Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

για την Οδύσσεια μιας ουτοπίας, 'Αεί-ο-Θεός-ο-Μέγας-Γεωμετρεί...'

Marta Biagini : tecnica mista su carta 25x35

[ .. κι από τα 11 
έως τα 39 
δεκαδικά του ' π 
για την απόκλιση του σφάλματος 
θ αποφασίζουμε 
ποιος θ αναλάβει την ευθύνη ..
κι ως να χωρέσουμε
'εμείς' ή το 'όλον' 
η ΓΗ-νελόπη 
θ απλώνει πέπλα  
ελπίζοντας να ξηλωθούν 
και πάλι ,
και πάλι ,
και πάλι ,
και  ' π ' .. ]








A ^j^

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Eur] [ope





( JACEK YERKA | Europe )







A ^j^

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

A2N : 15 " .. στα λόγια"


".. Λέξεις που ξέρεις.. που  ξέρω.. Λέξεις που τίποτα, που τίποτα δεν ξέρουν τελικά.. Στα bold τα γράμματα ξαπλώνουν, των λημμάτων. Ξαπλώνουν, σε σελίδες λεξικών και αναλύονται. Στα λήμματα απλώνονται κι αποκαλύπτονται μετά την άνω και την κάτω τελεία. Καταγωγές αποκαλύπτουν κι ομολογούν επιρροές και γειτνιάσεις. Ομώνυμες κι αντώνυμες συγγένειες και σχέσεις δάνειες και αντιδάνειες και de profundis  αναλύονται .. ψυχαναλύονται ..
Marta Biaggini : tecnica mista su carta  25x35
Και μένω, και μένεις, εκεί, συνεπαρμένοι από τον ήχο των λέξεων κι απ την αφήγηση κι από το 'μύθο' εκστατικοί.  
Και με ρυθμό κι επιθυμία πολλή φυγαδευόμαστε, πότε αυτάρεσκα προφέροντας ή απαγγέλοντάς τες και άλλοτε περήφανοι που τις διαλέξαμε, πλήρεις νάναι νοήματος κι αμφισημίας κι ασάφειας ταυτόχρονα.. μα πλήρεις ανεπίδοτων σημάτων να καταλήγουν πάντα .. 
Και πόσο μοιάζει, 'αλλιώτικα' να κάνει τα είδωλά μας, τούτη η διαφορά και το ξεχώρισμα αυτό από τη γλώσσα των 'απλών΄ ή απ τα απλά νοήματα των άλλων..
Αυτό, των λέξεων το 'κοντά', σαν ήχος μας τυλίγει κοντινός, υγρός και τρυφερός. Και άλλοτε θαμπός και μακρινός και αλαζόνας μας γυμνώνει.
Αυτό, των λέξεων το 'κοντά', ήχος κενός και λόγος μα οχι λογισμός. Που μένει ψίθυρος μονάχα, νοήματος κρυφού, προσωπικού και κλειδωμένου μέσα σε ένταση αισθήματος κι επιθυμία κοινωνίας μα του ζητούμενου, του επιθυμητού εσωστρεφής ικέτης..
Αυτό, των λέξεων το 'κοντά' ως σημαινόμενο αφής, τους λογισμούς στοιχειώνει και παίρνει απόσταση κι αφή δε γίνεται ποτέ.. Αφή δε γίνεται ποτέ και ξεμακραίνει.. Και ξεμακραίνει, ψευτίζοντας τις λέξεις, το νόημα καταργώντας. Το νόημα καταργεί ..  Τ' απατηλό τους νόημα .

Αυτό, των λέξεων το 'κοντά', ευθεία ασύμπτωτη που ξεμακραίνει και 'Αφή' δε γίνεται ποτέ ... "






A ^j^

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Απόσπασμα ...




"...
Κι έτσι, κάτω απ' το βαμβάκι των σύννεφων, ρέει ο άνεμος μιας αφιλόξενης ζωής και σκέφτομαι φευγαλέα τα μεγάλα έργα των ονείρων, όπως απλώνονταν οι χιλιετίες των άστρων, και με την ίδια ορμή βάζω για ύπνο το σώμα μου που δε γνωρίζει πολλά πολλά και γυρνάω από το άλλο πλευρό, εκεί που η καρδιά αντηχεί κουρασμένη και τα πόδια πονούν και τρέμουν ανήσυχα, και μέσα στο θόλο του βλέμματός μου διακρίνω ένα δέντρο ψηλά ψηλά στο βουνό να το χαϊδεύουν τα σύννεφα ...




Και δεν μπορώ να σου πω το μικρό μυστικό πως ... χαθήκαμε,
πως πήγα πάλι μακρυά σ' αυτές τις παγανιστικές εμμονές και πως δεν θέλω να ξέρεις ...

















Μοιάζει αυτή η προσιτή εγγύτητα, η προσιτή απόσταση, να είναι ο τόπος ο κοινός, όπου ανέκφραστος ο φόβος σιγομουρμουράει, Κι έτσι, με τους ανθρώπινους, τους κοινούς τρόπους οργώνεις ή ζωγραφίζεις το δέρμα μας, το δέρμα σου, κι ούτε που ξέρω πια τη δύναμή σου, ή μήπως η δύναμή σου να είναι η σιωπή και η πράξη κι ένας καφές τ' απογεύματα; ...
Ποιος ξέρει;
Κι όταν ανοίγουν οι ουρανοί εσύ ξέρεις να πενθείς και να προσεύχεσαι, ενώ εγώ ..., εγώ δεν ξέρω παρά μονάχα αχυρένια ομοιώματα, και ξέρω να λούζομαι στο λάδι της κουζίνας και να αλυχτώ με τα σφαχτάρια ή να βουτώ στον κόπρο, και έπειτα να κρύβομαι, να κρύβομαι όταν μαζεύουν τα λύτρα, όταν ζητάνε το φόρο, όταν σταυρώνουν τους Ιούδες, όταν ανασταίνουν τις καρδιές τους από τον τάφο ..."







Ν.



Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Ετερο-στατιστική *




Kι εκεί ακόμα
που οι προφανείς στατιστικές
μοιάζουν πλεονασμός
τα εκτός στατιστικού δείγματος
ορίζουν
μια 'άλλη' αλήθεια,
γραμμένη στην αθέατη πλευρά
κάποιας Σελήνης
και στη στεφάνη ενός μετέωρου κέρματος
που η πιθανότητα :
"κορώνα ή γράμματα"
στενόμυαλα
την είχε αγνοήσει


(*) όταν δικάζει ο ..Murphy


A^j^

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Ημιδιάφανος ...

Κάτω από την ημιδιάφανη σάρκα φαίνονται, ως υποψίες ακατέργαστες μιας λαχτάρας συγκρατημένης,
αχνοφαίνονται μέσα στη ροή των οδυνών και εμφανίζονται άξαφνα και εξαφανίζονται πάλι
όταν πέσει το φως ή όταν πλησιάσουν στην εγγύτητα
κι έτσι, βουτώντας μέσα στο γάλα, θωπεύουν το εσωτερικό της ψυχής, την ακτίνα δράσης της δράσης
και, αφαιρώντας τις προεκτάσεις, έτσι, ως κυλινδρικά σκεύη της ρευστότητας, αφανίζουν την ύπαρξη σε μια αγέννητη γέννα.

Απ' έξω όλα φωνάζουν δυνατά, μέσα στον ήλιο ή μες στο κρύο
κι ένα μαχαίρι φωτός ή πέτρας είναι πάντοτε έτοιμο να ουρλιάξει.
Αν κανείς δεν κοιτάζει, το αίμα μπορεί να γίνει κόκκινο
και τότε, η φαντασία τους γεννά, γεννά μια άμορφη μάζα.

Ωστόσο, κάτω από την ημιδιάφανη σάρκα, μπορείς να τα δεις
και μπορείς και να απλώσεις τα χέρια.
Στρατιές πολλές ή ένα μονάχα, ένας όγκος, μια ροή, μια κίνηση,
είναι ένας οφθαλμός, ένας κόμπος, μια κίνηση,
και κατεβαίνει βαθιά μέσα στα σπλάχνα,
εκεί που κρύβεται ο θησαυρός της ζωής, σε μικρά στόματα, σε λάχνες και πομφόλυγες
και σκάζει η μνήμη μ' ένα υπόκωφο κρότο.


















































































Θυμάμαι που κλαίγαμε ο ένας πάνω στον άλλο
τα πρόσωπά μας ανακλώντας στον καθρέπτη
και από τη μέση μου έφυγε μία λωρίδα φωτός
και μια λαμπάδα πήγε και στάθηκε στο στενό διάδρομο.
Ήταν τότε που τόσο ψηλά μετέωροι θρηνούσαμε το θάνατο
και είχαν γεμίσει οι τοίχοι μ' αυτή τη μαύρη μούχλα του χρόνου
και από το λεπτό μπαλκόνι έπεφτε κυματιστό ένα δέντρο από φωνή.
Και τότε το γνωρίζαμε πως θα σε θυμάμαι όταν θα έχεις για πάντα ξεχάσει
πως τα κόκκαλά μας τρίζουν έναν αποχαιρετισμό
πως η γλώσσα μου λύνεται στο λυγμό
πως απ' το μικρό δευτερόλεπτο θα πλάθω ένα θρήνο
πως για πάντα πλαγιάσαμε σε ένα κάμπο του μηδενός
πως ήρθε η ώρα να πεθάνεις
κι εγώ να σωθώ στην αιωνιότητα
κι έτσι άνοιξα την πόρτα και μπήκα
αλλά δεν υπήρχε κανείς πια εκεί όπως παλιά
και το φως δεν ήταν το ίδιο
και ονειρεύτηκα το μετά και το άλλο
τα μεγάλα θρησκευτικά σύμβολα και τη λάμψη
το ασανσέρ, το διάδρομο και τη σκάλα
και είδα τη γερασμένη γειτόνισσα
κι ένα σωρό από στήθη, από κορμούς, από κόπρανα, από ρούχα τριμμένα
και πάνω στη μοκέτα μια γραμμή από το βάρος
κι έτσι εισήλθα στο νέο σκοτεινό φως
που ανοίγει την όραση στο βάθος και αγναντεύεις τα πέλαγα που κλείνονται στους τέσσερις τοίχους
και είπα "ποτέ ξανά τέτοια λάμψη, η λάμψη του κρίνου, η λάμψη του μάρμαρου"
όταν ξεπλένεις ένα θάνατο στα νερά του ασυνειδήτου ...















































































Θυμάμαι που κλαίγαμε ο ένας πάνω στον άλλο
και ένιωσα πως είχε εισχωρήσει η μέρα και η νύχτα μέσα στο κενό
πως πλατιά τα χέρια μας ακουμπούσαν σ' αυτό που δεν λέγεται, σ' αυτό που δεν λύνεται
και πως τα πρόσωπα είχαν αρχίσει να αναμειγνύονται
και έτσι, αγκαλιά με τα κόκκαλα και τις σάρκες
ξύπνησε η Γη στη σειρά της, ογκώδης, μεγάλη ...

Ν.



Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Χειμώνας

Θυμήθηκα πάλι πως θέλω να πεθάνω, και τώρα, με τα δάκτυλα της μνήμης και της φαντασίας, ακουμπάω στο βωμό, αυτό το μεταφορικό βωμό,
κι έτσι συντίθεται και πάλι η πνιγηρή, η θυελλώδης μάζα της σάρκας,
που θαμπή λάμπει μέσα στο σκοτάδι της,
ως αποκρουστική αποκάλυψη, ή ως επανάληψη φρικώδης ...

Αν μπορούσες να 'ρθείς σ' αυτό το χώρο, το δύσκολο, τον ελεύθερο χώρο της επαφής,
τι όνειρο θα ήταν η ζωή!
και τι όνειρο θα ζούσαμε μαζί εκείνη τη νύχτα,
από την αρχή του απογεύματος, στο ήσυχο σπίτι,
από την αρχή της ζωής και πάλι,
όλοι εμείς οι τρομακτικοί άγνωστοι που ανοίγουμε την αγκαλιά μας ...

Θυμήθηκα και πάλι το θάνατο, στις άδειες πόρτες,
όταν δίπλα μου περνάς με μια αύρα του αοράτου
και θρυμματίζονται τα κρύσταλλα του αέρα,
κι έπειτα έψελνα σιωπηλά τις αυτόματες γραφές μου γονατιστός ...

Όμως την άπειρη νύχτα του πόνου σου, λουσμένη με εικόνες, τη βάζω στο χειμώνα,
και, όπως οι λέξεις ξεθωριάζουν, έτσι, οι άκρες απ' τις σάρκες αργοσέρνονται και σβήνουν,
όπως τα μάτια της απειλής στον αέρα,
όπως οι μεγάλες κατακτήσεις των βουνών, που ηχούσαν από πόνο και ηδονή
άλλοτε, με τη λάμψη του ήλιου ...

κάτω από χλωρά φύλλα λούζομαι, και, όπως τα ρόδα,
περιμένω τη νύχτα ...

Ν.





























Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011


Ανοικτή αυτή, και απλώθηκε, η αίσθηση, όπως η αναπόφευκτη καταστροφή
κάποιες λεπτές ανακλάσεις μονάχα, ή ένα νεύμα μετάνοιας ή απώλειας,
και, όπως τα βλέμματα συναντιόνται και φεύγουν ξανά, έτσι, αλλά ολοκληρωτικά,
ήρθε η μετά θάνατον ζωή, η ζωή μετά το θάνατο, όπως μια αναπόφευκτη καταστροφή, ένας κορμός και μία στήλη των κεφαλών μας, ένα λαγούμι που μέσα φωλιάζουν τα δικά μας στήθη, μία κλωστή στο νήμα του αέρα, όλο θλίψη και σκέψη ...
μια σύνοψη αυτού που δεν τελειώνει και απέραντη πέρα ως πέρα χτυπά τα τύμπανα των τοίχων και αναγυρίζει τη σκόνη και, από το τραπέζι που τρως, νιώθεις αυτό το άβολο αίσθημα, τα μέλη σου ξηρά να αντιστέκονται και, πηγαίνοντας στην εποχή των παιδιών, ανοιγοκλείνεις τα μάτια σε μια άλλη ζωή ή σ' ένα τμήμα της, όπου μέσα στον κόκκινο ήλιο του απογεύματος η εκκλησία χάνεται αγκαλιασμένη μ' ένα κυπαρίσσι κι εσύ περιμένεις ...


Έτσι είναι όταν έρχεται η ώρα, κι όσο σηκώνεις το έδαφος περιμένοντας, ανακαλύπτεις τον ήχο μιας καρδιάς που φθίνει, μιας γλώσσας ακατάληπτης, ή ένα μαυσωλείο που αντηχεί πια χαμηλόφωνα μια θαμπή μακρινή παλινωδία του κόσμου ...






Ίσως το καλύτερο μέρος να ήταν αυτό, αυτό το έρημο κομμάτι του κόσμου, όπου το μέλλον και το παρελθόν έσμιξε σ' ένα νέο κορμί, ακούραστο ακόμα ν' ανεβαίνει τα βουνά, και να γυρνά τις μέρες,
όμως, αν ήταν, θ' αρνιόμουνα τον εαυτό μου και θα φανέρωνα πως δεν είναι δικό μου και πως ούτε και τώρα το θέλω, να μου ανήκουν όλα αυτά τα δέματα, τα δέρματα, τα σιρίτια, ή οι πόρτες που ανοιγοκλείνουν, ή τα δευτερόλεπτα, αλλά ήσυχα μια νύχτα θα τερμάτιζα τους ύπνους όλους, σ' ένα ύπνο πιο ήσυχο και πιο μεγάλο, ανίκανος πια για πραγματική χαρά ή για λαχτάρα της χαράς, κι έτσι, αλλαγμένος, απ' τους σκοτεινούς καιρούς, σαν εύπλαστη, εύθραυστη, χάρτινη σκιά, θ' αφανιζόμουν μ' ένα νεύμα του τίποτα, όπως εξαφανίζονται τα μέλη μου ιριδίζοντας σ' ένα διάχυτο κρότο από πόνο, μουδιασμένα, τρεμάμενα ...


Ν.



Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Υπάρχει


Υπάρχει πάντοτε το κρύσταλλο του χρόνου, ανάμεσα στις θυελλώδεις στιγμές, το καλοκαίρι, και το χειμώνα, κι έτσι ανοίγει η ολισθηρή δίοδος της ανάσας και του φωτός, σ' αυτό το σκοτεινό, το γκρίζο κενό, με τις ημιδιάφανες φιγούρες, και χωρίς να θέλω, χωρίς να μπορώ, ανοίγει και κλείνει το πέρασμα, κι έτσι, με μια ματιά, είναι σχεδόν αρκετό να διασχίσω τις αποστάσεις της φαντασίας πάνω στα πλάσματα, όπως το φως ή η λάμψη, και να επιμηκύνω το εσωτερικό της καρδιάς μέχρι το χέρι, ή την ψυχή, εκεί που διασταυρώνονται οι δράσεις της ζωής και των θανάτων και φωλιάζουν κυνηγημένες, εκεί που καμιά φορά ξεχνιέται η μνήμη μου και αργοσαλεύει, ή εκεί που αγκιστρώνεται η εμμονή ...



Τίποτα δεν έχει μείνει σχεδόν, και σχεδόν φαντάζομαι πως χάνομαι και εγώ και αφήνομαι σε σένα, όπως έχω δει να αφήνονται τα ζώα, σ' ένα άγνωστο αφέντη ή σ' ένα αόρατο άνεμο ή σε μια λάμψη που σκάει πιο πέρα, και παίζοντας με το παλιό φθαρμένο παιχνίδι, ψιθυρίζω ακατάληπτα, ακατάληπτες ανολοκλήρωτες λέξεις και φθόγγους, γλώσσες και γλωσσισμούς, που μαζί με τη σιωπή αργοσβήνουν στο ημιδιάφανο κενό, στο ομιχλώδες τοπίο, με μάτια μεγάλα, με μάτια κλειστά, κι έτσι πηγαίνω πιο πέρα τη σιωπή τους, μέσα σ' ένα βόμβο από κρυμμένες ροές, από ανακλάσεις γυμνές μιας απαλής ζεστής φρίκης, και πάνω σ' αυτό, μέσα σ' αυτό, πάνω σ' αυτό το βωμό αργοσαλεύω, και η ύπαρξή μου, όπως τη βλέπω, συσπάται και σέρνεται, σαν ένα απαρηγόρητο πουλί που πέφτει από τη φωλιά, με μια φωνή πνιγμένη ...

Και ήθελα πάντα να το πω, μέσα στο δάσος του χειμώνα, τη νύχτα, μέσα στη βροχή, πως είμαι και δεν είμαι το παν, πως η συγκίνησή μου πάντα με προδίδει, πως όλα είναι μηδέν και πως τίποτα δε μένει τώρα που έφυγες και πως μέσα στη σκιά ακόμα και θα σε αρνιόμουν και θα καταριόμουν για σένα όπως καταριέμαι και για αυτόν, αυτόν που κουβαλώ, και, ίσως, αφού ξεπουλήσω τα χρόνια και τη σάρκα, ίσως τότε να σβήσουν οι σπίθες και χαθεί και η αχλή του φωτός στη σκοτεινή αίθουσα των σωμάτων, ίσως σε συναντήσω και πάλι να μ' αγοράζεις μ' ένα νόμισμα φθηνό και ακατάληπτο, όπως αυτό που συγκρατεί την πραγματικότητα και τη φαντασία, αυτό που κυλά από την άκρη της μύτης, από τη βλέννα, και συναντά τον αέρα ενός μικρού δευτερολέπτου ...

Πως ξεκίνησαν όλα και πως θα τελειώσουν; όταν τελειώσουν οι λέξεις και όλα πια θα έχουν λεχθεί και θα μείνει να κλαίει αργόσυρτα ένα εγώ ταλαιπωρημένο ...

Όμως τις νύχτες σαν κι αυτή, που ξένος κάθομαι στον εαυτό μου και τρυπάω το μηδέν, τις νύχτες σαν κι αυτή θα γίνει και πάλι η στροφή του αοράτου και χλιαρός ο αυχένας του κόσμου θα στέκει ...

Ν.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

...











Και όταν θα έρθει και η σειρά σου, έτσι θα σ' αφήσω να πεθάνεις κι εσύ,
γελώντας βαθιά που τίποτα δεν έκανα για σένα
κι έτσι ταχύτατα θα φύγεις, αφήνοντας την πνοή να κυλήσει στο κενό
και αφήνοντας να κλείσει το στόμα,

εκδικούμενος έτσι σε σένα, του δικού μου θανάτου τη φρίκη,
ή ακόμα και της δικής μου ζωής









































Ίσως το καλύτερο να ήταν αυτό, αυτό το έρημο κομμάτι του κόσμου,
όπου το μέλλον και το παρελθόν έσμιξαν σ' ένα νέο κορμί,
ακούραστο ακόμα, ν' ανεβάζει τα βουνά, και να γυρνά τις μέρες,


όμως,
αν ήταν,
ήσυχα θα τερμάτιζα μια νύχτα τους ύπνους όλους, σ' έναν ύπνο
πιο μεγάλο και πιο ήσυχο,
ανίκανος πια για πραγματική χαρά,
ή για λαχτάρα της χαράς,


κι έτσι,
αλλαγμένος από τους σκοτεινούς καιρούς,
σαν εύπλαστη εύθραυστη χάρτινη σκιά,
θα αφανιζόμουν, σ' ένα νεύμα του τίποτα,
όπως εξαφανίζονται τα μέλη μου ιριδίζοντας, σ' ένα διάχυτο κρότο,
μουδιασμένα




















Και όταν θα έρθει και η δική σου σειρά, έτσι θα σ' αφήσω να πεθάνεις κι εσύ,
γελώντας βαθιά, που τίποτα δεν έκανα για σένα,
κι έτσι ταχύτατα θα φύγεις,
αφήνοντας την πνοή να κυλήσει στο κενό,
και να κλείσει το στόμα,
εκδικούμενος σε σένα τη φρίκη του δικού μου θανάτου,
ή ακόμα και της δικής μου ζωής


Ίσως το καλύτερο να ήταν αυτό,
αυτό το ανέφελο παρελθόν κάτω απ' τον ήλιο,
και τώρα, απ' τις ανοικτές σειρές, έρχονται μονάχα οι κραυγές σου



















Και κατρακύλησες κι έπεσες εδώ,
γέννημα των πραγμάτων και σώμα,
που αλλάζεις με τη νύχτα και την εποχή,
για να κρατήσεις τα γεννήματα κι εσύ,
μιας ύλης απύθμενης,
άναρχης


Για να κρατήσεις τα γεννήματα κι εσύ,
των φιδιών και των εντόμων



















Χλωρός, νωπός, ήταν ο θάνατος,
και τώρα έχει ξεραθεί και ζέχνει


Μια κρούστα από ζωές παγιδευμένες, κάτω απ' το χνάρι σου,
ή ανάμεσα στα πλευρά και τη μασχάλη,
όπως αποκαλύπτονται και όπως απομακρύνονται οι οφθαλμοί της πλαγιάς,
και μηρυκάζει ο αμνός, και διαστέλλεται


Στη σκιά πια,
εκεί που εκκρίνουν οι νεκροί τις φυσαλίδες της νιότης,
αφήνοντας την ανάσα να φύγει, να ξεφύγει







Απ' την αρχή ήταν έτσι γνωστό,
πως απ' τη γέννα πεθαίνουν,
και πως τα μέρη της ύπαρξης είναι πολλά,
και τα χτυπήματα της καρδιάς,
και ανοίγουν τα χέρια και κυλά ο ποταμός των βλεμμάτων,
στο δικό τους το άπειρο


Και έτσι, αλλάζοντας τις ισορροπίες των βραχιόνων και των μοχλών,
η μηχανή αλυχτά, ως ένας άλλος οργανισμός,
και, ίσως,
αν κοιτούσες καλύτερα,
αν κοιτούσες καλά,
να μπορούσες ν' αντέξεις,
ή, αν άξαφνα,
τα ρόδα και οι καρποί έσκαζαν στα δέντρα
- μέρα ή νύχτα - της φαντασίας



Τα ξύλα και τα σπαθιά και τα δικά σου τραγούδια, μοιάζουν τρομερά,
και η αφή και η όψη,
και στρέφεις το βλέμμα
και στρέφεσαι,

όμως,

αν ήταν και πάλι να ζήσω,

δεν θα μπορούσα ξανά,

γνωρίζοντας πια τόσο καλά

το τέλος























Θυμάμαι, μες στο μυστήριο του φωτός του απογεύματος,
αυτό το παιχνίδι πάνω στη διάφανη σάρκα του νερού,
ένα παιχνίδισμα στο βλέμμα σου, και τη στροφή του κεφαλιού,

όνειρα, μυστήρια, και τις φωνές των όντων της νύχτας,
σ' ένα σκοτεινό ουρανό απ' αστέρια

Θυμάμαι αυτό,
αυτό που φέρνουν όλα μαζί,
τα φύλλα, οι ρίζες, τα κλαδιά, οι φωνές τους



Ν.




Σάββατο 14 Μαΐου 2011

remeDIES ... for nowadays



The 'Best wish' or The 'Best prayer' ? ....













.... Both !






A ^j^

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Έλα ...




Στις μεγάλες μας μάχες/ στις μεταξύ μας ξαφνικές ριπές
πάντοτε καλούσα το θάνατο να σε βρεί, μ' αυτή τη φοβερή ορμή/
που ξεσπά,
κι έτσι απ' το πυκνό παρελθόν σ' ένα πυκνό μέλλον να διαλυθείς να λιώσεις/
με μια έκρηξη σάρκας,
και ήθελα πολύ την ανάσα της γης να ψιθυρίζει/
στο αυτί μου τις εντολές του αγώνα, δύο μεγάλα τεμένη
κρυμμένα στο αόρατο και στο ορατό κι εσύ πέπλο
σωρός πάνω στη σωρό σου
ξεδιάντροπα μέλη και οστά
που λαχταρούν την ανάσταση ...

κι έτσι δειλά δειλά σε καταριόμουν με το σύρσιμο της γλώσσας
κι ο λαιμός μου ακόμα διψά/ τα μαύρα σου λαγόνια τα πλευρά
τα τυφλά σου γεννήματα και τη μνήμη

ανοικτός σαν τάφος του τάφου/
ανοικτός σαν την κοιλιά της ανάσας ...









































Έλα, δεν σε φοβάμαι!
Το θάνατο, δεν φοβάμαι
δεν φοβάμαι πια να πεθάνεις

κι ούτε κι εγώ/

Μ' ένα νήμα ξεκαθάρισε η μέρα μας!




















μ' ένα νήμα ξεκαθάρισε η μέρα
ή τα μεγάλα μέλη, ή ένας ουρανός από ανάσα και θαύματα αδιάφορα
τη νύχτα που όλα διαλύονται και χτίζονται ξανά μέσα στο ψύχος

στα χέρια μου κρατούσα ένα παράθυρο από θλίψη,
μια ρίζα μητρική, πατρική, ένα ολόκληρο σπίτι,
μια χιλιετία σε φύλλα και σε άχυρα
κι έτσι στο χνώτο κοντά, να γεννηθώ μπορούσα πάνω στην κοπριά
και χάθηκαν όλα

ένα πρόσωπο λευκό, τα πέταλα, τα πόδια, οι μπότες και οι σφήνες
και μίκρυνες,
από πάνω ως τη σκεπή,
άνδρες των ερειπίων και γυναίκες μικρές από το στήθος στο γόνατο,
μ' αυτή την άμοιρη ψυχή,
και ξεκοιλιάστηκες ...








































Ω να μπορούσα να χωρέσω στο χορό σου, γυμνό σώμα, χαμένο σώμα
να μπορούσα να χωθώ στο σωρό σου, παγωμένο κορμί, μαυσωλείο
άκαμπτο λουτρό, ριπή και λεπίδα
στη ράχη σου πάνω να γευτώ τα μαλλιά σου την άνοιξη που αλυχτάς

κόλαση, ήλιε μεγάλε των δακρύων, τι θέλεις ακόμα να πείς;

Ω να μπορούσα να σε σκοτώσω και πάλι, με τα χέρια μου τώρα
αρπάζοντάς σου τη ράχη ή την καρδιά και κρατώντας ψηλά
ένα καθρέπτη της τύχης σου, τη γέννηση των παιδιών του θανάτου
τότε που αγαπούσες ακόμα τη ζωή και άνοιγες τα μάτια στο φως

αν τραβήξω λίγο ακόμα που θα πάει ξεχειλωμένο το θάρρος της ύπαρξης
που γλυστρά στο χαρτί;
σ' αυτή την άβυσσο σ' αυτή τη σωρό ...








































μια συγκέντρωση από μέλλον, ένας σωρός
ο σωρός μου, μία σωρός εγώ
μία σωρός από τις έρπουσες στιγμές των σωμάτων
σκληρές αυστηρές λουτροπόλεις όπου λούζονται τα πάθη ξανά και ξανά
στο νερό, τα χέρια τα πόδια τα στόματα
η γούβα στην κοιλιά που υποχωρεί ξαφνιασμένη




















Στις μεταξύ μας μάχες στις μεταξύ μας ξαφνικές ριπές
πάντοτε καλούσα δυνατά το θάνατο, τον θάνατο αυτόν
Πάντα καλούσα το θάνατο, το θάνατο αυτόν,
να έρθει να μας βρεί, μ' αυτή τη φοβερή ορμή που ξεσπά
Το θάνατο, κι έτσι δειλά δειλά σε καταριόμουν
κι εσύ, πέπλο, σωρός πάνω στη σωρό μου, άνοιγες
ξεδιάντροπα μέλη και οστά
κοκκαλωμένος





















Τώρα είμαι έτοιμος είπες(είπα), καθώς η νύχτα περνά στη μέρα και πάλι
σε μια δύσκολη μέρα ...

Ν.
(εικόνες Dante, Greenaway)






Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Ένα δοχείο ...



Ένα δοχείο, μια διαφορετική σειρά, ένα τρέμισμα στη φωνή
αυτό το αδιόρατο άλφα, το ωμέγα των ημερών όπως υπερκαλύπτονται
στον αιθέρα με τις γραμμές της εξώσφαιρας
αυτή η πεπλατυσμένη καμάρα των ποδιών και των χεριών
το μεσόφυλλο πλάτωμα, η χίμαιρα των ασθενικών χειμώνων ...



(Dante, στοπ καρέ)


Ένα τραπέζι και τα πόδια διπλωμένα στα δυό, ή τα χέρια
σαν στηρίγματα,
μια σύνδεση ή η συγγένεια με τις σπηλαιώδεις
ηδονές
κι έτσι, απ' τον καναπέ, πάνω στο ύφασμα, με τις μακρινές λεπτές
απολήξεις
το απόβραδο πέρασε της σάρκας
διεθλασμένο σε χιλιάδες στόματα,
ένα θηλυκό έρεβος
και μια προσμονή μέσα στη λάσπη ...


Ν.

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

".. Το πάντα, το ποτέ και το ερωτηματικό του 'πότε ;' .."

.

.

.'..και φεύγουν οι μνήμες σαν θρύψαλα, αυτά τα μεγαλεία της σάρκας..' Ν. Κυπριωτάκης

'

.

Ο χρόνος
-το ενδιάμεσο κενό

Το καινό των λογισμών
Το κενό
σαν τρέχεις
στη φορά του χρόνου
κι όλα ξεμένουν πίσω
πια
Με τέχνη

και αισθήματος σπουδή

μεταβιβάζουμε
τα υγρά μας κύτταρα
Πότε σαν πρόφαση γενετική
και πότε σαν επιθυμίας επίφαση ...

και πάντα η Μνήμη
η μνήμη της αφής
πάνω στο δέρμα
φυλάει Θερμοπύλες της σάρκας

πριν
ξεπροβάλλει ο Εφιάλτης
κι αυτομολήσουν τα υγρά
στο χώμα
Και πριν
μεταλλαχθούν
οι στρατιές της οσφύος σου
σ’ απλά στοιχεία
αναζητώντας

δοχεία συγκοινωνούντα
της αγωνίας σου

πριν
γίνεις μνήμη
και αέρας
και ανατριχίλας θρόισμα
ανάμεσα σε μάρμαρα σιωπής.

.

.

Α^j^

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Primary key at second hand



.

.
.
Οι λέξεις
στα χείλη

(ξεχειλωμένο πουλόβερ
του μεγάλου αδερφού

μ΄αγκώνες τριμμένους
και φαρδιά μανίκια…)

.

.

.



"Εν αρχή ην ο λόγος.." Κατά τον Ιωάννη 1:1"Από πολλούς κι' από καιρούς όλα ήταν ειπωμένα .." - Κ. Βάρναλης "Η Μαγδαληνή""To speak is to fall into tautology.. " Jorge Luis Borges: dhcmrlchtdj "The Library of Babel""Everything's already been said, but since nobody was listening, we have to start again.." André Gide


A^j^

Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Γλώσσα











































Με όλες τις λέξεις πάνω, πάνω σ' ένα κουρασμένο κορμί
ο κορμός, τα πονηρά μάγουλα, στο στέρνο τα επίθετα μάτια και το στόμα,
η γραμματική του ελέγχου και του χρόνου
ή η δομή και η σύνταξη της αντανάκλασης της ύλης, μια λαμπερή ουσία,
η πίεση στα πόδια, ένα ανεκπλήρωτο επίρρημα,
γραμμές γραμμές οι όροφοι των λέξεων, το τσιμέντο και το σίδερο
κι έπειτα η κάθετη, η σταύρωση, η κλίση της γης, η κλήση του κόσμου, η φωνή της ανάσας.

Στο λαιμό μια κατάποση πικρή, στα σπλάχνα η φουσκωμένη θλιβερή βλέννα, και είτε στο φως είτε στο σκοτάδι, αυτή η γκρίζα παρελθούσα ύλη της όρασης, το σώμα σου ή τα ρούχα σου, πενήντα χρόνων ξεθωριασμένα αντικείμενα, χέρια και σάρκα ξεθωριασμένες
και το μυστικό ακόμα ή το ημερολόγιο του πρωινού στο δελτίο του σώματος ή ο ήχος του ρολογιού ή η ανάσα της μέρας εκείνης.

Έτσι ολόκληρος λέξη τη λέξη, ένας κορμός από βιαστές και βιασμένους, ένα κουτάλι, ένα άρθρο στη φωνή ή πίσω απ' το βλέμμα ή πίσω απ' τη σκέψη, μια καθυστερημένη, άγονη ιδέα, μια αντωνυμία απ' την τηλεόραση, που προεκτείνεται, ή μια γραμμή ανοξείδωτη του ραδιοφώνου, τότε που η λάξευση ή η οπή, δίνεται στα χείλια, στα χείλια και η άτολμη θλίψη. Κι έτσι με το θλιβερό χαμόγελο της λέξης υπήρξα, τα χέρια ψηλά που με ληστεύουν, ή τα χέρια που ασελγούν, κι εγώ ένα ημερολόγιο άδειο, οι φονικές αδιάλειπτες σειρές των γραμμάτων, στη φωνή ένα σίδερο ή ένας σουγιάς, στο στήθος είχα το όνομά μου, στην κοιλιά τον επικήδειο ασπασμό του, κι αυτή τη λέξη που ξυπνά μ' ένα λάκτισμα με μια γερή κλωτσιά στην κοιλιά, απότομα, ή στους γελοίους κροτάφους, και πετούν στον αέρα τα αντικείμενα, τα τηλέφωνα, τα μολύβια πάνω απ' το χάσμα και σκάνε στη γη έπειτα με τον ήχο της διάλυσης ή της καταστροφής, σπασμένα πρωινά όνειρα, ένας άνθρωπος γάτα πίσω απo ένα κλειδί δεμένο σε κλωστή, μια ομάδα από ζωόμορφα μέλη, κι εσύ κι εγώ στην έπαυλη με τα πολυτελή αγάλματα και τα μαξιλάρια.

Ολόκληρος κορμός σφιχτός, κι αυτή ηπίεση των εικόνων λέξεων, σ' ένα σύμπαν κι ένα δίχτυ από παλλόμενες γλώσσες. Στο στόμα μια ρίζα κόκκινη που ξεδιπλώνεται στο χώρο και σπαθίζει το χώρο, που πλαταγίζει μ' ένα σύρσιμο παχύρευστης οράσεως, μ' ένα είδος αχλής από όνειρα της ηδονής ή της ιστορίας του χρόνου, παθητική φωνή ή ενεργητική, απλωμένη στα σκαλοπάτια με την κοιλιά ή τη ράχη, από εκείνη τη στιγμή της αφηγήσεως, ή όταν εκείνη άνοιξε την πόρτα και βγήκε, θολές εικόνες σ' ένα απομεσήμερο της σάρκας, λέξεις ραβδιά που τρυπούν την ουρά μου, κι έτσι μες στο αέρα των κοφτερών ρημάτων, κύλησα κυνηγημένος ως ένας σταυρός στο μονοπάτι και πέρα απ' την πόρτα και τα θαμνωτά περιβόλια τα θαμπά φώτα της κίνησης στο δρόμο κι ένας στρατός από ντυμένες θλιβερές όψεις, το βάρος τους και η βαρύτητα της γης που επέστρεψε άγονη ή φθονερή, λαξεύοντας διχαλωτές παλάμες ή αγαπώντας να τρυπά τη συνείδηση με αυτή τη δύναμη του σώματος που υποφέρει, και να κρεμά τις απολήξεις τους ανάποδα ψηλά σ' ένα συρμό των υδάτων των υπογείων.

Έτσι ψηλά, ψηλά πάνω απ' τα κεφάλια των άρθρων, στέκονται τα παρα-μυθικά, τα παρα-νυμφικά, τα διάστικτα αλάβαστρα των λήψεων, τα παρα-ληπτικά στενώματα, οι παρα-βιάσεις των λεπτών υμένων, των χρόνων των ρημάτων, ένας διαρκής παρατατικός των βασάνων, ή μια ευχετική παθητική φωνή, που διαρκώς μέλλεται ή συντελείται, κι απέναντι, στόματα κόκκινα με δυνατά λαγόνια πυορροούν και φτύνουν μια εντατική προστακτική, μια κλίση του απάνθρωπου, την κόκκινη παθητική φωνή της γλώσσας και του σώματος, την οδοντική σύνταξη της μετοχής μας ή της ζωής, ένα σύρμα υπερσυντέλικο κι οριστικό, πάνω από το εξακολουθητικό αόριστο της ύπαρξης, μια βαθιά χαραγή απ' το σουγιά του υπάρχω, και το επίρρημα μονάχα, εδώ, μονάχα εδώ, ή ένα επίθετο που μεταλλάσσεται, μονάχος, μονάχος εδώ, ένα υποκείμενο πλαστό και ψευδαισθητικό, εγώ, εγώ κι εσύ, ο κολοφώνας των απολήξεων των ρημάτων κι αυτή η γλοιώδης γλώσσα της πείνας.

N.





































Jindrich Styrsky




















Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

Αρχείο της αχρειότητας

"Με ποιον τρόπο αυτές οι ζωές είναι παρούσες στις ύποπτες πλάγιες σημειώσειςπου τις παρέδωσαν για πάντα στο ανηλεές αρχείο της αχρειότητας; Οι άνώνυμοι γραμματείς, οι χαμηλόβαθμοι λειτουργοί που συνέταξαν αυτές τις σημειώσεις, δεν είχαν ασφαλώς την πρόθεση ούτε να γνωρίσουν ούτε να εκπροσωπήσουν - ο μοναδικός σκοπός τους ήταν να σπιλώσουν. Κι ωστόσο, τουλάχιστον για μια στιγμή, σε εκείνες τις σελίδες οι ζωές λάμπουν με ένα μαύρο, εκτυφλωτικό φως. Για τον λόγο αυτόν, όμως, θα υποστηρίξει κάποιος ότι αυτές οι ζωές βρήκαν τρόπο έκφρασης, ότι, ακόμη και σε μια τόσο δραστική σύντμηση, αυτές οι ζωές με κάποιο τρόπο μεταδόθηκαν, γνωστοποιήθηκαν; Αντιθέτως, η πράξη με την οποία παγιώθηκαν φαίνεται να τις αποσπά για πάντα από κάθε δυνατή παρουσίαση, ως εάν αυτές να εμφανίζονταν στη γλώσσα μόνο υπό τη συνθήκη ότι θα παρέμεναν εντελώς ανακδήλωτες και ανέκφραστες."
(Agamben, "Βεβηλώσεις", εκδ. Άγρα)



















Έτσι ακριβώς με ένα νεύμα στο μέτωπο
ψηλά
μ' ένα νεύμα ψηλά σε μια χώρα του αοράτου, με τις ανάσες των στίχων
και τις ιαχές,
διαλύθηκε και έπεσε και πέθανε ο αχρείος

Ο νους και η γη του πυρός, ο αχρείος ο σάκος, αυτό το πηγάδι
της δίψας, τα κλειδιά της κόλασης, η πυγμή και το αίμμα

Αν ζούσα πάλι και ίσως μισός τότε, να άνοιγα τα φτερά μου ξανά
στους πορφυρούς αέρηδες, τα μακρινά τοπία των μηρών και των βράχων

Ω! εσύ ξανθή περιστέρα της θλίψης, το ποτήρι το νερό στο χάδι του ήλιου
το χώμα το στέρφο και το άγονο, η ξανθιά τρίχα της κορυφογραμμής
η κοιλάδα των κοπράνων

με τις μέρες αυτές θα ξεπλύνω τα κρίματα






































Είναι στιγμές που η ολότητα αποκαλύπτεται, στιγμές που η ολότητα του κόσμου μοιάζει ν' αποκαλύπτεται
όλος, καρπός, σώμα, καμάρες, δύο μεριά από λύμφη και σάρκα, δυο πόδια της ζωής και της γέννησης, δυό στήθη
οι σκιές στα παράθυρα, το γέρικο ερηπωμένο σπίτι ξεχασμένο, παππούς, γιαγιά
και αυτοί με τους ασπρισμένους τοίχους, με τους ασπρισμένους αγκώνες
και έτσι μια ταλάντευση ακινησίας, τα άσπρα γόνατα, η απουσία που σέρνεται, μια οστέινη πλάκα πάνω στη γη
η προτομή του θανάτου, αυτό το βλέμμα που γλιστρά μες στο δικό μου




Έτσι είναι φορές που μοιάζει η ολότητα ν' αποκαλύπτεται, η ολότητα ν' αποκαλύπτεται, να καλύπτεται

όλες οι αισχρές μνήμες, αυτά τα βράδια και τα μεσημέρια μέσα στον κόπρο και τη βλέννα
τα πρωϊνά μέσα στο βούρκο

και αυτή η σωρός, η μεγάλη σωρός των ανθρωπίνων μελών
τα σκυλιά που αλυχτάνε, ένα ατέλειωτο αυγουστιάτικο καλοκαίρι του κινδύνου
η σύσπαση της μήτρας
και αυτό το βέλασμα το βέλασμα των στιλπνών εντοσθίων
ή το υπόκωφο, το σπογγώδες θρόϊσμα του στήθους





Ολότητα από σίδερο, στον αιθέρα ένα κρίνο που λάμπει στον ήλιο
μια μέλισσα καταδικασμένη στο φως

η αιχμή του βουνού, ένα πούπουλο ή μια λεπίδα
η πνιγηρή νύχτα ή η ολόλευκη ομίχλη του μηδενός
ένα ποτάμι ξέγνοιαστο, ένα σκυμμένο κεφάλι








Ω! ανυπόφορη είναι η σάρκα, αυτή η πρησμένη κραυγή, ο ασκός και ο σωλήνας της πικρίας

Όλον, όλον
ο λυγμός πάνω στο δέρμα, ένα σούρσιμο, μια συρραφή
ένα ένοχο βλέμμα, τα μάτια στη γη

αυτή η σκληρή καταδίκη

Το αίμμα που ξεπηδάει αίφνης μαζί με το σεισμό
ή το μηδέν,

και φεύγουν οι μνήμες σαν θρύψαλα, αυτά τα μεγαλεία της σάρκας




Ν.





















(σχέδιο-μινιατούρα, από τον Ν.)


















"Με ποιον τρόπο λοιπόν να ερμηνεύσουμε αυτή την ενική και παράδοξη παρουσία, όπου η ζωή μας παρουσιάζεται μόνο διαμέσου εκείνου που την αποσιωπά και την παραμορφώνει σε μία γκριμάτσα; Δημιουργείτα η εντύπωση πως ο Φουκώ αντιλαμβάνεται αυτή τη δυσκολία." Δεν θα βρείτε εδώ", γράφει, "μια πινακοθήκη με προσωπογραφίες: απεναντίας, πρόκειται για βρόχους, ενέδρες, όπλα, ουρλιαχτά, χειρονομίες, συμπεριφορές, τεχνάσματα, ίντριγκες των οποίων οι λέξεις στάθηκαν το όργανο.
Σ' αυτές τις φράσεις "παίχτηκαν" πραγματικές ζωές. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι εξεικονίστηκαν ή αναπαραστάθηκαν, αλλά ότι, εκ των πραγμάτων, η ελευθερία τους, τα δεινοπαθήματά τους, συχνά ακόμη και ο θάνατός τους και, εν πάση περιπτώσει, η μοίρα τους ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, προδιαγεγραμμένα. Αυτές οι εκθέσεις, αυτοί οι λόγοι, σταύρωσαν πραγματικά ζωές. Αυτές οι υπάρξεις τωόντι διακυβεύτηκαν και απωλέσθησαν σε εκείνες τις λέξεις"."
(Agamben, "Βεβηλώσεις", εκδ. Άγρα)


Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Rome



"Η οικειότητα με μια ζώνη αγνωσίας συνιστά μία καθημερινή μυστικιστική πρακτική, όπου το Εγώ, στο πλαίσιο κάποιου ειδικού και ευφρόσυνου εσωτερισμού, παρίσταται μειδιώντας στη δική του αποσύνθεση και, είτε πρόκειται για την πέψη της τροφής είτε για την έκλαμψη του νού, μαρτυρεί, στέκοντας δύσπιστο και επιφυλακτικό, τη δική του ατελεύτητη εγκατάλειψη και διάλυση. Ο Genius είναι η ζωή μας, καθότι δεν μας ανήκει."
(Giorgio Agamben, "Βεβηλώσεις", εκδ. Άγρα)




















Περπατώντας και αναλύοντας τη ζωή, ή τη μοίρα της
αυτή την αγορά την ερειπωμένη
και τα μεγάλα φασιστικά σύμβολα, τα άσπρα παλάτια και τα μάρμαρα
τη μύτη του Μουσολίνι ή τη σιαγόνα, το δάκτυλο του Καίσαρα,
μιά στήλη άλατος και μια στήλη τέφρας
τείχη από τερακότα, λουτρά και αψίδες, στήλες
τις σκοτεινές γωνιές και τις κρύπτες,
τα ασύμμετρα αγάλματα, τα πέτρινα φορέματα
τις πέτρινες στιγμές, δυό κυπαρίσσια,
τα σεμνότυφα μέλη
φορέματα παππικά στη σειρά
στη μεγάλη σειρά από φως
προσευχές μνημειώδεις, χαρούμενους άγγελους
τους ήχους να περνάνε από λόφο σε λόφο,
τις κλίμακες μέχρι ψηλά στον αιθέρα,
απλοϊκές ανθρώπινες μορφές,
απλές φιγούρες, απλά σώματα κι αυτήν την κατάνυξη του πλήθους
τη συρροή των φυλών της γης ...




















Περπατώντας και αναλύοντας τη ζωή, τη μοίρα της
κι αυτή την αγορά την ερειπωμένη των καισάρων
κι ένα δυό σειρές υπόγεια ύδατα του ελέους
και οδούς πολλές οδούς προς όλα τα κέντρα του πόνου
προς όλα τα κέντρα του μεγαλείου
Πόσο μεγαλειώδης να είναι η σάρκα;
Circus Maximus, Appia οδός, Colosseo
κι εσύ με τον πράσινο φόβο, όπως αντηχεί από λόφο σε λόφο
φόβος παλατίνος, φόβος αβεντίνος ή ένα κέλυφος ψηλό
από διαδρόμους και φύλακες
μέσα σ' ένα κέλυφος ψηλότερο
πάνω από ένα κέλυφος ακόμα πιο ψηλό
με τόξα και γωνίες που ανοίγουν και στάζουν
μέσα στη δροσιά, στα περιστέρια και τους γλάρους





















Τα οπίσθια δύο μεγάλων αγαλμάτων, δύο άλογα πλατιά, ένας στρατηλάτης
μια σκάλα που οδηγεί στον κόσμο, κι αυτός ο κορμός και τα καπούλια από φως
χάλκινο φως χρυσαφένιο, τα στήθη από δάση κι ο κόρφος
σκληρός χαλκός λαμπερός μεσα στα χέρια μας, οι θηλές του ρέμου οι θηλές του ρωμύλου
οι θηλές της λύκαινας, οι θηλές μου




















Θέλω να περάσω τις όχθες πέρα, των λόγων, και τη νύχτα
όταν παύουν οι φωνές και οι κραυγές
κι ακούγονται μόνο κάτι τραγούδια της νίκης, και το φεγγάρι
τη νύχτα να περάσω τη σκιά, σε μια πεσμένη κολλόνα
κι όλο το πέταλο της γης, όλη η κοιλιά της ρώμης ν' αδειάσει από ζωή
και να φύγω


μέσα στη νύχτα της
πάνω σε πόδια πάνω σε τροχούς




















να φύγω
πάνω σε πόδια, πάνω σε τροχούς
ν' ακούσω τη ζωή, ν' ακούσω αυτή τη ζωή που αναρίθμητη ζει
στη λάσπη και στα λουτρά, με πορφυρούς χιτώνες
αυτά τα χλωμά, τα θλιβερά φωτάκια των σωμάτων
και τις ασθενικές ανάσες των ονείρων
πάνω στο ξύλινο πάνω στο πέτρινο
πάνω στο ξύλινο, πάνω στο πέτρινο, στο λασπωμένο κρεββάτι των κοκκάλων

Ανίερα κύπελα, χοάνες από γρανίτη και νύχτα

από τις αιγυπτιακές ζωόμορφες σκιές στο λάγνο αίμα




















Τώρα που όλα σκορπίστηκαν σ' ένα κόσμο χωρίς νόημα
τώρα που ξεχνώ τα λόγια μου
κι όλο το κράσπεδο της ύλης υποχωρεί σ' άλλο κράσπεδο
και σ' άλλο και σ' άλλο και τα μέρη στροβιλίζονται και γυρνούν την περίμετρο
ρωτώντας κι αναζητώντας προσπαθώντας να θυμηθούν τι;
τι από τα λόγια του θανάτου
όλους αυτούς τους λαμπρούς επικήδειους
κι όλους τους άλλους τους θλιβερούς σακάτηδες
τους παραμορφωμένους σακάτηδες της ζωής
που ύλη και μορφή και ουσία τους πέταξαν εδώ
σ' αυτή τη λήθη του βόμβου
σ' αυτή τη λίθινη εποχή
τη λίθινη αρένα
σ' αυτή τη μηχανή του αοράτου
σ' αυτή τη μηχανική της τύφλωσης
σ' αυτή τη μεταφυσική των ρευστών
τη ρευστή μεταφυσική της σήψης




















Πολφός, νεύμα, νεύσις, πομφολυγή, ωάρια και κελύφη, μια αμυδρή απουσία, μια αμυδρή παρουσία, τι ν'ανακαλέσεις τώρα πια; και τι μουρμούριζες μέσα στο τράμ; μέσα στο λεωφορείο ή δίπλα στους Διόσκουρους, στο υπερμεγέθες πέταλο, στην πύλη του Κωνσταντίνου, μπροστά σ' αυτόν τον άγνωστο γίγαντα ...
Τι ν' ανακαλέσεις τώρα πια; και πιο ήταν το θέμα ή ο λυρισμός; ένα δάκρυ μπαρόκ ή μια ροδαλή σάρκα, τόσοι φόβοι ζωντανοί μες στις σκιές των ερειπίων ή το δάκτυλο της μοίρας, ο κόσμος, η μάζα του κόσμου που κυλά τη σκάλα του καπιτωλίου
τώρα που όλα σκορπίζονται σ' ένα κόσμο χωρίς νόημα, τώρα που όλο και καλύτερα ξεχνώ στιγμή τη στιγμή, τις στιγμές μου
και μένει μονάχα αυτή η αναμονή αυτή η κουρασμένη, η ταλαιπωρημένη, η βαριά αναμονή, αυτή η ανάσα που βγαίνει πάλι και πάλι
σπρωγμένη σ' έναν αυτοματισμό, σπρωγμένη από έναν αυτοματισμό
πεδικλωμένη, μπουχτισμένη, μπουκωμένη, θρεμμένη σ' έναν αυτοματισμό
ένα αυτόματο κλειδί μιας αόρατης κλειδαριάς, μια πορεία, ο βηματισμός
προς ένα αόρατο τέλος, ένα αόρατο τέρμα
Τώρα που όλα γυρνούν γύρω τριγύρω από αόρατα κέντρα
τώρα που ο κόσμος παίρνει τη θέση του
αυτή τη θέση την άμοιρη, τη μοιραία θέση, τη μοιρασμένη
τώρα που το πλήθος παίρνει τη θέση του, παίρνει τη θέση του και ορίζει
Η ζωή, η μοίρα της ζωής, η αγορά ερειπωμένη
και τα μεγάλα φασιστικά σύμβολα, τα μάρμαρα μιας υποθετικής ανδρείας
τα λευκά μάρμαρα μιας σίγουρης νίκης




















Απ' την ανατολή ο ευφράτης, στο νότο η αίγυπτος, και στο βορρά; τι είναι στο βορρά;

παρεκτός της τέφρας;

Πόσο μεγαλειώδης να είναι η σάρκα;

Φυλλάσσω στα πλευρά μου ένα παράξενο χρησμό

σε μια γλώσσα ξένη, τη γλώσσα μου

Φυλλάσσω στο πλευρό μου ένα μαντείο, ένα μάντη

που κλείνει τα μάτια και κοιτά την ψυχή του

Η απουσία είναι ένας αιθέρας πέτρινος στο φως του ήλιου

κι εγώ το ξέρω καλά πως ήρθε το τέλος του κόσμου, το τέλος μου




















("Ο μάντης", de Chirico)




















"Είχα πει, είχα σκεφτεί, άνοιξε τα χέρια σου, άνοιξε την αγκαλιά σου για μένα
ο πόνος είναι πιο μεγάλος απ' τους ανθρώπους
και η σκόνη η σκόνη αυτό το διάφανο απομεσήμερο, το καθαρό βράδυ
η σκόνη άπειρη γυρνά και γυρνά στο χορό των ατόμων
οι κρυσταλλένιες απολήξεις των άκρων της
αυτές οι τροχιές των αστερισμών μες στο σκοτάδι
οι αφορισμοί για το σύμπαν
κι ούτε που σμίξαμε ποτέ, εσύ, εγώ, η παρέα των φίλων που φιλοσοφούν μέσα στο βλέμμα
οι λυρισμοί και οι λυρικότητες του άστεος
μια πιπεριά και μια μελιτζάνα που ωριμάζει
η δίψα για νερό
ο θόλος της γης και η σχετικότητα της κίνησης
Ρώμη κι εκεί, κι εδώ Ρώμη, κι αυτές οι φουστανέλλες του θάρρους
μέσα στο μπράτσο των ανδρών ή κάτω απ' το δέρμα, ένα τίναγμα
το μεγάλο-σημαίνον, ο θεός ή ο διάβολος, η κρίση του μοντερνισμού
η ουσία της ευγένιας, η ουσία της ζωής, η φύση, η φύση
ο άνθρωπος από χώμα και νερό

Και όταν βραδιάζει (στις δέκα η ώρα) τότε πέφτω για ύπνο
με προσευχές
καλύτερα να πέθαινα μια τέτοια νύχτα μια τέτοια βραδυά
μες στις ανάσες απ' τα φυτά του κήπου που ποτισμένα ευτυχούν
με τα ψάρια γυμνά και τα φώτα της αίγινας
το άστυ κι η πόλη με πνίγει
αυτή η σάρκα η αξόδευτη και η δουλεία η δουλεία
οι φόνοι τόσων μα τόσων γυναικών ..."

Ν.