Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012
Πέμπτη 31 Μαΐου 2012
Παρασκευή 18 Μαΐου 2012
Ετερο-στατιστική *
την είχε αγνοήσει
Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012
Ημιδιάφανος ...
αχνοφαίνονται μέσα στη ροή των οδυνών και εμφανίζονται άξαφνα και εξαφανίζονται πάλι
όταν πέσει το φως ή όταν πλησιάσουν στην εγγύτητα
κι έτσι, βουτώντας μέσα στο γάλα, θωπεύουν το εσωτερικό της ψυχής, την ακτίνα δράσης της δράσης
και, αφαιρώντας τις προεκτάσεις, έτσι, ως κυλινδρικά σκεύη της ρευστότητας, αφανίζουν την ύπαρξη σε μια αγέννητη γέννα.
Απ' έξω όλα φωνάζουν δυνατά, μέσα στον ήλιο ή μες στο κρύο
κι ένα μαχαίρι φωτός ή πέτρας είναι πάντοτε έτοιμο να ουρλιάξει.
Αν κανείς δεν κοιτάζει, το αίμα μπορεί να γίνει κόκκινο
και τότε, η φαντασία τους γεννά, γεννά μια άμορφη μάζα.
Ωστόσο, κάτω από την ημιδιάφανη σάρκα, μπορείς να τα δεις
και μπορείς και να απλώσεις τα χέρια.
Στρατιές πολλές ή ένα μονάχα, ένας όγκος, μια ροή, μια κίνηση,
είναι ένας οφθαλμός, ένας κόμπος, μια κίνηση,
και κατεβαίνει βαθιά μέσα στα σπλάχνα,
εκεί που κρύβεται ο θησαυρός της ζωής, σε μικρά στόματα, σε λάχνες και πομφόλυγες
και σκάζει η μνήμη μ' ένα υπόκωφο κρότο.
Θυμάμαι που κλαίγαμε ο ένας πάνω στον άλλο
τα πρόσωπά μας ανακλώντας στον καθρέπτη
και από τη μέση μου έφυγε μία λωρίδα φωτός
και μια λαμπάδα πήγε και στάθηκε στο στενό διάδρομο.
Ήταν τότε που τόσο ψηλά μετέωροι θρηνούσαμε το θάνατο
και είχαν γεμίσει οι τοίχοι μ' αυτή τη μαύρη μούχλα του χρόνου
και από το λεπτό μπαλκόνι έπεφτε κυματιστό ένα δέντρο από φωνή.
Και τότε το γνωρίζαμε πως θα σε θυμάμαι όταν θα έχεις για πάντα ξεχάσει
πως τα κόκκαλά μας τρίζουν έναν αποχαιρετισμό
πως η γλώσσα μου λύνεται στο λυγμό
πως απ' το μικρό δευτερόλεπτο θα πλάθω ένα θρήνο
πως για πάντα πλαγιάσαμε σε ένα κάμπο του μηδενός
πως ήρθε η ώρα να πεθάνεις
κι εγώ να σωθώ στην αιωνιότητα
κι έτσι άνοιξα την πόρτα και μπήκα
αλλά δεν υπήρχε κανείς πια εκεί όπως παλιά
και το φως δεν ήταν το ίδιο
και ονειρεύτηκα το μετά και το άλλο
τα μεγάλα θρησκευτικά σύμβολα και τη λάμψη
το ασανσέρ, το διάδρομο και τη σκάλα
και είδα τη γερασμένη γειτόνισσα
κι ένα σωρό από στήθη, από κορμούς, από κόπρανα, από ρούχα τριμμένα
και πάνω στη μοκέτα μια γραμμή από το βάρος
κι έτσι εισήλθα στο νέο σκοτεινό φως
που ανοίγει την όραση στο βάθος και αγναντεύεις τα πέλαγα που κλείνονται στους τέσσερις τοίχους
και είπα "ποτέ ξανά τέτοια λάμψη, η λάμψη του κρίνου, η λάμψη του μάρμαρου"
όταν ξεπλένεις ένα θάνατο στα νερά του ασυνειδήτου ...
Θυμάμαι που κλαίγαμε ο ένας πάνω στον άλλο
και ένιωσα πως είχε εισχωρήσει η μέρα και η νύχτα μέσα στο κενό
πως πλατιά τα χέρια μας ακουμπούσαν σ' αυτό που δεν λέγεται, σ' αυτό που δεν λύνεται
και πως τα πρόσωπα είχαν αρχίσει να αναμειγνύονται
και έτσι, αγκαλιά με τα κόκκαλα και τις σάρκες
ξύπνησε η Γη στη σειρά της, ογκώδης, μεγάλη ...
Ν.
Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012
Χειμώνας
κι έτσι συντίθεται και πάλι η πνιγηρή, η θυελλώδης μάζα της σάρκας,
που θαμπή λάμπει μέσα στο σκοτάδι της,
ως αποκρουστική αποκάλυψη, ή ως επανάληψη φρικώδης ...
Αν μπορούσες να 'ρθείς σ' αυτό το χώρο, το δύσκολο, τον ελεύθερο χώρο της επαφής,
τι όνειρο θα ήταν η ζωή!
και τι όνειρο θα ζούσαμε μαζί εκείνη τη νύχτα,
από την αρχή του απογεύματος, στο ήσυχο σπίτι,
από την αρχή της ζωής και πάλι,
όλοι εμείς οι τρομακτικοί άγνωστοι που ανοίγουμε την αγκαλιά μας ...
Θυμήθηκα και πάλι το θάνατο, στις άδειες πόρτες,
όταν δίπλα μου περνάς με μια αύρα του αοράτου
και θρυμματίζονται τα κρύσταλλα του αέρα,
κι έπειτα έψελνα σιωπηλά τις αυτόματες γραφές μου γονατιστός ...
Όμως την άπειρη νύχτα του πόνου σου, λουσμένη με εικόνες, τη βάζω στο χειμώνα,
και, όπως οι λέξεις ξεθωριάζουν, έτσι, οι άκρες απ' τις σάρκες αργοσέρνονται και σβήνουν,
όπως τα μάτια της απειλής στον αέρα,
όπως οι μεγάλες κατακτήσεις των βουνών, που ηχούσαν από πόνο και ηδονή
άλλοτε, με τη λάμψη του ήλιου ...
κάτω από χλωρά φύλλα λούζομαι, και, όπως τα ρόδα,
περιμένω τη νύχτα ...
Ν.
Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011
Ανοικτή αυτή, και απλώθηκε, η αίσθηση, όπως η αναπόφευκτη καταστροφή
κάποιες λεπτές ανακλάσεις μονάχα, ή ένα νεύμα μετάνοιας ή απώλειας,
και, όπως τα βλέμματα συναντιόνται και φεύγουν ξανά, έτσι, αλλά ολοκληρωτικά,
ήρθε η μετά θάνατον ζωή, η ζωή μετά το θάνατο, όπως μια αναπόφευκτη καταστροφή, ένας κορμός και μία στήλη των κεφαλών μας, ένα λαγούμι που μέσα φωλιάζουν τα δικά μας στήθη, μία κλωστή στο νήμα του αέρα, όλο θλίψη και σκέψη ...
μια σύνοψη αυτού που δεν τελειώνει και απέραντη πέρα ως πέρα χτυπά τα τύμπανα των τοίχων και αναγυρίζει τη σκόνη και, από το τραπέζι που τρως, νιώθεις αυτό το άβολο αίσθημα, τα μέλη σου ξηρά να αντιστέκονται και, πηγαίνοντας στην εποχή των παιδιών, ανοιγοκλείνεις τα μάτια σε μια άλλη ζωή ή σ' ένα τμήμα της, όπου μέσα στον κόκκινο ήλιο του απογεύματος η εκκλησία χάνεται αγκαλιασμένη μ' ένα κυπαρίσσι κι εσύ περιμένεις ...
Έτσι είναι όταν έρχεται η ώρα, κι όσο σηκώνεις το έδαφος περιμένοντας, ανακαλύπτεις τον ήχο μιας καρδιάς που φθίνει, μιας γλώσσας ακατάληπτης, ή ένα μαυσωλείο που αντηχεί πια χαμηλόφωνα μια θαμπή μακρινή παλινωδία του κόσμου ...
Ίσως το καλύτερο μέρος να ήταν αυτό, αυτό το έρημο κομμάτι του κόσμου, όπου το μέλλον και το παρελθόν έσμιξε σ' ένα νέο κορμί, ακούραστο ακόμα ν' ανεβαίνει τα βουνά, και να γυρνά τις μέρες,
όμως, αν ήταν, θ' αρνιόμουνα τον εαυτό μου και θα φανέρωνα πως δεν είναι δικό μου και πως ούτε και τώρα το θέλω, να μου ανήκουν όλα αυτά τα δέματα, τα δέρματα, τα σιρίτια, ή οι πόρτες που ανοιγοκλείνουν, ή τα δευτερόλεπτα, αλλά ήσυχα μια νύχτα θα τερμάτιζα τους ύπνους όλους, σ' ένα ύπνο πιο ήσυχο και πιο μεγάλο, ανίκανος πια για πραγματική χαρά ή για λαχτάρα της χαράς, κι έτσι, αλλαγμένος, απ' τους σκοτεινούς καιρούς, σαν εύπλαστη, εύθραυστη, χάρτινη σκιά, θ' αφανιζόμουν μ' ένα νεύμα του τίποτα, όπως εξαφανίζονται τα μέλη μου ιριδίζοντας σ' ένα διάχυτο κρότο από πόνο, μουδιασμένα, τρεμάμενα ...
Ν.
Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011
Υπάρχει
Υπάρχει πάντοτε το κρύσταλλο του χρόνου, ανάμεσα στις θυελλώδεις στιγμές, το καλοκαίρι, και το χειμώνα, κι έτσι ανοίγει η ολισθηρή δίοδος της ανάσας και του φωτός, σ' αυτό το σκοτεινό, το γκρίζο κενό, με τις ημιδιάφανες φιγούρες, και χωρίς να θέλω, χωρίς να μπορώ, ανοίγει και κλείνει το πέρασμα, κι έτσι, με μια ματιά, είναι σχεδόν αρκετό να διασχίσω τις αποστάσεις της φαντασίας πάνω στα πλάσματα, όπως το φως ή η λάμψη, και να επιμηκύνω το εσωτερικό της καρδιάς μέχρι το χέρι, ή την ψυχή, εκεί που διασταυρώνονται οι δράσεις της ζωής και των θανάτων και φωλιάζουν κυνηγημένες, εκεί που καμιά φορά ξεχνιέται η μνήμη μου και αργοσαλεύει, ή εκεί που αγκιστρώνεται η εμμονή ...
Τίποτα δεν έχει μείνει σχεδόν, και σχεδόν φαντάζομαι πως χάνομαι και εγώ και αφήνομαι σε σένα, όπως έχω δει να αφήνονται τα ζώα, σ' ένα άγνωστο αφέντη ή σ' ένα αόρατο άνεμο ή σε μια λάμψη που σκάει πιο πέρα, και παίζοντας με το παλιό φθαρμένο παιχνίδι, ψιθυρίζω ακατάληπτα, ακατάληπτες ανολοκλήρωτες λέξεις και φθόγγους, γλώσσες και γλωσσισμούς, που μαζί με τη σιωπή αργοσβήνουν στο ημιδιάφανο κενό, στο ομιχλώδες τοπίο, με μάτια μεγάλα, με μάτια κλειστά, κι έτσι πηγαίνω πιο πέρα τη σιωπή τους, μέσα σ' ένα βόμβο από κρυμμένες ροές, από ανακλάσεις γυμνές μιας απαλής ζεστής φρίκης, και πάνω σ' αυτό, μέσα σ' αυτό, πάνω σ' αυτό το βωμό αργοσαλεύω, και η ύπαρξή μου, όπως τη βλέπω, συσπάται και σέρνεται, σαν ένα απαρηγόρητο πουλί που πέφτει από τη φωλιά, με μια φωνή πνιγμένη ...
Και ήθελα πάντα να το πω, μέσα στο δάσος του χειμώνα, τη νύχτα, μέσα στη βροχή, πως είμαι και δεν είμαι το παν, πως η συγκίνησή μου πάντα με προδίδει, πως όλα είναι μηδέν και πως τίποτα δε μένει τώρα που έφυγες και πως μέσα στη σκιά ακόμα και θα σε αρνιόμουν και θα καταριόμουν για σένα όπως καταριέμαι και για αυτόν, αυτόν που κουβαλώ, και, ίσως, αφού ξεπουλήσω τα χρόνια και τη σάρκα, ίσως τότε να σβήσουν οι σπίθες και χαθεί και η αχλή του φωτός στη σκοτεινή αίθουσα των σωμάτων, ίσως σε συναντήσω και πάλι να μ' αγοράζεις μ' ένα νόμισμα φθηνό και ακατάληπτο, όπως αυτό που συγκρατεί την πραγματικότητα και τη φαντασία, αυτό που κυλά από την άκρη της μύτης, από τη βλέννα, και συναντά τον αέρα ενός μικρού δευτερολέπτου ...
Πως ξεκίνησαν όλα και πως θα τελειώσουν; όταν τελειώσουν οι λέξεις και όλα πια θα έχουν λεχθεί και θα μείνει να κλαίει αργόσυρτα ένα εγώ ταλαιπωρημένο ...
Όμως τις νύχτες σαν κι αυτή, που ξένος κάθομαι στον εαυτό μου και τρυπάω το μηδέν, τις νύχτες σαν κι αυτή θα γίνει και πάλι η στροφή του αοράτου και χλιαρός ο αυχένας του κόσμου θα στέκει ...
Ν.
Σάββατο 9 Ιουλίου 2011
...

Σάββατο 14 Μαΐου 2011
Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011
Έλα ...



Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011
Ένα δοχείο ...
Ένα δοχείο, μια διαφορετική σειρά, ένα τρέμισμα στη φωνή
αυτό το αδιόρατο άλφα, το ωμέγα των ημερών όπως υπερκαλύπτονται
στον αιθέρα με τις γραμμές της εξώσφαιρας
αυτή η πεπλατυσμένη καμάρα των ποδιών και των χεριών
το μεσόφυλλο πλάτωμα, η χίμαιρα των ασθενικών χειμώνων ...

Ένα τραπέζι και τα πόδια διπλωμένα στα δυό, ή τα χέρια
σαν στηρίγματα,
μια σύνδεση ή η συγγένεια με τις σπηλαιώδεις
ηδονές
κι έτσι, απ' τον καναπέ, πάνω στο ύφασμα, με τις μακρινές λεπτές
απολήξεις
το απόβραδο πέρασε της σάρκας
διεθλασμένο σε χιλιάδες στόματα,
ένα θηλυκό έρεβος
και μια προσμονή μέσα στη λάσπη ...
Ν.
Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010
".. Το πάντα, το ποτέ και το ερωτηματικό του 'πότε ;' .."
.
.'..και φεύγουν οι μνήμες σαν θρύψαλα, αυτά τα μεγαλεία της σάρκας..' Ν. Κυπριωτάκης
'
।
.
Ο χρόνος
-το ενδιάμεσο κενό
Το καινό των λογισμών
Το κενό
σαν τρέχεις
στη φορά του χρόνου
κι όλα ξεμένουν πίσω
πια
Με τέχνη
και αισθήματος σπουδή
μεταβιβάζουμε
τα υγρά μας κύτταρα
Πότε σαν πρόφαση γενετική
και πότε σαν επιθυμίας επίφαση ...
και πάντα η Μνήμη
η μνήμη της αφής
πάνω στο δέρμα
φυλάει Θερμοπύλες της σάρκας
πριν
ξεπροβάλλει ο Εφιάλτης
κι αυτομολήσουν τα υγρά
στο χώμα
Και πριν
μεταλλαχθούν
οι στρατιές της οσφύος σου
σ’ απλά στοιχεία
αναζητώντας
δοχεία συγκοινωνούντα
της αγωνίας σου
πριν
γίνεις μνήμη
και αέρας
και ανατριχίλας θρόισμα
ανάμεσα σε μάρμαρα σιωπής.
.
.
Α^j^Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010
Primary key at second hand
(ξεχειλωμένο πουλόβερ
μ΄αγκώνες τριμμένους
A^j^
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
Γλώσσα

ο κορμός, τα πονηρά μάγουλα, στο στέρνο τα επίθετα μάτια και το στόμα,
η γραμματική του ελέγχου και του χρόνου
ή η δομή και η σύνταξη της αντανάκλασης της ύλης, μια λαμπερή ουσία,
Στο λαιμό μια κατάποση πικρή, στα σπλάχνα η φουσκωμένη θλιβερή βλέννα, και είτε στο φως είτε στο σκοτάδι, αυτή η γκρίζα παρελθούσα ύλη της όρασης, το σώμα σου ή τα ρούχα σου, πενήντα χρόνων ξεθωριασμένα αντικείμενα, χέρια και σάρκα ξεθωριασμένες
και το μυστικό ακόμα ή το ημερολόγιο του πρωινού στο δελτίο του σώματος ή ο ήχος του ρολογιού ή η ανάσα της μέρας εκείνης.
Έτσι ολόκληρος λέξη τη λέξη, ένας κορμός από βιαστές και βιασμένους, ένα κουτάλι, ένα άρθρο στη φωνή ή πίσω απ' το βλέμμα ή πίσω απ' τη σκέψη, μια καθυστερημένη, άγονη ιδέα, μια αντωνυμία απ' την τηλεόραση, που προεκτείνεται, ή μια γραμμή ανοξείδωτη του ραδιοφώνου, τότε που η λάξευση ή η οπή, δίνεται στα χείλια, στα χείλια και η άτολμη θλίψη. Κι έτσι με το θλιβερό χαμόγελο της λέξης υπήρξα, τα χέρια ψηλά που με ληστεύουν, ή τα χέρια που ασελγούν, κι εγώ ένα ημερολόγιο άδειο, οι φονικές αδιάλειπτες σειρές των γραμμάτων, στη φωνή ένα σίδερο ή ένας σουγιάς, στο στήθος είχα το όνομά μου, στην κοιλιά τον επικήδειο ασπασμό του, κι αυτή τη λέξη που ξυπνά μ' ένα λάκτισμα με μια γερή κλωτσιά στην κοιλιά, απότομα, ή στους γελοίους κροτάφους, και πετούν στον αέρα τα αντικείμενα, τα τηλέφωνα, τα μολύβια πάνω απ' το χάσμα και σκάνε στη γη έπειτα με τον ήχο της διάλυσης ή της καταστροφής, σπασμένα πρωινά όνειρα, ένας άνθρωπος γάτα πίσω απo ένα κλειδί δεμένο σε κλωστή, μια ομάδα από ζωόμορφα μέλη, κι εσύ κι εγώ στην έπαυλη με τα πολυτελή αγάλματα και τα μαξιλάρια.
Ολόκληρος κορμός σφιχτός, κι αυτή ηπίεση των εικόνων λέξεων, σ' ένα σύμπαν κι ένα δίχτυ από παλλόμενες γλώσσες. Στο στόμα μια ρίζα κόκκινη που ξεδιπλώνεται στο χώρο και σπαθίζει το χώρο, που πλαταγίζει μ' ένα σύρσιμο παχύρευστης οράσεως, μ' ένα είδος αχλής από όνειρα της ηδονής ή της ιστορίας του χρόνου, παθητική φωνή ή ενεργητική, απλωμένη στα σκαλοπάτια με την κοιλιά ή τη ράχη, από εκείνη τη στιγμή της αφηγήσεως, ή όταν εκείνη άνοιξε την πόρτα και βγήκε, θολές εικόνες σ' ένα απομεσήμερο της σάρκας, λέξεις ραβδιά που τρυπούν την ουρά μου, κι έτσι μες στο αέρα των κοφτερών ρημάτων, κύλησα κυνηγημένος ως ένας σταυρός στο μονοπάτι και πέρα απ' την πόρτα και τα θαμνωτά περιβόλια τα θαμπά φώτα της κίνησης στο δρόμο κι ένας στρατός από ντυμένες θλιβερές όψεις, το βάρος τους και η βαρύτητα της γης που επέστρεψε άγονη ή φθονερή, λαξεύοντας διχαλωτές παλάμες ή αγαπώντας να τρυπά τη συνείδηση με αυτή τη δύναμη του σώματος που υποφέρει, και να κρεμά τις απολήξεις τους ανάποδα ψηλά σ' ένα συρμό των υδάτων των υπογείων.


Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010
Αρχείο της αχρειότητας
Έτσι ακριβώς με ένα νεύμα στο μέτωπο
ψηλά
μ' ένα νεύμα ψηλά σε μια χώρα του αοράτου, με τις ανάσες των στίχων
και τις ιαχές,
Ο νους και η γη του πυρός, ο αχρείος ο σάκος, αυτό το πηγάδι
της δίψας, τα κλειδιά της κόλασης, η πυγμή και το αίμμα
Αν ζούσα πάλι και ίσως μισός τότε, να άνοιγα τα φτερά μου ξανά
στους πορφυρούς αέρηδες, τα μακρινά τοπία των μηρών και των βράχων
Ω! εσύ ξανθή περιστέρα της θλίψης, το ποτήρι το νερό στο χάδι του ήλιου
το χώμα το στέρφο και το άγονο, η ξανθιά τρίχα της κορυφογραμμής
η κοιλάδα των κοπράνων
με τις μέρες αυτές θα ξεπλύνω τα κρίματα
Είναι στιγμές που η ολότητα αποκαλύπτεται, στιγμές που η ολότητα του κόσμου μοιάζει ν' αποκαλύπτεται
όλος, καρπός, σώμα, καμάρες, δύο μεριά από λύμφη και σάρκα, δυο πόδια της ζωής και της γέννησης, δυό στήθη
οι σκιές στα παράθυρα, το γέρικο ερηπωμένο σπίτι ξεχασμένο, παππούς, γιαγιά
και αυτοί με τους ασπρισμένους τοίχους, με τους ασπρισμένους αγκώνες
και έτσι μια ταλάντευση ακινησίας, τα άσπρα γόνατα, η απουσία που σέρνεται, μια οστέινη πλάκα πάνω στη γη
η προτομή του θανάτου, αυτό το βλέμμα που γλιστρά μες στο δικό μου
Έτσι είναι φορές που μοιάζει η ολότητα ν' αποκαλύπτεται, η ολότητα ν' αποκαλύπτεται, να καλύπτεται
όλες οι αισχρές μνήμες, αυτά τα βράδια και τα μεσημέρια μέσα στον κόπρο και τη βλέννα
τα πρωϊνά μέσα στο βούρκο
και αυτή η σωρός, η μεγάλη σωρός των ανθρωπίνων μελών
τα σκυλιά που αλυχτάνε, ένα ατέλειωτο αυγουστιάτικο καλοκαίρι του κινδύνου
η σύσπαση της μήτρας
και αυτό το βέλασμα το βέλασμα των στιλπνών εντοσθίων
ή το υπόκωφο, το σπογγώδες θρόϊσμα του στήθους
Ολότητα από σίδερο, στον αιθέρα ένα κρίνο που λάμπει στον ήλιο
μια μέλισσα καταδικασμένη στο φως
η αιχμή του βουνού, ένα πούπουλο ή μια λεπίδα
ένα ποτάμι ξέγνοιαστο, ένα σκυμμένο κεφάλι
Ω! ανυπόφορη είναι η σάρκα, αυτή η πρησμένη κραυγή, ο ασκός και ο σωλήνας της πικρίας
Όλον, όλον
ένα ένοχο βλέμμα, τα μάτια στη γη
αυτή η σκληρή καταδίκη
Το αίμμα που ξεπηδάει αίφνης μαζί με το σεισμό
ή το μηδέν,
και φεύγουν οι μνήμες σαν θρύψαλα, αυτά τα μεγαλεία της σάρκας
Ν.

(σχέδιο-μινιατούρα, από τον Ν.)
Τρίτη 20 Ιουλίου 2010
Rome

"Η οικειότητα με μια ζώνη αγνωσίας συνιστά μία καθημερινή μυστικιστική πρακτική, όπου το Εγώ, στο πλαίσιο κάποιου ειδικού και ευφρόσυνου εσωτερισμού, παρίσταται μειδιώντας στη δική του αποσύνθεση και, είτε πρόκειται για την πέψη της τροφής είτε για την έκλαμψη του νού, μαρτυρεί, στέκοντας δύσπιστο και επιφυλακτικό, τη δική του ατελεύτητη εγκατάλειψη και διάλυση. Ο Genius είναι η ζωή μας, καθότι δεν μας ανήκει."


Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010
".. silence between us .. "

¨"..Πόσο φτωχές οι λέξεις; Πόσο φτωχές οι λέξεις μας και ύβρις, όταν η 'Σιωπή' κοινός παρονομαστής κι απόλυτη τιμή ορίζει το 'όλον' των λογισμών και περιέχει το 'ανείπωτο'; Και Μας περιέχει πεπερασμένους και μικρούς και λίγους, να τη 'γεμίζουμε' με τα κουρέλια των φθόγγων μας και με τα ψίχουλα του χρόνου μας. Την κατανόηση των αποσιωπητικών της να υποθέτουμε ... -Πόσο μικρός να υποθέτω τη σιωπή και πόσο τάχα αφελής να την αγγίζω κιόλας !
.. Όλες οι μνήμες κι όλες οι αφές -οι επαφές, καλούν τις άκρες του Νήματος να μας τυλίξουν. Να πλέξουν γύρω μας όψεις και υποψίες και στο λαβύρινθο των αποσιωπητικών της Σιωπής να γίνουν μίτος και φως διαφυγής στην άκρη του τούνελ.. -Ή έστω τουλάχιστον, ένα μετείκασμα πιο ελπιδοφόρο σ΄ αντίστιξη του τρόμου των λογισμών μας. Κι αν ήδη ένα όνομα φοράς, αυτό το ‘λίγο’, το πεπερασμένο της δύναμής μου να το ελέγξω, κατάλοιπο του συγγενούς μου εγωισμού, με κάνει και σου απευθύνω λόγο και σκέψεις έτσι, σαν σε ένα Αφηρημένο δεύτερο πρόσωπο / απρόσωπο, μ όλη τη στέρηση του Α ζητούμενο και σύμβολο και άκρο άωτο της κατανόησης του όλου και της απάρνησης του περιττού.
.. Η 'ιστορία των πραγμάτων' υπο-κείμενων, αντι-κείμενων, παρα-κείμενων. Τροχιά καμπύλη κι ασύμπτωτη. Ποιος τάχα την ορίζει και ποιόν με νήμα κόκκινο διαπερνά; Ποιος τάχα ορίζει 'εαυτόν΄ και ποιος τον 'έτερον'; -Εγώ; -Εσύ; -Εμείς; Και να, που καταλήγουμε στο τέλος αντωνυμίες προσωπικές και κτητικά επίθετα. Τύποι ρηματικοί και αμφίρροποι μεταξύ ενεργητικής και φωνής παθητικής … Μικραίνουμε στη μοναξιά του Ενικού και περισσεύουμε στα όρια απρόσωπων πληθυντικών. Κι ο Δυϊκός αριθμός, θεός από μηχανής και πόλη καταφυγίου για το ‘εγώ’ και το ‘εσύ’ μας. Και στη Σιωπή και στην απάντηση που υφαίνω στο μυαλό, γίνεται αντίδοτο στη φρίκη και στην απόσταση γιατρειά… Και οι λογισμοί μου, πάντα χαμηλόφωνοι, για ν΄ αντιστέκομαι στην πρόβλεψη που με στερεί και στη στατιστική ως πιθανότητα ανατροπής. Και σαν απόκριση στων άκρατων κριτών, που ανάξια κοάζουν, τη φλυαρία…
..Και τι θα μείνει, αν όχι άνεμος ανάμεσα στις λέξεις μας; Και τι θα μείνει, αν όχι μνήμης ψήγματα στη λήθη; Και τι θα μείνει, αν όχι υγρασία σε άδειες παλάμες; Και τι θα μείνει αν όχι η βέβαιη αίσθηση σ΄ αντίστιξη της ξιπασμένης γνώσης; Και τι θα μείνει απ τις αντωνυμίες ανάμεσά μας, αν όχι τα ουσιαστικά τα επιούσια; Κι από τα κτητικά μας ‘αποσιωπητικά’ τι θ΄ απομείνει αν όχι το αν-είπωτο περιεχόμενο της Σιωπής που μας περιέχει;
Της Σιωπής, που ιστό συνδετικό ανάμεσά μας τη μεταβόλισε ο Χρόνος …! ..”
Α ^j^
Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010
".. κι ο Ευκλείδης (μου) σε mobius ring ελέω .. Herr Riemann ! .."
«… Όλα ρευστά σαν χρόνος, σαν νερό! Νερό που γίνεται ατμός και άνεμος και σύννεφο και πάλι σαν νερό γίνεται χρόνος ..
Κι απ’ των ματιών τις φυλακές κι απ' τα ταμεία των συνειρμών ο κόσμος γύρω δίδυμος, διπλός. Και δυό μορφές. Καθρέφτες λαμπεροί κι οξειδωμένοι, παλιοί κι ακόμα χτεσινοί. Στρεβλά τα είδωλα. Μορφώματα αστόχαστα και πλάνα, στα μάτια με λογχίζουν και περνούν. Κι αυτό που εντός πηγάζει σημαδεύω, με μιαν εμβέλεια άχρονη κι ακόμα αγενεαλόγητη. Κι απ τις γωνιές των δρόμων κι από τους παραστάτες, τ’ αρχαία βήματα ξαφνιάζονται για την κατάληξη τους. -Σαν μιαν Ιθάκη απρόβλεπτη να βρήκαν ξαφνικά... Τα πόδια μου σκονίζει ο κουρνιαχτός και μπλέκει της πυξίδας μου την όψη. Κι αλλάζει ρότα στη φορά των μύθων των δικών μου, των απ' αρχής και των επίκτητων προσωπικών θεωρημάτων απορίας. Και μένω εδώ, σημείο μοναχό σε μιαν ευθεία αντίκρυ. Στη νέα γεωμετρία ελπίζοντας, που καμπυλώνει ο χώρος κι ο χρόνος ‘σχετικός’ νεάζει. Και όλα τέμνονται και τίποτα παράλληλο κι ανέγγιχτο δε μένει πιά…
Και μένω εδώ, σε ατέρμονη διαδρομή επιστροφής κι εκκίνησης μαζί, εγκλωβισμένη ... »
Α ^j^
Κυριακή 16 Μαΐου 2010
"... όλα προχωρούσανε προς το θάνατο ..."














