ειδικού και ευφρόσυνου εσωτερισμού, παρίσταται μειδιώντας στη δική του αποσύνθεση και, είτε πρόκειται για την πέψη της τροφής είτε για την έκλαμψη του νού, μαρτυρεί, στέκοντας δύσπιστο και επιφυλακτικό, τη δική του ατελεύτητη εγκατάλειψη και διάλυση. Ο Genius είναι η ζωή μας, καθότι δεν μας ανήκει."


Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010
".. silence between us .. "

¨"..Πόσο φτωχές οι λέξεις; Πόσο φτωχές οι λέξεις μας και ύβρις, όταν η 'Σιωπή' κοινός παρονομαστής κι απόλυτη τιμή ορίζει το 'όλον' των λογισμών και περιέχει το 'ανείπωτο'; Και Μας περιέχει πεπερασμένους και μικρούς και λίγους, να τη 'γεμίζουμε' με τα κουρέλια των φθόγγων μας και με τα ψίχουλα του χρόνου μας. Την κατανόηση των αποσιωπητικών της να υποθέτουμε ... -Πόσο μικρός να υποθέτω τη σιωπή και πόσο τάχα αφελής να την αγγίζω κιόλας !
.. Όλες οι μνήμες κι όλες οι αφές -οι επαφές, καλούν τις άκρες του Νήματος να μας τυλίξουν. Να πλέξουν γύρω μας όψεις και υποψίες και στο λαβύρινθο των αποσιωπητικών της Σιωπής να γίνουν μίτος και φως διαφυγής στην άκρη του τούνελ.. -Ή έστω τουλάχιστον, ένα μετείκασμα πιο ελπιδοφόρο σ΄ αντίστιξη του τρόμου των λογισμών μας. Κι αν ήδη ένα όνομα φοράς, αυτό το ‘λίγο’, το πεπερασμένο της δύναμής μου να το ελέγξω, κατάλοιπο του συγγενούς μου εγωισμού, με κάνει και σου απευθύνω λόγο και σκέψεις έτσι, σαν σε ένα Αφηρημένο δεύτερο πρόσωπο / απρόσωπο, μ όλη τη στέρηση του Α ζητούμενο και σύμβολο και άκρο άωτο της κατανόησης του όλου και της απάρνησης του περιττού.
.. Η 'ιστορία των πραγμάτων' υπο-κείμενων, αντι-κείμενων, παρα-κείμενων. Τροχιά καμπύλη κι ασύμπτωτη. Ποιος τάχα την ορίζει και ποιόν με νήμα κόκκινο διαπερνά; Ποιος τάχα ορίζει 'εαυτόν΄ και ποιος τον 'έτερον'; -Εγώ; -Εσύ; -Εμείς; Και να, που καταλήγουμε στο τέλος αντωνυμίες προσωπικές και κτητικά επίθετα. Τύποι ρηματικοί και αμφίρροποι μεταξύ ενεργητικής και φωνής παθητικής … Μικραίνουμε στη μοναξιά του Ενικού και περισσεύουμε στα όρια απρόσωπων πληθυντικών. Κι ο Δυϊκός αριθμός, θεός από μηχανής και πόλη καταφυγίου για το ‘εγώ’ και το ‘εσύ’ μας. Και στη Σιωπή και στην απάντηση που υφαίνω στο μυαλό, γίνεται αντίδοτο στη φρίκη και στην απόσταση γιατρειά… Και οι λογισμοί μου, πάντα χαμηλόφωνοι, για ν΄ αντιστέκομαι στην πρόβλεψη που με στερεί και στη στατιστική ως πιθανότητα ανατροπής. Και σαν απόκριση στων άκρατων κριτών, που ανάξια κοάζουν, τη φλυαρία…
..Και τι θα μείνει, αν όχι άνεμος ανάμεσα στις λέξεις μας; Και τι θα μείνει, αν όχι μνήμης ψήγματα στη λήθη; Και τι θα μείνει, αν όχι υγρασία σε άδειες παλάμες; Και τι θα μείνει αν όχι η βέβαιη αίσθηση σ΄ αντίστιξη της ξιπασμένης γνώσης; Και τι θα μείνει απ τις αντωνυμίες ανάμεσά μας, αν όχι τα ουσιαστικά τα επιούσια; Κι από τα κτητικά μας ‘αποσιωπητικά’ τι θ΄ απομείνει αν όχι το αν-είπωτο περιεχόμενο της Σιωπής που μας περιέχει;
Της Σιωπής, που ιστό συνδετικό ανάμεσά μας τη μεταβόλισε ο Χρόνος …! ..”
Α ^j^
Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010
".. κι ο Ευκλείδης (μου) σε mobius ring ελέω .. Herr Riemann ! .."
«… Όλα ρευστά σαν χρόνος, σαν νερό! Νερό που γίνεται ατμός και άνεμος και σύννεφο και πάλι σαν νερό γίνεται χρόνος ..
Κι απ’ των ματιών τις φυλακές κι απ' τα ταμεία των συνειρμών ο κόσμος γύρω δίδυμος, διπλός. Και δυό μορφές. Καθρέφτες λαμπεροί κι οξειδωμένοι, παλιοί κι ακόμα χτεσινοί. Στρεβλά τα είδωλα. Μορφώματα αστόχαστα και πλάνα, στα μάτια με λογχίζουν και περνούν. Κι αυτό που εντός πηγάζει σημαδεύω, με μιαν εμβέλεια άχρονη κι ακόμα αγενεαλόγητη. Κι απ τις γωνιές των δρόμων κι από τους παραστάτες, τ’ αρχαία βήματα ξαφνιάζονται για την κατάληξη τους. -Σαν μιαν Ιθάκη απρόβλεπτη να βρήκαν ξαφνικά... Τα πόδια μου σκονίζει ο κουρνιαχτός και μπλέκει της πυξίδας μου την όψη. Κι αλλάζει ρότα στη φορά των μύθων των δικών μου, των απ' αρχής και των επίκτητων προσωπικών θεωρημάτων απορίας. Και μένω εδώ, σημείο μοναχό σε μιαν ευθεία αντίκρυ. Στη νέα γεωμετρία ελπίζοντας, που καμπυλώνει ο χώρος κι ο χρόνος ‘σχετικός’ νεάζει. Και όλα τέμνονται και τίποτα παράλληλο κι ανέγγιχτο δε μένει πιά…
Και μένω εδώ, σε ατέρμονη διαδρομή επιστροφής κι εκκίνησης μαζί, εγκλωβισμένη ... »
Α ^j^
Κυριακή 16 Μαΐου 2010
"... όλα προχωρούσανε προς το θάνατο ..."





Παρασκευή 9 Απριλίου 2010
Details

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010
".. διπλή ματιά, διπλή γραφή.. διπλή λεπίδα η νύχτα .."
ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ
1889-1966
Η ΜΟΥΣΑ
" ..Τον ερχομό σου μες στη νύχτα καρτερώ
σε μια κλωστή θαρρώ κρέμεται η ζωή μου
νιότη, ελευθερία, δόξα, ας πάνε στο καλό.
Αγαπημένη εσύ, πλησίασε, έλα με τη φλογέρα
να την, που πέταξε το πέπλο της.
Στα μάτια με κοιτά προσεχτικά: Ρωτώ:
«Του Δάντη τις σελίδες υπαγόρεψες εσύ;
τους στίχους για την κόλαση;»
και απαντά : Εγώ! "
μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου
«.. Δε θα σ αφήσω πλέγματα και ιστούς ν απλώσεις, που πότε θαλπωρής επίφαση και πότε ασφυξίας τριχιά, γεμίζεις το ποτήρι μου της μέθης και πύλες της διαφυγής διάπλατες τάζεις στο μυαλό κι ολόγραμμα και σύννεφο και οπτασία με ξενιτεύει από τη Γή κι από του πόθου και της καρδιάς το υστέρημα ξεκλέβει. Από τις άκρες θα πιαστώ μιας κόλασης, από της φλόγας την ανάγκη κι απ τις ορμές κι απ τις εικόνες και τους ήχους, που τόσο μοιάζουν μα τόσο απόλυτα αποκλίνουν, σύμφωνα με το μάτι του μυαλού ή με το μάτι της καρδιάς ανάλογα ιδωμένες. Και Οδυσσέας ταλαίπωρος εγώ, δεμένος στο κατάρτι, αυτή η πληγή η ανοιγμένη χρόνια στο νόστο της Ιθάκης μου ταγμένη, όμηρο με κρατά και προστασία στέκεται στον ήχο της Σειρήνας..
..Αγαπημένη μου, του πνεύματος η υπεροχή κρατάει το δοξάρι κι όλα τα κάνει μπορετά μονάχα σαν την πείνα του τυφλή, πρώτο βιολί δε βάζει κι ούτε πυξίδα άλογη, τυφλή και ξιπασμένη να τυραννάει το λογισμό και να λογχίζει την καρδιά. Και τα σπουδαία της ζωής, τα πιο σπουδαία, όμορφη μελωδία γλυκά να μας τραβάει στη μέρα σαν ξημερώνει και εξημερώνει την καρδιά του άκαρδου θηρίου του ‘εντός’, που υφαίνει μοναξιά και υψώνει τείχη γύρω. Κι απ΄το προσκέφαλό σου, μ΄ αγκάθι μισερό ξηλώνει όνειρα απ το γερμένο πάνω σου πλευρό μου. Θλιμμένος Ίκαρος λοιπόν, χρόνια στη νύχτα ικέτης, χωρίς φτερά, μονάχα μ ένα όνειρο πετώ. Κι ό ήλιος, ο τεράστιος, ο άτρωτος κι ο δυνατός, φόβο κι επιβουλή το ταπεινό πετάρισμα λογίζει. Και τα φτερά, που νύχτες άντεξαν και πέλαγα και καύμα πόνου και υστέρημα πνοής και παγετώνες χρόνων, αφήνουν το κερί προσάναμμα στου Ήλιου τη θυσία. Για μια σταγόνα θαλπωρή, για μια ματιά, για ένα άγγιγμα τυχαίο του χεριού, που η δίψα της ψυχής η συγγενής και η απ αρχής των λογισμών, χάδι το νιώθει και στοργής φωνή και πρόθεση κι αγάπη το λογίζει..
Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010
".. καθώς η φαντασία ερήμην ολογράφει τα μελλούμενα .."

Που είσαι; Πώς να γεμίσω της διασποράς μου τα σκορπίσματα, τα λόγια, τα σημάδια της αφής; Και της απόστασης τ΄ αποσιωπητικά και τα υπονοούμενα; Στις υποθέσεις, που ανοίγουν κι εγκαταλείπονται πλάνητες επαίτες και πλανημένοι ορφανοί πώς ν απολογηθώ και πώς ν αναχαιτίσω το πετάρισμα της ελεύθερης σκέψης σε ουρανούς ανυποψίαστους κι ατρόμητους σε μπόρες και σε κατακτητές των αιθέρων αλαζόνες; Το άρωμα μονάχα, το άρωμα της μνήμης και του ίχνους σου μέσα μου, σαν άλλοθι αρχέγονο, στους υγρούς μου μυκτήρες θα εμφυσήσω. Να μη φοβάμαι την ασφυξία των υποθέσεων και των λογισμών. Το φόβο και τον τρόμο της άλογης υποψίας και της παράλογης επιβουλής θα διασκεδάσω, με το απόλυτο των πιο διάφανων προθέσεων και του αισθήματος την άδολη ματιά. Και θα επιμένω, Αστρολάβος εκεί στο βυθό να λογίζομαι και με το όνομα αυτό στα καλέσματα ν απαντώ των στιγμών των απρόσκλητων. Μακριά απ τη συνάφεια κι από τον πόνο, τον εξ αγχιστείας, που ταιριάζει, που φωνάζει, που ελίσσεται και εξελίσσεται παράλληλα κι ασύμπτωτα κι ανάλγητα και που ανάδελφος δεν είναι και τον ξέρω και με ξέρει. Δίχως μάχες και θόρυβο και όπλων κλαγές και αίμα σταγμένο στα λόγια και στα ίχνη στη μέση των δρόμων. Στα περιθώρια των σελίδων και στον καπνό που ορίζει νέφη μελανά και σήματα κι ανάλεκτα μηνύματα και βέλη πυρωμένα.
Που είσαι; πρόκληση γίνεσαι στην απουσία πνεύματος και η άνευ πνεύματος παρουσία σου με τιμωρεί και μ΄ ατιμάζει καταργώντας με σαν πνεύμα και σαν παρουσία. Και η ανάγκη της ταυτόχρονης συνύπαρξης, που έταξα τη ζωή μου ουραγό, να με πουλά όσο όσο με διαδικασίες συνοπτικές στους αργυραμοιβούς, στους γύπες και στις Ερινύες. Να με εκδίδει στου κάθε εφιάλτη μου τους πρωταγωνιστές και τους κομπάρσους, που μαστιγώνουν και με πονούν ..
Κι εγώ στην κόλαση μου συρρικνώνομαι ...
... καθώς η φαντασία, ερήμην φευ, ολογράφει τα μελλούμενα … "
A ^j^
Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009
"... Φως φως φως κομμάτια από φως κομμάτια από σάρκα ..."
«και ήξερα πως ακουμπούσα ένα νεκρό
πως είμαστε πληγές, αιμάσουσες πληγές
πως δεν έχει αυγή η νύχτα
πως βουλιάζουμε και πως πνιγόμαστε μ’ ένα χάδι
και μ’ ένα φιλί πως σαπίζουμε
και λιώνουμε και μυρίζει η σάρκα μας ρημαγμένη»
«βότσαλα της θάλασσας
οι γωνιές του σπιτιού και τα θεμέλια
η γέννα μου και η ταφή μου
ένα κυπαρίσσι και ένα πεύκο αδελφωμένα
η καμπάνα και το καμπαναριό
τα ρούχα τα παπούτσια μου
το στρώμα που κοιμάμαι
η στάση που στέκεις και των μαλλιών ο θύσανος
τα ανίερα στήθη και το δέρμα του φιδιού
οι ασημένιες πόρπες της κοιλιάς σου
και τα δοχεία τα δοχεία των πτυέλων
η τρίτη σου θηλή
η τέταρτη διάσταση»
μάτια, μάτια εξαϋλωμένα
κι από το στόμα στάζουν
οι μέρες και τα χρόνια
μες σε λυγμούς
και το φως το φως!
πόσο ήθελα να το κάνω να σωπάσει!
που πέτρωνε κι έπειτα έσπαζε σαν κερί και γέμιζε
τη σκηνή, τη ζωή, την όψη, με κραυγές και αγωνία
κομμάτια από χαρτί, ευχές και αγγελτήρια
ποινές, εκτελέσεις, θανάτους
τομές, σίδερα, βέργες
σκοτεινές σπηλιές, σκοτεινούς τάφους
που μ’ έλουζε με μια θανατερή ματιά
και σ’ έλουζε με σάβανα αισχρά
κι έπειτα ο χρόνος
αυτός ο τύραννος
με τα σφυριά και με τα δόκανα
που ερχόταν κι έφευγε
και τυραννούσε τη ζωή
η θλίψη
ένα ένα τα πήρε όλα και τα ρήμαξε
τα πέταξε …
Τι είμαι; τι είμαι άλλο; από ανόητες ορμές,
άλλο, άλλο από τίποτα
ήττες
συντριπτικές ήττες
τι είμαι; που φτάνει το πόδι μου; μισό μέτρο πάνω απ’ τη γη
πάνω απ’ το χώμα μισό μέτρο
και δίπλα, στη σειρά, πίσω και μπρος,
μια θάλασσα από σάρκα,
καταβόθρα ,
όπου αναβλύζει το φως,
αναβλύζει το σκοτάδι,
και από τα παράθυρα η συγκίνηση,
η συγκίνηση, η συγκίνηση …
και από τα παράθυρα η συγκίνηση κυλά
στόμα πληγιασμένο,
δόντια σαθρά, όλα ένα γύρω πονούν,
ματωμένη συγκίνηση,
η συγκίνηση, η συγκίνηση …
τι είμαι; τι άλλο είμαι;
τις μέρες όλες και τις νύχτες,
που γυρνάς από μακριά, και στρίβεις την πλάτη,
που γυρνάς από μακριά, και ολόκληρος ο κόσμος παγώνει,
και αδειάζει η κοιλιά, η ράχη, σκαλιά σκαλιά οι άδειες πλατείες,
ο σπλήνας,
και φοβάμαι …
που γίνομαι κουβάρι και πάλλομαι,
την ανάσα σου φοβάμαι, άλλο δεν θέλω να υπάρχω,
όπως μεγαλώνει η σκέψη με νήματα και πονά το κεφάλι …
ήσυχη ζωή που είσαι;
εγώ δεν είμαι από σάρκα δεν θέλω να είμαι από σάρκα
κι ο πόνος μου μόνος να στέκει σ’ ένα αστερισμό του εγκεφάλου …
ανυπέρβλητος είναι,
ο θάνατός σου,
ο θάνατος,
κι ο πόνος,
αυτό το μοιραίο εισιτήριο, το μοιραίο εισιτήριο …
κι ανοίγει το μυαλό σ’ αυτή την άναρχη δυνατότητα
σ’ αυτές τις δυνατότητες
και γεμίζω με φρίκη
φρίκη
σάρκες κομμένες
σώματα γδαρμένα
φωτιά …
και δεν μπορώ να αλλάξω αυτό που είναι
αυτό που είναι
αυτό που είναι
αυτό που κοιτώ
αυτό που ζητώ
αυτό που κοιτώ
αυτό που φοβάμαι
αυτό που πιστεύω
αυτό που είναι
αυτό που είναι ότι είναι
αυτό που πιστεύω ότι είναι
αυτό
αργά αργά όπως μεγαλώνει η σκέψη με νήματα
και πονά το κεφάλι …
Ήσυχη ζωή που είσαι;
Εγώ δεν είμαι από σάρκα
Εγώ δεν θέλω να είμαι από σάρκα
Και ο πόνος μου να στέκει μόνος
σ’ έναν αστερισμό του εγκεφάλου
Φως φως φως κομμάτια από φως κομμάτια από σάρκα
Η σάρκα σου στο στόμα μου οι σάρκες σου στο σώμα μου
Οι σάρκες μου στο φώς και λάμψεις λάμψεις οι δομές των κοκκάλων
Και τώρα πάλι χωρίς φωνή
Χωρίς μνήμη το φως
Και στα μάτια σου πάνω η στάχτη του κόσμου
Η έκρηξη του βουνού η φωνή του γρύλου
Η πέτρα και η βροχή κατρακυλούν στη νύχτα
Και στην όψη σου πέταλα πέταλα οι εγκοπές οι οπές τα εγκαύματα
Και οι εκκωφαντικές κραυγές οι θλιβερές κραυγές
Οι κραυγές τους
Σώματα γυμνά
Σώματα γυμνά
Σώματα γδαρμένα

«Δώσε μου δύναμη
να αρχίζω
να ξαναρχίζω
να ξαναρχίσω,
δώσε μου δύναμη
να τελειώνω
να τελειώνω
να τελειώσω εδώ,
του θανάτου τη δύναμη,
τη δύναμη του χρόνου,
τη δύναμη,
το θάρρος,
δώσε μου
το φόβο από πάνω μου πάρε,
από πάνω μου τη δαιμονική φρίκη,
τα φτερά του ιλίγγου,
το καθρέπτισμα του βάθους,
τον αχό, τον αχό του βάθους,
αυτή τη συρτή βοή,
που περνά απ’ την πόρτα,
και σέρνεται στο πάτωμα,
πάρε τα λόγια τα σιγανά,
το ψιθύρισμα του τάφου,
τη νύχτα,
του νου τη νύχτα,
τα ρυθμικά ουρλιαχτά,
από πάνω μου πάρε
του φόνου, του θανάτου το χάρισμα,
την πολυπόθητη αυγή,
την παγωμένη ανάσα,
των κυμάτων την ορμή
λύτρωσέ με απ’ την ώρα
απ’ τη φωνή,
τη λαλιά,
απ’ όλες τις λέξεις του κόσμου,
στάζουν αίμα
και χάνονται στο σκοτάδι σβησμένα
του σφάγιου τα μάτια
τα μάτια μου
δώσε μου
και τη λήθη
τη δροσερή λήθη στην καρδιά του πυρός
τη δροσιά του ανέφελου ύπνου
πονούν τα μάτια μου
φεύγουν, ξεφεύγουν
και ψηλά κοιτώ και χαμηλά και χάνομαι
τα ανίερα, τα ιερά,
τις βδελυρές άκρες
και σφυρίζει η κραυγή
και η κόλαση χάσκει»
Ν.




